|
< αρχική
σελίδα
Ο ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ ΕΙΣ ΠΕΝΤΕΛΗΝ
ΤΟΥ κ. ΓΕΩΡΓ. ΓΑΓΑΡΗ
(το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό " ΦΟΠ, Μάϊος 1940, σελ.
38-40)
Τας εκδρομάς είχον αρχίσει, κατά Οκτώβριον - Νοέμβριον του 1889,
με ολίγους φίλους και τινας εμποροϋπαλλήλους τους οποίους εγνώρισα
εις το τότε Εστιατόριον "Κοινή Γνώμη", (εκ των
Καλαβρύτων) Γ. Τζέμου και Γ. Σταθοπούλου κείμενοι επί της οδού Λέκκα
εις το νυν κτίριον της Στοάς Σιμοπούλου. Μεταξύ αυτών κατελέγοντο
ο γραμματεύς της Διευθύνσεων των Τ.Τ.Τ. κ. Νικολ. Κουντούρης, ο
δικηγόρος Δημ. Βεκούσης, ο επιμελητής του Αστεροσκοπείου Λαζαρής,
ο προ διμήνου αποβιώσας μεγαλέμπορος, Δημ. Θεολογίτης. Βραδύτερον
προσετέθη ο αλησμόνητος Ανδρέας Καρκαβίτσας, οσάκις ευρίσκετο εις
Αθήνας. Ο δε, Ιωαν. Βλαχογιάννης κυρίως ελάμβανε μέρος εις τα μετά
του Κρυστάλλη γκιουβέτσια. Κατ' αρχάς περιωρίζοντο εις τα πέριξ
των Αθηνών το απόγευμα της Κυριακής, διότι τότε τα γραφεία και τα
εμπορικά καταστήματα ειργάζοντο και την πρωϊαν της Κυριακής. Εννοείται
ότι την εποχήν εκείνην αι θεωρείαι περί πρασίνου, οξυγόνου κλπ.
εθεωρούντο "κουραφέξαλα". Όσοι συνέπιπτε να βγουν εις
την εξοχήν έπρεπε να γυρίζουν κομίζοντες ολοκλήρους δέσμας από πεύκα
τα οποία κατέκοπτον ανηλεώς. Μάλιστα εθεωρείτο έπαινος να επιστρέψουν
πευκοστεφείς. Μέσα συγκοινωνίας υπήρχον ο σιδηρόδρομος Κηφισσίας
και Λαυρίου το αμάξι και το ποδήλατον. Όσοι ήθελον να μεταβούν εις
Χαλάνδρι θα εχρησιμοποίουν έν εκ των τριών τούτων μέσων συγκοινωνίας.
Σπάνιοι οι πεζοπόροι. Οι περισσότεροι Αθηναίοι ηγνόουν πού κείται
το Χαλάνδρι.
Η πρώτη λοιπόν εκδρομή μας, η ομαδική, εγένετο εις το Χαλάνδρι όταν
είχον ανοίξει τα βαρέλια της νέας εσοδείας ρετσίνας, ως θα γράψω
άλλοτε. Διά πρώτην φοράν και ημείς όλοι εγνωρίζομεν το Χαλάνδρι,
καθότι οι Αθηναίοι - πλην ελαχίσων συχναζόντων εις Κηφισσίαν και
τινών παραθεριζόντων εις το υπό του αειμνήστου Μιχ. Μελά ιδρυθέν
Ξενοδοχείον - δεν συνήθιζον να εξέρχωνται των Αθηνών. Ο περίπατός
των εξετείνετο μέχρι του Ζαππείου, την νην Πλατείαν Αγάμων όπου
ήσαν περιβόλια, την Κολοκυνθούν, τα Σεπόλια (εκ του Αναργύρου) τους
Σέγκιους ως ελέγετο το εκκλησίδιον έναντι της εισόδου της Ακροπόλεως
μεταξύ Φιλοπάππου και Αστεροσκοπείου. Όταν μάλιστα το Κέντρον ήτο
η παλαιά Αγορά (παραπλεύρως του Δημοπρατηρίου), εάν ηκούετο πάμε
περίπατο (εκδρομή), η εκδρομή έφθανεν έως το καφενείον γερόντων
με τας πανυψήλους πιπερίας, εκεί όπου ακριβώς σήμερον είνε το γαλακτοζαχαροπλαστείον
Μπερνίτσα εις τα Χαυτεία. Το Παλαιόν Φάληρον ήτο δυσπρόσιτον. Απόδειξις
τούτου ότι ο μακαρίτης Δαμασκηνός, διάσημος μαθηματικός και καθηγητής
του Πανεπιστημίου θελήσας να συνηθίση, τους Αθηναίους να λούωντι,
έφερε το πρώτον κατάστημα θαλασσίων λουτρών εκ του Δουργούτη, παραπλεύρως
της Λεωφόρου Συγγρού και ακριβώς έναντι της γεφύρας και του φόρου.
Και επειδή σπάνιοι ήσαν οι Θαμώνες το μετεκόμισε πλησιέστερον προς
την πόλιν, παραπλεύρως των στηλών του Ολυμπίου Διός. Και εδώ, εν
τούτοις αραιοί υπήρξαν οι επισκέπται. Τούτου ένεκα έκλεισε και το
ίδρυμα τούτο συνεπιφέρον και την τελείαν οικονομικήν καταστροφήν
του ιδρυτού του, θανόντος κατόπιν εις το Γηροκομείον.
Επομένως θα ήτο κάτι περίεργον πράγμα να ήκουέ τις τότε, ότι μεταβαίνετε
πεζή εις την Πεντέλην ή το Τατόϊ, εάν ξεμυτούσε κανείς προς εκεί
θα ήτο με ποδήλατον, όπως ο δικηγόρος κ. Μάρκος Μίνδλερ ή αμάξι
το οποίον εμισθώνετο προς δρ. 25 δι' ολόκληρον την ημέραν, ή κυνηγοί,
ως ο νυν θαλερός (81 έτους) κ. Φίλιππος Γεωργαντάς, Διευθυντής του
Διδασκαλείου και του Υπουργείου Παιδείας. Όταν ξεκινούσαμεν από
τας Αθήνας πεζή διά Πεντέλην, λίαν πρωϊ διενύομεν την οδόν Κηφισσίας,
μέχρι της στροφής του Ψυχικού, προς το Χαλάνδρι χωρίς να συναντώμεν
ψυχή. Αραιά και σπανίως συναντούσαμε καμμιά σούστα. Κάποτε επιστρέφων
το εσπέρας από πεζοπορικήν εκδρομήν εις Πεντέλην συνήντησα επί της
οδού Κηφισσίας, προ του Βασιλικού Κήπου, γνωστόν μου μηχανικόν της
Εθνικής Τραπέζης, όστις επί τη θέα των σκονισμένων υποδημάτων μου
και τη πληροφορία ότι ηρχόμην πεζή εκ Πεντέλης τόσον παρεξενεύθη,
ώστε προσεπάθει διά διαφόρων ερωτήσεων να πεισθή εάν ήμην καλά
εις τα μυαλά.
Είπομεν ότι η πολυμελής παρέα του εστιατορίου "Κοινή Γνώμη"
περιωρίζετο εις απογευματινάς κατά Κυριακάς εκδρομάς, εις τα πέριξ
των Αθηνών. Ανεξάλειπτος από την μνήμην μου μένει μία εκδρομή εις
το παλαιόν Ηράκλειον, εις το οποίον δεν υπήρχε τότε κανένα μαγαζί
και εφιλοξενήθημεν από Βαβαρέζαν γραίαν ελθούσαν μετά των άλλων
Γερμανών του Όθωνος εκ Βαυαρίας. Την παρέαν αυτήν είχομεν ονομάσει
βραδύτερον Πεζοπορικόν Σύλλογον άνευ ρεκλάμας, διότι εν τω
μεταξύ, είχον ξεφυτρώσει και 2-3 άλλοι ανταγωνισταί. Κυρίως όμως
η ώθησις και προς τας ελαχίστας ακόμη εκδρομάς, ήρχισε μετά τον
θρίαμβον του Λούη εις τους αγώνας του 1896 οπότε έβλεπέ τις εις
τους δρόμους, εις τας πλατείας, πάσης ηλικίας ανθρώπους να τρέχουν
και να αγωνίζωνται. Ο θρίαμβος του Λούη εξύπνησε την Ελληνικήν
ψυχήν, εθέρμανε τον ζήλον και εκάλεσεν όλους να τραπώσι προς τα
αρχαία αγωνίσματα. Ολίγον κατ' ολίγον, τινές εξ ημών - και κυρίως
εγώ μετά του κ. Ν. Κουντούρη - εξετείναμεν τον κύκλον της δράσεως,
από τα περίχωρα της Πεντέλης εις Τατόϊ. Άπαξ επεχείρησα, μόνος κατά
το 1903, μακρυνήν εκδρομήν, αναβάς εις την κορυφήν της Οίτης, ένθα
κατά το σωτήριον έτος ΑΩΝΗ Ιουνίου Γ΄, ανέβη ο Βασιλεύς Όθων,
ως μαρτυρεί η εκεί στηθείσα στήλη, δαπάναις της Μονής Αγάθωνος "εις
μνήμην της ενταύθα αναβάσεως του Βασιλέως της Ελλάδος Όθωνος του
Α΄, μετά της Βασιλίσσης Αμαλίας".
Εις μίαν των εις Πεντέλην πολλών εκδρομών μας συνώδευσε και πάλιν
ο Τριώτης ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, κατά το 1892. Μετά γενναίον
φαγοπότι, εξηπλώθημεν εις το μέσον της πλαγιάς του λόφου Κούφος
της βλεπούσης προς την Μονήν, όθεν απεθαυμάζομεν τα χρυσίζοντα φυλλώματα
των λευκών και την πέριξ φύσιν. Τότε ενεπνεύσθη ο ποιητής και έγραψε
τον ύμνον του προς την Πεντέλην, τον οποίον εδημοσίευσα, διά πρώτην
φοράν εις τον τόμον των έργων Κρυστάλλη τον οποίον συνηρμολόγησα
και επρολόγισα μετά βιογραφίας του ποιητού κατά το 1912. Τίς οίδε
πώς, ο ποιητής, είχε περιγράψη την εκδρομήν αυτήν εις τον ατυχή
πατέρα του, όστις ενόμισεν ότι τότε προσεβλήθη ο υιός του από πλευρίτιδα,
όπερ είναι αληθές, έχει δε η επιστολή ως εξής:
Αγαπητέ μου κ. Γ. Γάγαρη,
Έλειπα εις τα λακκοχώρια του Σουλίου, προ μηνός, δι' εργασίαν και
εις τας 15 τρεχ. Ελαβα, εις Κάντζαν κατεβαίνων τον ποταμόν Λούρον
τας από 27 παρελθ. Μαϊου και 3 τρέχ. Προσφιλεστάτας μοι επιστολάς.
Εις τα λακκοχώρια εξεθύμανα αρκετά, κλαίων συχνά, θεωρών τα βουνά,
τα δάση, ταις ποταμιαίς, τα πάντα της φύσεως, ακούων συνάμα τα αηδόνια,
τα κοτσίφια τους κούκους, όλα τάυτα ποθητά του Κώστα μας όστις τα
πάντα εγκατέλειψεν εις Άρταν. Τ' άφησεν εμένα να τα ακούω διά να
ψήνεται η καταπληγωμένη καρδιά μου. Ο μακαρίτης ήτο πράγματι ως
περιγράφει, Χουϊλής, επίμων. Οπότε του έγραφα παρατηρήσεις, διά
να φυλάξη την υγείαν του μου εκάκιωνε. Εκείνο το περισυνό ζέφκι
(διασκέδασι γλέντι) εν τη καταραμένη Πεντέλη που να είχε βουλιάξη,
τον επλήγωσε θανατηφόρως, αμέλησε, δεν εφρόντισε να απαλλαγή από
εκείνη την φοβερή πλευρίτιδα. όλα ταύτα διά να βασανίζωμαι εγώ και
η οικογένειά μου, θα ήτο πεπρωμένον και αυτό το μέγα δυστύχημα,
επάνω εις τα τόσα βάσανα εις ά κυλίομαι από εξαετίας. Γνωρίζω κάλλιστα,
και ζώντος του μακαρίτη και τώρα απεδείχθη, ότι εφρόντισες, ως αδελφός.
ήδη μάλιστα και προστάτης της δυστυχούς οικογενείας μου. Δεν είμαι
άξιος ούτε λόγους ευρίσκω δια να εκφράσω την μεγίστην προς υμάς
ευγνωμοσύνην μου...
Δ. Κ. Κρυστάλλης
Ως εγγράφη πολλάκις, τα όργανα τη εν Ηπείρω Ρουμανικής προπαγάνδας
κατήγγειλαν την έκδοσιν των Σκιών του Άδου εις τας Οθωμανικάς αρχάς
αίτινες, κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1888, οπότε ο ποιητής διήκουε τα
μαθήματα της τελευταίας τάξεως του γυμνασίου της Ζωσιμαίας Σχολής,
επεχείρησαν να τον συλλάβουν. Κατώρθωσεν όμως να δραπετεύση και
διά Καλαβρύτων έφθασεν εις Αθήνας. Εδώ πλέον ήρχισεν ο μαρτυρικός
βίος του, διότι όπου και αν κατέφυγεν δεν κατώρθωσε να εύρη τον
επιούσιον άρτον. Ο αείμνηστος Σπυρ. Λάμπρος τον εσύστησεν εις το
επί της οδού Οφθαλμιατρείου 3 [νυν Εδουάρδου Λω 5] τυπογραφείον
Α. Παπαγεωργίου και εξέμαθε την επίπονον διά τον οργανισμόν του
τυπογραφίαν. Κατά Μάϊον του 1889 ο εν τη Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως
συγχωριανός του Ευγένιος Ζαλοκώστας [υιός του ποιητού] έγραψεν εις
τον Κώσταν Κρυστάλλην, ότι ο διευθύνων το εν Ιωαννίνοις Ελληνικόν
Προξενείον συνάδελφός του Ποτέν "μου γράφει λίαν φιλοφρόνως
διά σε και μου ανακοινοί ότι διά θερμής εκθέσεώς του προ το εν Αθήναις
Υπουργείον των Εξωτερικών, σε συνιστά εις την προστασίαν της Ελλην.
Κυβερνήσεως". Προστασίαν; Ου μόνον δεν επροστατεύθη, αλλ'
ούτε καν προσοχή εδόθη. Το Υπουργείον των Εξωτερικών τότε, δεν επρόσεχε
τους υποδούλους, ή μάλλον δεν εγνώριζον οι ιδύνοντες ποία η αποστολή
του. Και ούτω ο Κρυστάλλης παραδερόμενος από παντοειδείς στενοχωρίας
ετελεύτησεν την 22 Απριλίου 1894 εις Άρταν, εις τον οίκον της αδελφής
του Μαρίας Κ. Βασιώτη. Αρμόζει λοιπόν να στηθή η προτομή του εις
την Πεντέλην την οποίαν εξύμνησεν. Τούτο σημαίνει ότι οι ιθύνοντες
τα εκδρομικά σωματεία και τα μέλη αυτών δεν καταγίνονται απλώς εις
την σωματικήν ενίσχυσιν, αλλ' ότι καλλιεργούσι και το πνεύμα, εξευγενίζουσι
την Ελληνικήν Ψυχήν και βραβεύουν τους σκαπανείς των γραμμάτων και
της ποιήσεως.
< αρχική
σελίδα
|