Records 61 to 75 of 97
|
|
| Ν. Μολυβιάτης, Μαθήματα στο πράσινο, Οικολογία για παιδιά ηλικίας 8-13 χρονών, 174 σελ, έκδ. Σαββάλας
- χρονιά έκδοσης 1997 Τα παιδικά βιβλία που αυτοκαλούνται ως οικολογικά, βρίθουν στην αγορά. Το να χρησιμοποιείς, όμως, απλώς ζώα ως ήρωες μίας ιστορίας ή να τοποθετείς το παραμύθι μέσα σε ένα δάσος, δεν καθαγιάζει την ουσία και το περιεχόμενο. Ο τακτικός συνεργάτης της "Νέας Οικολογίας" Νίκος Μολυβιάτης συγκέντρωσε σε 28 ενότητες, οτιδήποτε σχετίζεται με τη φύση, το περιβάλλον, τη ρύπανση, τα κτίρια, κλπ. Με πληροφορίες, εικόνες, ερωτήσεις, σταυρόλεξα, τεστ και οτιδήποτε μπορεί να καταστήσει ένα βιβλίο ενδιαφέρον, προσιτό αλλά ταυτόχρονα και εύστοχο επί της ουσίας, και στηριγμένο σε οικολογικές αξίες και αρχές. |
| Η. Ευθυμιόπουλος, Σ. Ψωμάς (κείμενο), Οι βιώσιμες πόλεις. Προτάσεις για μία οικολογική διαχείριση του αστικού περιβάλλοντος, σελ. 81, έκδ. Νεφέλη - Greenpeace
- χρονιά έκδοσης 1997 Στη σειρά των ενημερωτικών εκδόσεων της Greenpeace για επίκαιρα θέματα του περιβάλλοντος, κυκλοφόρησαν δύο ακόμη βιβλία, Οι βιώσιμες πόλεις και η βόμβα του κλίματος (τα προηγούμενα 5 έχουν παρουσιαστεί σε προηγούμενο τεύχος της "Νέας Οικολογίας"). Μελέτες άκρως κατατοπιστικές για κάθε ενδιαφερόμενο. Τα κεφάλαια: Πεζότοποι και λιγότερα αυτοκίνητα, Καθαρές κιλοβατώρες, Πράσινο και φύση στην πόλη, Νερό: τι προσέχουμε και τι έχουμε, Χωματερές ή ανακύκλωση, Πόλεις χωρίς τοξικά, Ο καθαρισμός των αποβλήτων, Το παράδειγμα μίας μικρής πόλης (Ροσφόρ Γαλλίας). |
| Ε. Γεωργιάδου (κύρια ευθύνη), Βιοκλιματικός σχεδιασμός και καθαρές τεχνολογίες δόμησης, έκδ. Παρατηρητής, σελ. 273, Θεσσαλονίκη
- χρονιά έκδοσης 1996 Μία πλήρης και τεκμηριωμένη μελέτη-πρόταση για τον βιοκλιματικό σχεδιασμό και κατασκευή των κτιρίων. Η συλλογική αυτή εργασία, απολύτως προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα με πληθώρα εγχώριων εφαρμογών, απαντά στο σύνολο των θεμάτων που σχετίζονται με τη δόμηση, από τη φάση των σχεδιαστικών επιλογών ώς τη χρήση τεχνολογιών και υλικών. Η βιοκλιματική αρχιτεκτονική -"η μόνη αρχιτεκτονική"- με τις αρχές και τις πρακτικές της, όταν με το καλό ολοκληρωθεί, επί τέλους, και η από μακρού χρόνου κυοφορούμενη νομοθετική αλλαγή, που ετοιμάζει το ΥΠΕΧΩΔΕ, μπορεί να ανατρέψει, θετικά, τα δεδομένα στις πόλεις και το περιβάλλον. |
| Α. Σ. Ζάχαρης, Εθνικός Δρυμός. Το Φαράγγι της Σαμαριάς. Γεωγραφία - Οικολογία - Ιστορία - Τουρισμός, έκδ. Μπάστας-Πλέσσας, σελίδες 182
- χρονιά έκδοσης 1997 Το νέο βιβλίο του Α. Ζ. είναι, όπως οι μέχρι τώρα εργασίες του, φροντισμένο, τεκμηριωμένο και πλήρες. Όσοι θέλουν να μάθουν για το θρυλικό Φαράγγι της Σαμαριάς -δασολόγοι, τουρίστες, περιπατητές, άλλοι μελετητές, ιστορικοί, κλπ.- έχουν πλέον ένα πλήρες βοήθημα, που αναφέρεται: στο ευρύτερο φυσικό περιβάλλον της Κρήτης, στα ιστορικά και διαχειριστικά στοιχεία του Δρυμού, τα στοιχεία του φυσικού χώρου, την ιστορία, τη μυθολογία, τη λαογραφία του χώρου, πληροφορίες για τους επισκέπτες και εικόνες, χάρτες και βιβλιογραφία. Έκδοση ιδιαίτερα φροντισμένη εκδοτικά με μόνη παράλειψη τη μη αναγραφή της χρονολογίας έκδοσης. |
| Διάφοροι, Ετήσιος Οδηγός 1997. Σύγχρονη Ιατρική και Εναλλακτικές Θεραπείες. Σύγχρονες τάσεις, εναλλακτικές προσεγγίσεις και συμπληρωματικές τεχνικές στην θεραπεία, έκδ. Κέντρο Εναλλακτικής Ενημέρωσης, σελίδες 142
- χρονιά έκδοσης 1997 Μέσα από τις σελίδες του Οδηγού ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος "εναλλακτικής θεραπείας" που σχεδόν δεν φανταζόμαστε ότι υπάρχει. Εκτός από τις γνωστές, ομοιοπαθητική, φυτοθεραπεία, βελονισμός, κλπ., παρουσιάζονται και οι λιγότερο γνωστές, χρωματοθεραπεία, χοροθεραπεία, ιριδολογία, συναλλακτική ανάλυση και πολλές, πολλές άλλες -περίπου 50. Υπάρχουν εισαγωγικά άρθρα για την κάθε μία και οδηγός αγοράς. Φροντισμένη και κατατοπιστική έκδοση, χωρίς βεβαίως να μπορεί να εγγυηθεί εύκολα για το σύνολο των μεθόδων και όσων προτείνουν τις αντίστοιχες θεραπείες. |
| Δ. Παυλάκου, Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον, έκδ. Δελφίνι, 1846
- χρονιά έκδοσης 1997 Συλλογή 33 κειμένων που γράφτηκαν στη δεκαετία 87-97, στην Αυγή, τον Μανδραγόρα, το Φύση και Οικολογία, κλπ. Η τρυφερότητα και η ευαισθησία που διακρίνει τη γραφή της Δ.Π. προέρχεται από μια άμεση γνώση και επαφή με το φυσικό περιβάλλον η οποία εκδηλώνεται και με πολλούς άλλους τρόπους (ποιητικές συλλογές, άλλη συγγραφική δραστηριότητα). Ψάχνει στο μύθο και την ιστορία, διεισδύει στην πραγματική ζωή της φύσης, αναδεικνύει διαφορετικούς ήρωες, συνδέει την οικολογία με τη λογοτεχνία, την Ελλάδα με την υπόλοιπη γη. |
| Διάφοροι, Παγκόσμιο Σχέδιο Δράσης για τους Ανθρώπινους Οικισμούς (Habitat Agenda) και διακήρυξη της Κωνσταντινούπολης (Κωνσταντινούπολη, 3-14 Ιουνίου 1996, έκδ. ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΤΕΡΠΣ
- χρονιά έκδοσης 1906 Η δεύτερη Παγκόσμια Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τους ανθρώπινους οικισμούς, (Habitat II) που έγινε πριν δύο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή πολλών αντιπροσώπων από κυβερνητικούς και μη οργανισμούς απ' όλο τον κόσμο μας έδωσε αυτά τα δύο πολύ σπουδαία κείμενα, τη διακήρυξη (και όχι διακήρυξη) της Κων?πολης, ένα κείμενο αρχών για τους παγκόσμιους στόχους, που υπέγραψαν αρχηγοί κρατών και επίσημες αντιπροσωπείες και το Παγκόσμιος Σχέδιο Δράσης για τους Ανθρώπινους Οικισμούς, ένα σημαντικό ντοκουμέντο από 239 σημεία. Πολύ χρήσιμο το θεματικό ευρετήριο, αλλά απουσιάζει μια κατατοπιστική εισαγωγή. |
| Ζ. Παπαναούμ (επιμέλεια), Περιβάλλον και Εκπαίδευση. Συμβολή στην Περιβαλλοντική Ευαισθητοποίηση για τα προβλήματα της Θεσσαλονίκης, έκδ. ΥΠΕΧΩΔΕ Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσ/νίκη, Α.Π.Θ., 309 σ. (+ έγχρωμο φωτογραφικό παράρτημα), Θεσσαλονίκη
- χρονιά έκδοσης 1997 Πρόκειται για ένα συλλογικό τόμο, με τη συμμετοχή 23 επιστημόνων, που αναφέρεται στο σύνολο των περιβαλλοντικών προβλημάτων της Θεσ/νίκης. Τα 7 κεφάλαια πραγματεύονται τα θέματα: α) Ρύπανση της Ατμόσφαιρας β) Αυτοκίνητο και Περιβάλλον γ) Βιομηχανική Ρύπανση δ) Ενέργεια και Περιβάλλον ε) Στερεά Απορρίμματα και Απόβλητα στ) Υδάτινα Οικοσυστήματα και ζ) Αστικές Αναπλάσεις και Περιβάλλον. Ο τόμος εκδίδεται στα πλαίσια ενός ευρύτερου προγράμματος με γενικό τίτλο: Περιβάλλον και Εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη. |
| Σταύρος Ν. Μαγγιώρης, Στα Μονοπάτια της Φύσης και της Βιολογίας, Μια στοχαστική περιπλάνηση στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, στο επιμέρους και το όλον, έκδ. Βασιλείου, σελίδες 188
Όταν έχει πίσω σου κάμποσα χρόνια πανεπιστημιακής διδασκαλίας γνωρίζεις πια ότι "ο καλός επιστήμονας" και "ο καλός δάσκαλος" σπάνια συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Γι' αυτό, ακόμα και όταν το θέμα είναι η βιολογία ("η επιστήμη της ζωής") ο διδακτικός λόγος της συχνά ακούγεται απόμακρος, ψυχρός, πέραν του κόσμου τούτου. Ο διδάκτωρ της βιολογίας Σταύρος Μαγγιώρης αν και ανήκει στο ευτυχές, χαρισματικό κατά τη γνώμη μου είδος: "καλός επιστήμονας-καλός δάσκαλος", έχω την εντύπωση ότι έγραψε ένα βιβλίο για να μην αφήσει τη διδασκαλία της βιολογίας στην υποκειμενική ικανότητα των δασκάλων της. Δεν είναι μόνο ότι αφιερώνει τρυφερά το έργο του στις "νέες και τους νέους, μόνους αρμόδιους? για την απόδραση και την περιπλάνηση στα βάθη της ουσίας του επιμέρους και του όλου", αλλά ήδη, από τον πρόλογό του, αφενός επισημαίνει ένα κρίσιμο κενό της νεοελληνικής εκπαίδευσης και αφετέρου τη σχετική δική του πρόθεση. "Στην Ελλάδα", γράφει, "η Διδακτική της Βιολογίας δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα όλους και όλες που καλούνται να διδάξουν το μάθημα της Βιολογίας και ελάχιστες προσπάθειες έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση". Επείγει, λοιπόν, ένα "ουσιαστικό ²άνοιγμα² του διαλόγου για τη διδασκαλία του μαθήματος της Βιολογίας στη μέση εκπαίδευση". Σε αυτό το ²άνοιγμα² είναι αφιερωμένο το βιβλίο του, έστω και αν, φαινομενικά παραδόξως, θεματολογικά δεν απασχολεί παρά το καταληκτικό κεφάλαιό του. Όμως αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Όσοι και όσες αρχίσουν από εκεί την ανάγνωση θα διαπιστώσουν πόση σημασία δίνει ο Μαγγιώρης σε αυτό τον τύπο διδασκαλίας που αποκαλεί και λεπτομερώς αναλύει ως "διαλογικό-διαλεκτικό", σε αντίθεση με τον κυρίαρχο σήμερα "δασκαλοκεντρικό" τύπο. Ο τελευταίος προετοιμάζει ένα μαθητή παθητικό αποδέκτη της καθηγητικής αυθεντίας και αποτελεί το κραυγαλέο ατόπημα μιας αναχρονιστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, το οποίο "καλλιεργείται" στη μέση και -δυστυχώς- "ανθεί" στην ανωτάτη παιδεία, προς μεγάλη ζημία της κριτικής ικανότητας των διδασκομένων και, μακροχρονίως, των ίδιων των δασκάλων τους. Ο Μαγγιώρης εφαρμόζοντας στο ίδιο το βιβλίο του τις διδακτικές του απόψεις, πριν τις εκθέσει, κατεβαίνει από την έδρα και γίνεται "συνερευνητής και συμπαραστάτης των παδιών στη μάθηση" οδοιπορώντας μαζί τους και μαζί μας, στα "μονοπάτια της φύσης και της βιολογίας". Πράγματι, τα δύο τρίτα των περιεχομένων του βιβλίου είναι ένα οδοιπορικό, μια "στοχαστική περιπλάνηση", όπως ο συγγραφέας αποκαλεί με εξομολογητική διάθεση, το διάβημά του σε δύο κόσμους, σε εκείνον της φύσης και στον άλλο της βιολογίας. Να σημειώσω, ως αναγνώστης, την προτίμησή μου για την περιπλάνηση του συγγραφέα στον κόσμο της φύσης. Δεν είναι μόνο ότι περιέχει ορισμένα αυτοβιογραφικά κομμάτια, όπως "Η Σκόπελος, ο κοκκινολαίμης, τα δακράκια", "Στο φως, το νερό και τους ανέμους", "Το Γεράκι του Αιγάλεω" ή το "Εμείς και η Άρπυια" (ο λόγος για την εκκεντρική σκυλίτσα της οικογένειας Μαγγιώρη), που αποπνέουν και μεταδίδουν γνήσια συγκίνηση αλλά, συνολικά, σε αυτό τομέρος του βιβλίου του ο νοήμων παρατηρητής Μαγγιώρης, μας υπενθυμίζει πόσο ανέτοιμοι είμαστε, γνωσιολογικά αλλά και συναισθηματικά, να επικοινωνήσουμε με τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. Βαδίζοντας, έτσι, κατά Κιούμπρικ "με τα μάτια ερμητικά κλειστά", δεν είναι ανεξήγητη η επιθετικότητα του σύγχρονου ανθρώπου έναντι του περιβάλλοντος, τις συνέπειες της οποίας ο Μαγγιώρης τεκμηριώνει επαρκώς σε άλλο κεφάλαιο. δεν θα συμφωνούσα τόσο ανεπιφύλακτα με το "μεσαίο κεφάλαιο", το οποίο είναι αφιερωμένο στον κόσμο της βιολογίας, και ειδικότερα στην ιστορία της βιολογίας και της οικολογίας. Ο ενθουσιασμός του συγγραφέα, ενώ αποβαίνει υπέρ του έργου του, όταν "περιπλανάται" στον κόσμο της φύσης ή όταν αναλύει τις απόψεις του περί διδακτικής της βιολογίας, εδώ τον παρασύρει σε μια αφηγηματικά κουραστική και λειτουργικά "αντι-παιδαγωγική" παράθεση ονομάτων, εποχών, επιστημονικών επιτευγμάτων και επιστημολογικών τομών. Κατανοώ και τη χρησιμότητα της αναφοράς στην ιστορία της επιστήμης και τη δυσκολία της αλλά το αποτέλεσμα δεν έχει την εκλαϊκευτική αμεσότητα και ευθυβολία που χαρακτηρίζει ένα βιβλίο, όπως τα "Μονοπάτια", το οποίο απευθύνεται κυρίως σε μη ειδικούς αναγνώστες ή, κρίνοντας από το τελευταίο περί διδακτικής κεφάλαιο, σε εκπαιδευτικούς οι οποίοι δεν έχουν τις ειδικές γνώσεις του συγγραφέα, αλλά ένα ζωηρό και, όχι σπάνια, δημιουργικό ενδιαφέρον για την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Θα ήθελα να τελειώσω με δυο λόγια για το παρατιθέμενο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα. Ο Σταύρος Μαγγιώρης έχει μια ενδιαφέρουσα επιστημονκή-επαγγελματική πορεία. Ευτύχησε να έχει δασκάλους σαν τον Β. Κιόρτση και τον Φ. Καφάτο στο Βιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, υπήρξε βασικός επιστημονικός συνεργάτης του Τομέα Οικολογίας και Ταξινόμησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από αυτή την άποψη ανήκει στη γενιά που, τις δυο τελευταίες δεκαετίες, μας έμαθε κάτι περισσότερο για τα μεσογειακά οικοσυστήματα. Στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα επιμόρφωσης των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης στη Διδακτική της Βιολογίας στα Π.Ε.Κ. Πειραιά και Ανατολικής Αττικής. Την τελευταία πενταετία, αρθρογραφεί σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά και στον ημερήσιο τύπο, ενώ "παράλληλα", όπως σημειώνει ο ίδιος, "συνεχίζει την ερευνητική του δραστηριότητα". Αυτό το "παράλληλα", σημαίνει ότι η κύρια επαγγελματική του απασχόληση δεν έχει, σήμερα, σχέση με τις σπουδέ και την επιστημονική του εμπειρία. Βέβαια, καμία εργασία δεν είναι υποτιμητική. Πολύ περισσότερο όταν κάποιος έχει υπεύθυνη θέση στην τοπική αυτοδικοίκηση. Όμως, διαβάζοντας το βιβλίο του Σταύρου Μαγγιώρη και συνειδητοποιώντας τα σύνθετα προβλήματα της διδασκαλίας "νέων" μαθημάτων όπως η βιολογία οι απαιτήσεις μιας ορθής περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα σχολεία μας, δεν μπορώ να συγκρατήσω ορισμένες μελαγχολικές σκέψεις για την "αξιοποίηση" που επιφυλάσσει σε επιστήμονες με ικανότητες και διάθεση προσφοράς η ελληνική πολιτεία και, στην περίπτωση αυτή, τα μανιωδώς "εκσυγχρονιστικά" υπουργεία παιδείας και περιβάλλοντος. Λεωνίδας Λουλούδης "Οικοτοπία", Τεύχος 18 (4/2000) |
| Ευθύμης Παπαδημητρίου, Για μια νέα φιλοσοφία της φύσης, Η πρόκληση της οικολογίας και οι απαντήσεις της φιλοσοφίας, έκδ. Gutenberg, σελίδες 288
Από το ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο αναδημοσιεύουμε μέρος της εισαγωγής? ως μικρό ορεκτικό: Σχετικά με τον προσδιορισμό της έννοιας, του αντικειμένου και των προβλημάτων που καλείται να διερευνήσει μια Φιλοσοφία της Φύσης στην εποχή μας, θα είχαμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Η εποχή κατά την οποία οι φιλόσοφοι με ευκολία έγραφαν βιβλία Περί Φύσεως και διατύπωναν θεωρίες για την ενότητα, τη σκόπιμη διάταξη της φύσης και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ' αυτήν, έχουν περάσει ίσως ανεπιστρεπτί. Σήμερα ακόμη και τα κείμενα που αναφέρονται στην ενότητα της φύσης εννοούν κυρίως την ενότητα που προσφέρουν οι έρευνες των φυσικών επιστημών. Όσοι διαπιστώνουν σήμερα την έλλειψη μιας Φιλοσοφίας για τη φύση και αναζητούν τα αίτια της απουσίας της, ανακαλύπτουν σύντομα την παντελή έλλειψη φιλοσοφικής θεμελίωσης όλων των σχετικών προσπαθειών που γίνονται με αφορμή την περιβαλλοντική κρίση και την οικολογική πρόκληση και τη διακοπή κάθε σύνδεσης της σύγχρονης φιλοσοφίας για τη φύση με την ιστορία του κλάδου αυτού της Φιλοσοφίας. Χωρίς τη γνώση όμως της ιστορίας της Φιλοσοφίας της φύσης του παρελθόντος, δεν υπάρχει δυνατότητα συνειδητής αναθεώρησης της κυρίαρχης ανθρωποκεντρικής, ποσοτικής αντίληψης για τη φύση και γίνεται αδύνατη η αναθεώρηση της περιβαλλοντικής πολιτικής και των κοινωνικών πρακτικών που συνεχίζουν την καταστροφική σχέση της βιομηχανικής κοινωνίας με τη φύση. Το Κεφάλαιο ΙΙ αυτής της εργασίας είναι αφιερωμένο για τον λόγο αυτό, σε μια σύντομη προσπάθεια εννοιολογικού προσδιορισμού της φύσης και της ιστορίας της Φιλοσοφίας της φύσης και στην παρουσίαση της άποψης για την ιστορικότητα της έννοιας της φύσης. Τα σημερινά περιβαλλοντικά αδιέξοδα προσφέρουν την ευκαιρία για μια κριτική επανεξέταση της μέχρι τώρα κυρίαρχης αντίληψης για τη φύση και τη δημιουργία μιας νέας Φιλοσοφίας γι' αυτήν που δεν θα περιορίζεται μόνο στην επιστημονική εξέταση αυτού που δεν είναι ανθρώπινο, την ανεξάρτητη από τον άνθρωπο φύση, αλλά και τη φύση που είναι δημιούργημα του ανθρώπου και της τεχνικής του. Χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες για τη δυνατότητα της Φιλοσοφίας να συντελέσει στην επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων του πλανήτη μας βραχυπρόθεσμα, πιστεύουμε πάντως ότι μια κριτική, ιστορική προσέγγιση της Φιλοσοφίας θα μπορούσε, ίσως μακροπρόθεσμα, να συμβάλει στην κριτική της ιστορίας της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και των κυρίαρχων κάθε εποχή αντιλήψεων για τη φύση και τη θέση του ανθρώπου απέναντι σε αυτήν. Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σήμερα προς τη φύση καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τις αντιλήψεις για τον άνθρωπο και τη φύση που επικρατούσαν τους προηγούμενους αιώνες. Η κριτική αυτών των απόψεων μπορεί να βοηθήσει στην ευκολότερη αναθεώρησή τους. Το Κεφάλαιο ΙΙΙ της εργασίας μας είναι αφιερωμένο στη συνοπτική παρουσίαση της ιστορίας Φιλοσοφίας της φύσης από την Αρχαία Ελληνική Αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα. Το αίτημα για μια Φιλοσοφία της φύσης που να αναθεωρεί ριζικά τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική του, απαιτεί επίσης και μια ανασκευή της κυρίαρχης αντίληψης για τη Φιλοσοφία της φύσης ως θεωρητικής φιλοσοφίας του μη-ανθρώπινου κόσμου και την επανένταξη της πρακτικής σχέσης του ανθρώπου προς τη φύση και την αντίληψη της έννοιας της φύσης με ένα νέο φυσιοκεντρικό τρόπο, στον οποίο να είναι δυνατή η αντιμετώπιση και του ανθρώπου ως φύσης. "Οικοτοπία", Τεύχος 18 (4/2000) |
| Αθ. Βαλαβανίδης, Περιβάλλον και Κακοήθεις Νεοπλασίες, Εξωγενείς-Περιβαλλοντικοί Παράγοντες Καρκινογένεσης στον Άνθρωπο και Εκτίμηση Κινδύνου, έκδ. ΒΗΤΑ, σελίδες 218
Ο Αθ. Βαλαβανίδης είναι Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την τελευταία εικοσαετία διδάσκει θέματα οργανικής χημείας και φασματοσκοπίας, καθώς και περιβαλλοντικής ρύπανσης από τοξικές και καρκινογόνες χημικές ουσίες στο εργασιακό και το φυσικό περιβάλλον και τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Το ερευνητικό του έργο εντοπίζεται στη μελέτη των ελευθέρων ριζών, τις επιβλαβείς συνέπειές τους και τη συμμετοχή τους σε μηχανισμούς καρκινογένεσης σε βιοχημικά συστήματα. Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας στον τομέα των ελευθέρων ριζών και συστηματικής συγκέντρωσης των σημαντικότερων επιστημονικών ερευνών και διεθνών στατιστικών στα θέματα της περιβαλλοντικής καρκινογένεσης στον άνθρωπο. Γι' αυτό και φιλοδοξεί να αναδείξει το σημαντικό έργο στους τομείς της καρκινογένεσης γνωστών επιστημόνων, καθώς και τη σημαντική συμβολή των ελληνικών επιστημονικών ομάδων. Οι εξωγενείς-περιβαλλοντικοί παράγοντες, που είναι οι βασικές αιτίες πρόκλησης κακοήθων νεοπλασιών στον άνθρωπο, έχουν διερευνηθεί και τεκμηριωθεί από πολυάριθμες επιδημιολογικές, τοξικολογικές και βιολογικές έρευνες. Σήμερα είναι γνωστό με σημαντική προσέγγιση το ποσοστό με το οποίο συμβάλλουν στην πρόκληση κακοήθων όγκων στα διάφορα όργανα του ανθρώπινου σώματος και την εκτίμηση κινδύνου, σε σχέση με την έκθεση, μετά από τη συγκέντρωση πολυάριθμων επιδημιολογικών ερευνών τις τελευταίες δεκαετίες. Παρόλα αυτά παραμένουν ακόμη αρκετά "σκοτεινά σημεία" για τους μηχανισμούς καρκινογένεσης, τη δοσολογική σχέση για καρκινογόνες χημικές ουσίες και κακοήθων νεοπλασιών, τον ρόλο των ογκογονιδίων και την ακριβή αιτιολογική σχέση για σπάνιους τύπους καρκίνου. Το βιβλίο περιλαμβάνει 11 κεφάλαια: 1. Περιβαλλοντικοί-εξωγενείς παράγοντες και κακοήθεις νεοπλασίες στον άνθρωπο. 2. Διαχρονικές τάσεις θνησιμότητας και νοσηρότητας από κακοήθεις νεοπλασίες. 3. Εκτίμηση κινδύνου από εκθέσεις σε καρκινογόνους παράγοντες στο εργασιακό και φυσικό περιβάλλον. 4. Καρκινογόνες χημικές ουσίες. 5. Καρκινογόνοι παράγοντες στο εργασιακό περιβάλλον και επαγγελματικός καρκίνος. 6. Ατμοσφαιρική ρύπανση και καρκίνος του πνεύμονα. 7. Ρύπανση πόσιμου νερού και καρκινογόνες ουσίες. 8. Διατροφή και κακοήθεις νεοπλασίες. 9. Περιβαλλοντική ρύπανση από φυτοφάρμακα και κακοήθεις νεοπλασίες. 10. Υπεριώδης ακτινοβολία και καρκίνος του δέρματος. 11. Ιονίζουσες και μη ιονίζουσες ακτινοβολίες και κακοήθεις νεοπλασίες. Το βιβλίο περιλαμβάνει ορισμένα παραρτήματα (στατιστικές για κακοήθεις νεοπλασίες και κάπνισμα, εκτίμηση κινδύνου για τις διοξίνες και πολυχλωριωμένες οργανικές ενώσεις, τράπεζες δεδομένων για καρκινογόνες ουσίες και πηγές στο διαδίκτυο, κλπ.) και πλούσια πρόσφατη βιβλιογραφία σε όλα τα κεφάλαια. "Οικοτοπία", Τεύχος 18 (4/2000) |
| Ανδρέα Τρούμπη, Λογία Οικολογία, Η Επιστήμη της Φύσης μεταξύ Κοινωνίας και Πολιτικής, έκδ. Τυπωθήτω, Γιώργος Δάρδανος, σελίδες 245, Αθήνα
- χρονιά έκδοσης 1999 "Ο ισχυρισμός ότι γνωρίζουμε τον αριθμό των ειδών είναι σαν να λέμε ότι διαθέτουμε πλήρεις χάρτες για τα άστρα" δήλωνε, σχετικά πρόσφατα ένας κατεξοχήν ειδικός, ο καθηγητής της Οικολογίας του Imperial College και πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας για την Προστασία των Πουλιών, John Lawton υπενθυμίζοντας ότι ο δρόμος της έρευνας είναι μακρύς καθώς "πρέπει να βρούμε πόσοι οργανισμοί υπάρχουν, ποιοι είναι και πού βρίσκονται" (εφ. Guardian Weekly 13.9.98). Αυτό είναι, με απλά λόγια, το πολύμοχθο επιστημονικό καθήκον της θεωρητικής οικολογίας σήμερα. Στην εκλαϊκευση αυτού του έργου και, κυρίως, στην άρθρωσή του με καίρια θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής, αφιερώνεται το πρόσφατο βιβλίο του Ανδρέα Τρούμπη, επί δεκαετία καθηγητή της Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και στενού συνεργάτη του J. Lauton στην θεωρητική και εφαρμοσμένη έρευνα της βιοποικιλότητας. Ο κύριος τίτλος του βιβλίου: "Λογία Οικολογία" δεν εξηγείται πουθενά αλλά συνεκτιμώντας το συχνά (αυτό)ειρωνικό ύφος του συγγραφέα του, υποθέτω ότι επιχειρεί να υπονομεύσει την ακαδημαϊκή νηφαλιότητα του υπότιτλου "Η Επιστήμη της Φύσης μεταξύ Κοινωνίας και Πολιτικής". Γιατί η "Λογία Οικολογία", κατά τον Τρούμπη, δεν θέλει απλώς να μεσολαβεί μεταξύ Κοινωνίας και Πολιτικής αλλά να υπηρετεί ένα (επιστημονικό) λόγο που αντιτίθεται κριτικά ή ακόμα και ανατρεπτικά, στην παιδεία μιας, όπως γράφει, "μετα-πολιτευτικής Ελλάδας", χαρακτηριζόμενης από την "προϊούσα απονεύρωση του Λόγου". Νομίζω ότι συνολικά, ο εκ πρώτης όψεως προκλητικός τίτλος του βιβλίου δικαιώνεται από το περιεχόμενό του. Ο αναγνώστης της "Λογίας Οικολογίας", θα πρέπει να προετοιμασθεί για ένα διαυγούς γραφής αλλά "δύσκολο" βιβλίο ή, τουλάχιστον, μισό "δύσκολο" βιβλίο. Αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος συνδέεται με την αναπόφευκτη δυσκολία του θέματος. Η θεωρητική οικολογία, αναπτυγμένη επιστήμη πλέον, δεν κινείται στην περιοχή του αυτονόητου. Ως εκ τούτου, οι πρώτες 150 σελίδες είναι οι πιο απαιτητικές του βιβλίου αλλά, κατά τη γνώμη μου, και οι καλύτερες. Τουλάχιστον για όσους ενδιαφέρονται να ενημερωθούν περί του ερευνητικού προγράμματος της σύγχρονης θεωρητικής οικολογίας και του πώς αρθρώνονται τα ευρήματά του με καίρια προβλήματα της πολιτικής προστασίας του περιβάλλοντος. Η συνοπτική "βιογραφία" της οικολογικής επιστήμης, η σχέση "Βιοποικιλότητας και Συστηματικής Οικολογίας", το ερώτημα "η Οικολογία σε κρίση", η αναζήτηση των ελάχιστων προαπαιτούμενων "για τον σχεδιασμό και διατήρηση της φύσης" συνιστούν κεφάλαια, όχι μόνο θεωρητικού ενδιαφέροντος αλλά και αφορμές ανανέωσης της σκέψης περί των πεπραγμένων της περιβαλλοντικής πολιτικής, ειδικότερα σε θέματα προστασίας της βιοποικιλότητας. Οι υπόλοιπες περίπου 80 σελίδες, είναι κάτι σαν άσκηση εφαρμογής των απόψεων του συγγραφέα σε γνωστά προβλήματα της νεοελληνικής και διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής. Περιέχουν σκέψεις χρήσιμες, ενίοτε ιλαρές και, σχεδόν πάντοτε, ενδιαφέρουσες. Ιδιαίτερα όταν μεταξύ των θιγόμενων θεμάτων σχολιάζονται "καυτές" επικαιρότητες, όπως: το καθεστώς των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, οι κανονιστικές ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί των Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών, και η θεσμική παρέμβαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος. Όμως, θα επιμείνω ότι η μεγάλη συμβολή και αξία του βιβλίου βρίσκεται στη σύνδεση του επιστημονικού γίγνεσθαι της θεωρητικής οικολογίας με τις επικρατούσες αξίες, συμπεριφορές, δράσεις των συλλογικών ή ατομικών φορέων της περιβαλλοντικής πολιτικής. Και είναι το πρώτο έργο στην ελληνική βιβλιογραφία, από όσο γνωρίζω (οι αξιολογότατες εργασίες των Γ. Στάμου και Κ. Κορφιάτη απευθύνονται σε ειδικούς), το οποίο διεκπεραιώνει αυτό το εγχείρημα με επιστημονική ακρίβεια και υψηλή εκλαϊκευτική ποιότητα. Ο δεύτερος λόγος δυσκολίας του βιβλίου οφείλεται, με "ψυχαναλυτική" ορολογία, στις αντιστάσεις που ορισμένοι, περισσότερο ή λιγότερο, επώνυμοι της "θεωρητικής" ή μάχιμης οικολογίας ορθώνουν έναντι της επιστημονικής οικολογίας, την οποία από την άλλη, χρησιμοποιούν εργαλειακά. Όποτε δηλαδή τους συμφέρει. Η "Λογία Οικολογία", αφενός, δεν είναι ένα βιβλίο γι' αυτούς (ή είναι, κατ' εξοχήν γι' αυτούς;), επειδή αποδομεί κυρίαρχους μύθους με τους οποίους όπλισαν χρόνια τώρα, την φιλο-περιβαλλοντικής τους ρητορεία. Αφετέρου, εξηγεί με ενάργεια τη βαθύτερη αιτία αυτών των αντιστάσεων. Να δώσω ένα παράδειγμα. Αποτελεί συχνότατη, σχεδόν αυτονόητη αναφορά των οικολογούντων ότι ένα φυσικό οικοσύστημα που περιέχει αυξημένη βιοποικιλότητα είναι ευσταθέστερο από ένα σύστημα με απλουστευμένη δομή. "Βολικό σφάλμα", αποκαλεί αυτή την υπόθεση ο Τρούμπης. Η θεωρητική οικολογία έχει, όχι χθες αλλά προ δεκαπενταετίας, αποδείξει ότι "απλής δομής συστήματα είναι ιδιαιτέρως ευσταθή", γιατί κρίσιμη σημασία για τις διεργασίες του οικοσυστήματος, δεν έχει ο αριθμός των διαφορετικών ειδών αλλά "οι λειτουργίες που επιτελούν". Γιατί, λοιπόν, αυτή η εμμονή στο σφάλμα; Η ερμηνεία του συγγραφέα θίγει τον πυρήνα των σχέσεων μεταξύ οικολογικής ιδεολογίας και επιστήμης -το παλιό αλλά πάντα επίκαιρο πρόβλημα του οικολογικού κινήματος. Το σφάλμα, θα πει, οφείλεται "στις ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις του περιβάλλοντος". Η επιστημονική ορθή, αντίθετη υπόθεση, είναι ιδεολογικά δυσάρεστη. Και τούτο επειδή οι ανθρωποοικολογικές προσεγγίσεις -κυρίαρχες ακόμη στο οικολογικό κίνημα- υποφέρουν από μια θεμελιώδη επιστημολογική αντίφαση, η οποία συνίσταται στο ότι επικαλούνται "αρχές λειτουργίας μίας Φύσης, η οποία αντιβαίνει στην ουμανιστική θεώρηση του κόσμου που αναλύουν". Δηλαδή, με άλλα λόγια, ακόμα και ορισμένοι επιστήμονες ή/και το οικολογικό κίνημα δεν μπορούν να απαλλαγούν από μια θεώρηση του κόσμου, κατά βάση, ανθρωποκεντρική. Βασική πρόταση του συγγραφέα, στην οποία αφιερώνει, όπως ήδη ανέφερα, τις καλύτερες σελίδες του έργου του, για την άρση αυτού του αδιεξόδου, είναι, σε τελευταία ανάλυση, η αποσαφήνιση των όρων και των εννοιών "οικολογία" και "περιβάλλον", ώστε να υπάρχει χώρος ανάδειξης "φυσιοκεντρικών αντιλήψεων, επιλογών και στάσεων ζωής" και να αποφευχθεί "η ταύτιση του οικολογικού με το περιβαλλοντικό πρόβλημα(η οποία) οδηγεί σε αδυναμία κατανόησης των σημείων ασυμβατότητας μεταξύ επιστήμης και περιβαλλοντικής πολιτικής". Ομολογώ ότι απέναντι στις "φυσιοκεντρικές αντιλήψεις, επιλογές και στάσεις ζωής" διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις. Παρ' όλα αυτά, ο Τρούμπης, υπέρμαχος της ιδίας και όχι της εργαλειακής αξίας της φύσης διαλύτει, στο βιβλίο του, μια από τις κύριες συγχύσεις του οικολογικού κινήματος, αντιτιθέμενος στον περισσότερο ή λιγότερο αφελή "ανθρωποκεντρισμό" και "ουμανισμό" του. Σε ένα τόσο χρήσιμο έργο, για τα δεδομένα της φτωχής σε παρόμοια θέματα ελληνικής βιβλιογραφίας, κάποιες επιμέρους αντιρρήσεις μπορούν να παρακαμφθούν. Θα σταθώ, όμως, σε μια γενικότερη παρατήρηση, η οποία ελπίζω ότι συνομιλεί, έστω και διαφωνώντας, με το βιβλίο και τον συγγραφέα του. Έχω, λοιπόν, την εντύπωση ότι, κάποιες στιγμές, η "Λογία Οικολογία" αποδεχόμενη, καταρχήν, την κοινωνική ουδετερότητα του επιστημονικού λόγου, εμπιστεύεται υπερβολικά την πολιτική αντικειμενικότητα των (καλών εννοείται) επιστημόνων. "Ο περιβαλλοντικός επιστήμονας", όπως ισχυρίζεται ο Τρούμπης, προσθέτοντας ακόμη μία, στις μάλλον πολλές, κατά τη γνώμη μου, "φυσιοκεντρικές" κοινωνιολογικές παρατηρήσεις του, "είναι μια μεταλλαξιογόνος δύναμη και όχι ένας παράγοντας επιλογής". Αυτό τακτοποιεί, κατά Τρούμπη, τον περιβαλλοντικό επιστήμονα με τον δημιουργό προϋποθέσεων "για την εξέλιξη νεότερων συμπεριφορών, στάσεων ή τάσεων της κοινωνίας". Ενώ, πάλι κατά τον ίδιο, η κοινωνία "διατηρεί για τον ²εαυτό της² τον απόλυτο, τον έσχατο ρόλο της επιλογής". Νομίζω ότι αυτή η αντι-τεχνοκρατική, φαινομενικά "δημοκρατικότατη" άποψη πάσχει, επί της ουσίας, στο κοινωνιολογικό της μέρος. Από τον Τόμας Κουν μέχρι τον Μπρούνο Λατούρ ή, αντίστροφα, από τον Ούλριχ Μπεκ και τον Άντονι Γκίντενς μέχρι τον Τεντ Μπέντον, οι σχέσεις φύσης, κοινωνίας, επιστήμης/τεχνολογίας είναι το μείζον θέμα διαλόγου των κοινωνικών επιστημόνων του καιρού μας, από τον οποίο έχει προκύψει ένας πλούσιος προβληματισμός. Θεωρείται μάλλον δεδομένο ότι ο (περιβαλλοντικός) επιστήμονας, στην πραγματική και όχι στην ιδεοτυπική του εκδοχή, δεν παράγει μόνο "προϋποθέσεις για την εξέλιξη νεώτερων συμπεριφορών?" αλλά συγχρόνως και κοινωνικές "συμπεριφορές", "στάσεις", "τάσεις". Με λίγα λόγια μετέχει της ευθύνης για την κοινωνική "επιλογή", ήδη, για παράδειγμα, από τη στιγμή του προγραμματικού σχεδιασμού των προαναφερθεισών "προϋποθέσεων" ή με πιο τεχνική γλώσσα, λόγω της συμμετοχής του στον κρατικό θεσμό-Επιστήμη και ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο τον επιστήμονα, ως δραστήριου πρωταγωνιστή της "κοινωνίας διακινδύνευσης". Έτσι, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί και δεν πρέπει, όπως εύχεται ο Τρούμπης, να "αποφεύγεται η απόδοση ή η ανάληψη της ευθύνης για την επιλογή σε μια κοινωνική ομάδα, αυτή που κατέχει την ορθή γνώση σε μια δεδομένη χρονική περίοδο". Το πράγματι καίριο ερώτημα της σύγχρονης δημοκρατίας και της κρίσης του περιβάλλοντος, είναι πώς, θεσμικά και πολιτικά, η επιλογή της κοινωνίας θα είναι καθοριστικά παρούσα, ήδη πριν την κατανάλωση του επιστημονικού προϊόντος, στον σχεδιασμό και την παραγωγή του. Γνωρίζω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι εύκολη και ότι θα την ψάχνουμε για πολλά ακόμη χρόνια. Όπως, επίσης, ότι, ώριμα έργα σαν τη "Λογία Οικολογία", που μας ωθούν να (ξανα)σκεφτούμε μέσα από "δύσκολους" αλλά γόνιμους δρόμους καίρια προβλήματα του καιρού μας, οφείλουν να παρακολουθούν πιο συστηματικά τα τεκταινόμενα εκείθεν της γνωστικής τους περιοχής και υπεροχής. Η επιτυχία της "Λογίας Οικολογίας" δημιουργεί αυτές τις, ενδεχομένως, υπερβολικές απαιτήσεις για την αναμενόμενη συνέχειά της. Λεωνίδας Λουλούδης "Οικοτοπία", Τεύχος 17 (1/2000) |
| Γιώργος Σφήκας, Εδώ Πλανήτης Γη!, έκδ. Άγκυρα, Αθήνα
- χρονιά έκδοσης 1999 Κάτω από ένα μάλλον παραπλανητικό εξώφυλλο ο Γιώργος Σφήκας επιχειρεί να συνθέσει δύο ιστορίες. Η μία είναι από την οπτική μιας αγέλης λύκων, η άλλη από την οπτική κάποιων ανθρώπων του μέλλοντος. Το εγχείρημα του Σφήκα απευθύνεται σε παιδιά που δεν προσδιορίζονται ηλικιακά, αλλά πάντως κινούνται στο φάσμα μεταξύ πλήρους παιδικότητας και ωριμότητας. Ο συγγραφέας αποκαθιστά την παραπλανητική εικόνα του λύκου στην παραδοσιακή παραμυθο-λογία με ένα εμβόλιμο κείμενο: "Απ' όλα τα ζώα που υπάρχουν στη χώρα μας ο λύκος είναι ο πιο συκοφαντημένος μαζί με την ξαδέρφη του, την αλεπού. Εκείνη είναι το σύμβολο της πονηριάς κι αυτός η προσωποποίηση της κακίας και της αιμοβορίας. Όλα αυτά, όμως, συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα ο λύκος είναι ένα ζώο γεμάτο προσόντα που σίγουρα θα τα ζήλευαν πολλοί άνθρωποι. Η συνεργασία ανάμεσα στα μέλη της αγέλης, η από κοινού αντιμετώπιση των κινδύνων και η δίκαιη μοιρασιά της τροφής, είναι μόνο μερικά από τα χαρίσματα των λύκων. Η κοινή αγάπη όλων των μελών της ομάδας προς τα μικρά και η άμεση υιοθεσία τους - αν τύχει να πεθάνει η μάνα τους - από μια άλλη λύκαινα, είναι πράξεις που δείχνουν επίσης ανωτερότητα. Ο λύκος τρέφεται με όλα τα μικρά και μεγάλα ζώα που μπορεί να βρει μέσα στη φύση, φυτοφάγα και σαρκοφάγα, όπως λαγούς, αλεπούδες, ζαρκάδια, ελάφια, αγριόγιδα, πέρδικες, ποντίκια κι ό,τι άλλο μπορεί να πιάσει, χωρίς να περιφρονεί τα πτώματα αλλά και τα φρούτα του δάσους. Μόνο με την αρκούδα και το αγριογούρουνο δεν μπορεί να τα βάλει. Αντίθετα, τον λύκο δεν τον κυνηγάει κανένα άλλο ζώο, εκτός από τον άνθρωπο. Και καθώς δεν έχει ουσιαστικά εχθρούς, έπρεπε κανονικά να πολλαπλασιάζεται γρήγορα και να σχηματίζει μεγάλα κοπάδια. Όμως, η φύση έχει προνοήσει ώστε οι λύκοι να πολλαπλασιάζονται αργά και σταθερά και να είναι πάντα τόσοι, όσους χωράει ο κάθε τόπος, για να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα διατροφής. Σε κάθε αγέλη υπάρχει το κυρίαρχο αρσενικό και το κυρίαρχο θηλυκό, όπως επίσης συνήθως και ένας αρσενικός υπαρχηγός. Σ' αυτούς όλοι οι άλλοι λύκοι της ομάδας οφείλουν σεβασμό και εκδηλώνουν υποταγή. Και μόνο τα κυρίαρχα ζώα, που είναι τα πιο ρωμαλέα και υγιή, μετέχουν στην αναπαραγωγή της αγέλης. Αυτό το καθόλου δημοκρατικό σύστημα, έχει ως αποτέλεσμα να γεννιούνται λίγα μικρά κάθε χρόνο, τόσα όσα χρειάζονται για να αναπληρώσουν τις απώλειες της αγέλης, από ατυχήματα και φυσικούς θανάτους. Έτσι δεν παρατηρείται υπερπληθυσμός". Εξάλλου ο ίδιος προλογίζει το δεύτερο φουτουριστικό αφήγημά του, δηλώνοντας κάτι που μάλλον θα έπρεπε να αναδεικνύεται και να αποκαλύπτεται μέσα από τις γραμμές του κειμένου του: "Μ' αυτό το βιβλίο προσπαθώ να αφυπνίσω τουλάχιστον την ψυχή των παιδιών, αφού εμείς οι μεγάλοι φαίνεται πως έχουμε πορωθεί εντελώς από τις σειρήνες της καταναλωτικής κοινωνίας κι αδυνατούμε να αντιληφθούμε τι συμβαίνει γύρω μας". "Οικοτοπία", Τεύχος 16 (10/1999) |
| Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης, 2 τόμοι: Α΄ 1875-1920, Β΄ 1921-1944, έκδ. Νησίδες, σελ. 272+264, Θεσσαλονίκης
- χρονιά έκδοσης 1995 Από δημοσιεύματα εφημερίδων αλλά και από προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα παρακολουθούμε και με τις πολλές φωτογραφίες της εποχής αποκτούμε μια εικόνα, των μεγάλων και μικρών γεγονότων από το 1875 έως το 1944. Η σφαγή των προξένων, η επανάσταση του Λιτοχώρου, ο Μακεδονικός Αγώνας, η επανάσταση των Νεοτούρκων, η απελευθέρωση της πόλης, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου, η εγκατάσταση της Ανατολικής Στρατιάς, η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η απομάκρυνση του Βενιζέλου, η Μικρασιατική καταστροφή και η εγκατάσταση των προσφύγων, στρατιωτικά κινήματα, εργατικοί και φοιτητικοί αγώνες, η Τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία, πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, η εξόντωση των Εβραίων, αποτελούν τις κυριότερες στιγμές της πόλης που περιγράφονται στο βιβλίο. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζεται και η καθημερινή ζωή των κατοίκων και καταγράφονται οι αλλαγές στις συνθήκες της καθώς η Θεσσαλονίκη αλλάζει όψη. Ένα γλαφυρό βιβλίο από τον "μερακλή" και πολυγραφότατο μελετητή της καθημερινής ζωής των Θεσσαλονικέων Κώστα Τομανά που εκδόθηκε μετά το θάνατό του. |
| Διάφοροι, "Πέρα από τα όρια" της Οικολογικής Κίνησης Καλαμάτας
Η Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας κυκλοφορεί σε λίγες μέρες ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της παγκόσμιας βιβλιογραφίας με τίτλο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ" (Beyond the Limits). Εκδίδεται σε συνεργασία με το WWF και είναι η συνέχεια του βιβλίου "Τα Όρια της Μεγέθυνσης", το οποίο εκδόθηκε πριν είκοσι χρόνια από τη Λέσχη της Ρώμης και αποδείκνυε πως αν οι τάσεις της μεγέθυνσης συνεχίσουν με τους ίδιους ρυθμούς, η ανθρωπότητα θα φτάσει στα όρια της φυσικής μεγέθυνσης πάνω στον πλανήτη μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια. "Οικοτοπία", Τεύχος 15 (7-8/1999) |