Ex libris

< αρχική σελίδα

Ο ΒΛΑΣΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ

Μίμης Καψάσκης
(το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Εκδρομικά" 4, 14/1930)

Κάποτε ο Γαβριηλίδης ταξείδευε με τον σιδηρόδρομο στην Ευρώπη έτυχε δε να συνταξειδεύη μ' έναν Έλληνα άγνωστό του. Είνε δε γνωστό τί θα πη άγνωστος Έλλην συνταξειδιώτης εις το εξωτερικόν.
Κάθε άλλο αίσθημα το καταπνίγει η περιέργεια. Θέλει να μάθη πού πηγαίνεις, ποιός είσαι, ποιά είνε η περιουσία σου, πόσα ξοδεύεις κτλ.
Ο Γαβριηλίδης βρήκε θαυμάσιο τρόπο για να απαλλαγή από την ανάκριση.
- Καί από πού έρχεσθε; τον ηρώτησεν ο άλλος απλήστως;
- Από την Νεάπολιν της Ιταλίας, απαντά ατάραχος ο Γαβριηλίδης.
- Είσθε εκεί έμπορος;
- Όχι, ήμουν εις το φρενοκομείον και εθεραπεύθην ευτυχώς.
Ο συνταξειδιώτης εις τον πρώτον σταθμόν άλλαξε βαγόνι. Και μετ' ολίγον όλη η αμαξοστοιχία εμάνθανε ότι επικίνδυνος παράφρων ταξειδεύει εις ένα βαγόνι. Παρ' ολίγον να σημάνουν και τον κώδωνα του κινδύνου! Ήτο δυνατόν ο Γαβριηλίδης να ανεχθή την ενόχλησιν του αδιακρίτου Έλληνος συνταξειδιώτου όταν ήθελε να ρουφήξη την καλλονήν της Απουλίας την οποίαν διέσχιζε ο σιδηρόδρομος!

* * *

Σπόρτμαν όπως ήταν, τέλειος πεζοπόρος, μοναδικής αντοχής άνθρωπος δυνάμενος να μεταβή πεζός, στην άκρη του κόσμου και να γράψη όλη την "Ακρόπολι" μόνος του, όπως πολλές φορές το έκανε, δεν ανεγνώριζε σωματικάς αδυναμίας, έχανε επομένως κάθε εκτίμησιν διά τους νωθρούς και τους ραχατλήδες. Ελάτρευε το σφρίγος και την υγείαν... Και όταν κάποιο μεσημέρι του Ιουλίου όπου ο ήλιος έψηνε, ο Χάρης Σταματίου νεαρός τότε συντάκτης της "Ακροπόλεως" του ανήγγειλε ότι στο δάσος της Πεντέλης εξεράγη πυρκαϊά
- Και κάθεσαι; του απάντησε. Έπρεπε να βρίσκεσαι στην Πεντέλη...
Και όταν του εζήτησε τα έξοδα της μεταβάσεώς του έμεινε κατάπληκτος.
- Με τον σιδηρόδρομο θα πάτε;
- Μάλιστα...
- Είνε αίσχος για την καταγωγή σας -είνε Ρουμελώτης ο Σταματίου- και την ηλικίαν σας. Να πάτε με τα πόδια... Εγώ στην ηλικία σας το θεωρούσα μικροπερίπατο!

* * *

Ένα βράδυ που ο αθηναϊκός ουρανός κατέβαζε ποταμούς βροχής, γνωστός δημοσιογράφος, ο κ. Η. Αποστολίδης, προσέκρουσε εις τον δρόμον επί ανθρώπου βαδίζοντος ήσυχα υπό την νεροποντήν. Ο συνάδελφος ως γνήσιος Έλλην, αφήκε μια βλαστήμια "¶ϊ στο Διάβολο". Όταν όμως επρόσεξε ότι ο απολαμβάνων την καταιγίδα ήτο ο Γαβριηλίδης, εστενοχωρήθη πολύ και την επομένην επήγε στο γραφείο του για να του ζητήση συγγνώμην, ο Γαβριηλίδης όμως δεν τον είχε γνωρίσει. Επί τη ευκαιρία όμως της επισκέψεως, του είπε:
- Να βαδίζετε υπό βροχήν. Δεν ξέρετε τί μεγάλη ηδονή που είνε αυτό για τον άνθρωπο. Όταν η μπόρα μαστίζη την πόλιν να πηγαίνετε αργά στο δρόμο ακάλυπτος, δεχόμενος της πυκνές σταλάγρες επάνω σας, να αισθάνεσθε τα υγρά των φιλήματα εις την σπονδυλικήν σας στήλην. Κίνδυνος κρυολογήματος δεν υπάρχει, μη φοβείσθε...

* * *

Δεν εχώνευε τρία πράγματα: Το σπαθί των αξιωματικών, το σχολαστικισμό του Σχολείου και του Κράτους, και τα στενά παπούτσια. Το σχέδιο των ιδικών του παπουτσιών το έδινε ο ίδιος. Ήταν τετράγωνα, άκομψα, με μια ραφή πάνω στη μέση. Και της περισσότερες φορές τα φορούσε χωρίς κάλτσες! Ευτυχία του η ξυπολησιά. Ηδονή του να περπατή ξυπόλητος.
Θέλεις να αισθανθής ελευθερίαν; Θέλεις να αισθανθής εσωτερική χαρά; έλεγε: Ξυπολήσου και περπάτα! Ηδύνεται όλο σου το σώμα, απολαμβάνει... Πολλές φορές έγραφε έχων τα πόδια του θυβισμένα σ' ένα κουβά με νερό ή πατώντας επάνω σε φρεσκοκομένα μαρουλόφυλλα. Και έτσι εδέχετο όποιον τύχαινε να τον επισκεφθή κείνη την ώρα στο γραφείο του.

* * *

Απόλαυσίς του να γυρίζη ξυπόλητος στη χλόη των αγρών, ξεσκούφωτος, ξεστήθωτος, κάτω από τον ήλιο τραγουδώντας τα περίεργα και αυτοσχέδια τραγούδια του, τα χωρίς ρυθμό και λέξεις, τα γεμάτα κραυγές και μυκηθμούς. Μια φορά που έμενε εις την Κηφησιά, τα κορίτσια του είχαν βγη περίπατο προς το Κεφαλάρι με της τότε Δδες Φιλαδελφέως, και νυν κ. κ. Μονφεράτου και Ρελιάδη. Σε λίγο προσετέθη εις την συντροφιάν και ο πατήρ Φιλαδελφεύς, που εκαυχάτο πως είναι δεινός πεζοπόρος ο οποίος αφού επήγε μαζύ σ' ένα μικρό διάστημα απεχωρίσθη από την συντροφιά για να τρέξη λίγο στο ύπαιθρο. Δεν πέρασαν όμως μερικά λεπτά και τον βλέπουν να γυρίζη έντρομος και ταραγμένος.
- Καλέ τί πάθατε; Μήπως σας ριχτήκαν τσοπανόσκυλλοι;
- Όχι, είδα εδώ παραπέρα έναν τρελλό με ανοιχτά τα στήθια, που μούγγριζε, φοβήθηκα και γύρισα.
Τα κορίτσια, που γνώριζαν ότι προς το μέρος εκείνο είχε βγη ο πατέρας τους περίπατο, κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο και δεν είπαν τίποτε. Το βράδυ όταν εκάθησαν να φάνε το είπαν στον πατέρα τους.
- Το ξέρω τους απάντησε. Τον είδα και επειδή φαντάθηκα πως θα με πλησίαζε και θα με εμπόδιζε να απολαύσω την φύσιν και την όμορφη δύση έβαλα της φωνές για να φοβηθή και να μη με πλησιάση.
Ο ήλιος ήταν η λατρεία του. Μια φορά, έμενε σ' ένα εξοχικό ξενοδοχείο, εις το οποίον κατοικούσε και ο κ. Δ. Λοβέρδος. Το πρωϊ που ξύπνησε, άνοιξε το παράθυρο και το δωμάτιο πλημμύρισε από άφθονο, χρυσό, ζωογόνο, χαρωπό φως ηλίου. Τότε ο Γαβριηλίδης επήγε και εστάθηκε μπρος στο παράθυρο και κοιτάζοντας προς το μέρος της ανατολής που ερχόταν η ηλιοπλημμύρα, άρχισε να βγάζει της συνήθεις ανάρθρους του κραυγές μέσα στης οποίες διεκρίνετο η λέξις.
- Χαραλαμπούα, μπούα, μπούα, ούα, α! α! α! α!
- Καλά, τί είνε αυτά που κάνεις; τον ηρώτησε έκπληκτος ο κ. Λοβέρδος.
- Χαιρετώ τον ήλιο!
- Και τί είνε αυτά που του λές;
- Τίποτα! Βγάζω ανάρθρους φωνές!
- Και χάθηκαν οι λέξεις να του πης;
- Στη χαρά και στο θαυμασμό λέξεις δεν υπάρχουν! Τι κάνει το πρωί το άλογο, όταν το αφίνουν ελεύθερο στην εξοχή, μέσα στο παχύ λειβάδι; Χρεμετίζει!... ο χρεμετισμός αυτός είνε ένας ύμνος προς την φύσιν!... το ίδιο κάνω και εγώ, σαν βλέπω τον ήλιο γεμάτον δόξα ν' ανατέλλη.

* * *

Από μια εκδρομή που είχε κάμει μια φορά στη Ζαγορά, έγραφε σε μια επιστολή του:
- "Τώρριξα λιγάκι εδώ στη διασκέδασι! Μα διασκέδασι δεν εννοώ εκείνο που λέτε σεις διασκέδασι. Τα δικά μου τα θέατρα εδώ είνε μεγαλείτερα και αληθινώτερα. Πότε καμμιά εικοσαριά μυρμήγκια που σέρνουν ένα ποδάρι ακρίδας στη φωληά τους, πότε μυρμηκοπόλεμος που χρειάζεται Όμηρος να τον παραστήση.

* * *

Το καπέλλο το κρατούσε πάντα στο χέρι για να μπορή γυμνό το κεφάλι του να δέχεται τα φλογερά φιλήματα του ήλιου, τα δροσερά χάδια του μπάτη, τα τσουχτερά μαστιγώματα του παγωμένου βοριά και τους ζωογόνους καταιωνισμούς της ραγδαίας βροχής. Γιατί κανένα από τα στοιχεία της φύσεως στης πιο μανιώδεις εκδηλώσεις του, δεν τον εμπόδιζε από τους μακρυνούς περιπάτους του και της συχνές εκδρομές του. Και δεν επρόδωσε ούτε τη φύση, ούτε τον καθαρό αέρα ίσαμε την ώρα που έπεσε νεκρός από τα άγρια χτυπήματα του θανάτου.
Επέθανε μέσα στο γραφείο του, όπου είχε διατάξει να μεταφέρουν το κρεββάτι του, με της πόρτες και τα παράθυρα ορθάνοιχτα αντικρύζοντας τα δένδρα του απέναντι κήπου του Κλαυθμώνος.
ΣΗΜ. - Στο ανωτέρω σημείωμα επήρα ως κυριωτέρα πηγή το υπό του κ. Θ. Συναδινού εκδοθέν βιβλίον "Βλάσης Γαβριηλίδης".

< αρχική σελίδα

Αναζήτηση κειμένου σε παλαιότερα άρθρα: