Πρόσφατα δημοσιεύματα από τον Οικολογικό Τύπο

< αρχική σελίδα

Περιοδικό: Γεωγραφίες

τεύχος 3, Ανοιξη 2002: σ. 13-14, 20-22

των Ε. Καρύμπαλης, Κ. Παυλόπουλος

Παλαιογεωγραφική Αναπαράσταση της ροής του Ηριδανού και Ανθρώπινες Επεμβάσεις

 

3. Υδρολογικά στοιχεία

Η δίαιτα των υπόγειων νερών της περιοχής του κέντρου των Αθηνών εξαρτά­ται σε μεγάλο βαθμό από τις διακυμάνσεις των κλιματικών στοιχείων, όπως εί­ναι η θερμοκρασία, η υγρασία και η βροχόπτωση καθώς και ο συντελεστής κατείσδυσης, ανάλογα με την περατότητα των γεωλογικών σχηματισμών.

Η τροφοδοσία των υδροφόρων οριζόντων είναι φτωχή, τόσο εξαιτίας του μικρού ύψους βροχής που σημειώνεται στην πόλη (Πίν. 1), όσο και εξαι­τίας της οικιστικής ανάπτυξης και της ανάπτυξης του οδικού δικτύου, που έχει καλύψει την επιφάνεια του εδάφους με στεγανά υλικά και δεν επιτρέπει την κατείσδυση του νερού.

Η στάθμη του ελεύθερου υδροφόρου ορίζοντα είναι υψηλή, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθος των 1,5-2 μ. (Δουνάς κ.ά. 1976, Δουνάς & Γάκης 1977).

Η μελέτη της πιεζομετρίας και της κίνησης των υπόγειων νερών, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια των εργασιών για την κατασκευή του μετρό, έ­δειξε ότι η μορφολογία της πιεζομετρικής επιφάνειας του υδροφόρου ορίζο­ντα ακολουθεί τη μορφολογία του ανάγλυφου (Δουνάς κ.ά. 1976). Οι κύριοι ά­ξονες αποστράγγισης τον υπόγειου νερού συμπίπτουν με τους κλάδους τον παλαιού υδρογραφικού δικτύου της περιοχής πριν την αστικοποίηση της. Συνε­πώς, η μελέτη της κίνησης των υπόγειων νερών παρέχει σημαντικές πληροφο­ρίες για την αναζήτηση της θαμμένης κοίτης παλαιών ποταμών και χειμάρρων.

Ο Ηριδανός ποταμός αποστράγγιζε περιοχή έκτασης περίπου 2 χμ2, όπως εκτιμάται από τοπογραφικούς και γεωλογικούς χάρτες που απεικονίζουν την πε­ριοχή πριν την οικιστική ανάπτυξη αλλά και κατά την πολεοδομική της εξέλιξη (Curtius & Kaupert 1880, ΓΥΣ 1980, Τραυλός 1993). Η παρατήρηση του γεωλογι­κού χάρτη καθώς και τοπογραφικών διαγραμμάτων διαφόρων περιόδων οδηγεί στη διαπίστωση ότι το νερό του προερχόταν κυρίως από πηγές της περιοχής του Λυκαβηττού. Αυτές εκφόρτιζαν το νερό που κατεισέδυε στον ομώνυμο ασβεστο­λιθικό όγκο, ο οποίος υπέρκειται των υδατοστεγών στρωμάτων του αθηναϊκού σχιστόλιθου (Trikkalinos 1966). Επιπλέον, η σημερινή τοπογραφία της πόλης δεί­χνει ότι κατά την πορεία το υδατικό δυναμικό του ποταμού εμπλουτιζόταν από τα νερά που αποστράγγιζαν την περιοχή της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου.

 

5. Αναπαράσταση της αρχαίας διαδρομής του Ηριδανού

 5.1. Ιστορικά στοιχεία

Συμφωνά με τον Στράβωνα, οι πηγές του Ηριδανού ποταμού βρίσκονταν κο­ντά στους νότιους πρόποδες του Λυκαβηττού, απέναντι από τις πύλες του Διοχάρους, όπου βρίσκεται και η Πάνοπος κρήνη. Ο Παυσανίας στα Αττικά του πιστοποιεί την παρουσία του Ηριδανού στην Αθήνα και μάλιστα αναφέρει ότι τα νερά του κατέληγαν στον Ιλισό ποταμό (Παπαχατζής 1992).

Σήμερα ο Ηριδανός, με εμφανή τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός ποταμού (κοίτη, φυσικά και τεχνητά αναχώματα), είναι ορατός μόνο στον αρχαιολογικό χώρο των ανασκαφών του Κεραμεικού. Η κοίτη του ποταμού, πλάτους 2 μ., δια­σχίζει τον αρχαιολογικό χώρο από τα ανατολικά προς τα δυτικά σε μήκος πε­ρίπου 190 μ. (Εικ. 1, 2). Σε όλο το μήκος αυτής της διαδρομής είναι εμφανείς ό­λες οι διαχρονικές ανθρώπινες επεμβάσεις, όπως θα αναλυθεί αργότερα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο από γραφές αρχαίων συγγραφέων [Παυ­σανίας (Ι 2, 4) και Δημοσθένης (34, 39)] (Παπαχατζής 1992) όσο και από τα πρόσφατα στρωματογραφικά δεδομένα των ανασκαφών πιστοποιείται ότι η περιοχή του Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. αποτελούσε ένα έλος που προφανώς τροφοδοτούνταν από υπερχειλίσεις των νερών του Ηριδανού ποτα­μού. Το στρώμα ιλύος και αργίλου, που αποτελούσε τις αποθέσεις του έλους, βρέθηκε διάτρητο από οπές υδροχαρών φυτών (καλαμιών) που συνιστούσαν τη βλάστηση του υγρότοπου. Η εξάπλωση των λεπτομερών αποθέσεων οδηγεί στη διαπίστωση ότι το τέλμα κάλυπτε συνολική έκταση 3000 μ2, έχοντας μήκος 60 μ. και πλάτος 50 μ. (Υπουργείο Πολιτισμού 2000/5). Η στάθμη των νερών του έλους αυξομειωνόταν ανάλογα με την εποχιακή τροφοδοσία της παροχής του Ηριδανού.

 

6. Ανθρώπινες επεμβάσεις στο ποτάμι                  ·

Η κοίτη του Ηριδανού ποταμού έχει υποστεί μια σειρά συνεχών ανθρώπινων επεμβάσεων από την εποχή του Θεμιστοκλή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ανάπτυξη του ποταμού στο εσωτερικό της πόλης ευνόησε την επέμβαση αυτή αρ­κετά νωρίς, θεωρήθηκε αναγκαία η διαμόρφωση της κοίτης του για να μπορέ­σει να «εναρμονιστεί» με την οικιστικά αναπτυσσόμενη πόλη και να «προσαρ­μοστεί» στις ανάγκες των πολιτών. Το σύνολο των διαχρονικών επεμβάσεων του ανθρώπου στην κοίτη του ποταμού είναι εμφανές στο χώρο του Κεραμεικού.

Το 478 π.Χ., μετά την καταστροφή της Αθήνας από τους Πέρσες, στα πλαίσια των έργων ανοικοδόμησης των τειχών της πόλης, πραγματοποιήθηκε | για πρώτη φορά η διευθέτηση της κοίτης του Ηριδανού ποταμού στο χώρο του Κεραμεικού. Ένα τμήμα της κοίτης του κατά μήκος της Ιεράς Οδού ευθυγραμ­μίστηκε, και η κοίτη εγκιβωτίστηκε με την εκατέρωθεν κατασκευή λίθινων τοι­χωμάτων. Ενδεικτικό της ανθρώπινης επέμβασης στον ποταμό είναι η ανεύρε­ση, στα υλικά με τα οποία πληρώθηκαν τεχνητά τμήματα της κοίτης, πάνω από 7.000 οστράκων με χαραγμένα ονόματα μεγάλων ανδρών της εποχής που χρη­σιμοποιούνταν για εξοστρακισμούς (Κηίgge 1990).                        '

Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., προκειμένου να διαπλατυνθεί ο δρόμος κατά μήκος του ποταμού, καλύφθηκε τεχνητά η παλαιά επένδυση της όχθης και κα­τασκευάστηκε κατά μήκος της νότιας κοίτης του Ηριδανού ένας τοίχος αντι-στήριξης των πρανών, μια επένδυση δηλαδή της όχθης που περιόριζε αρκετά την κοίτη σε σχέση με τις διαστάσεις που είχε την εποχή του Θεμιστοκλή (Υπουργείο Πολιτισμού 2000α).

Σημαντική παρέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον του Ηρι­δανού ποταμού αποτελεί η συρρίκνωση, με τεχνητά μέσα, του έλους που είχε αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή του Κεραμεικού από τις υπερχειλίσεις του ποταμού. Η απόπειρα περιορισμού της έκτασης του έλους πραγματοποιήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. με την κατασκευή αγωγών για τη συλλογή και την υπόγεια αποστράγγιση των στάσιμων νερών (Υπουργείο Πολιτισμού 2000β). Το έργο αποσκοπούσε στην πλήρη αποξήρανση του έλους με σκοπό την κατασκευή κε­ραμικών εργαστηρίων και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επέμβασης των αρχαίων με σκοπό την αλλαγή χρήσης γης, κάτι που ο σύγχρονος άνθρω­πος ανήγαγε σε καθημερινή δραστηριότητα.

Στο τμήμα του ποταμού που αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές στην πε­ριοχή του Μοναστηρακίου η κοίτη οριοθετείται από δύο σειρές μεγάλων κροκαλοπαγών λιθοπλίνθων με πλινθόκτιστη θολωτή οροφή. Οι αρχαιολόγοι προσδιορίζουν χρονικά την τεχνητή οριοθέτηση της κοίτης στην ύστερη κλασική-ελληνιστική περίοδο (330-30 π.Χ.). Η κατασκευή της πλινθόκτιστης καμά­ρας, που οδήγησε στην πλήρη κάλυψη του ποταμού, πιθανολογείται ότι έγινε σε τρεις φάσεις, από τις οποίες οι δύο ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή, η μία αδριάνεια και η άλλη παλαιοχριστιανική. Συγκεκριμένα, κατά την εποχή του Αδριανού (124-125 μ.Χ.) η πόλη επεκτάθηκε προς τα ανατολικά και ο αυτοκράτορας κατασκεύασε μια σειρά από κοινωφελή έργα. Στα πλαίσια των έρ­γων αυτών επιχώθηκε η κοίτη του πόταμου στη σημερινή περιοχή της λεωφό­ρου Αμαλίας, και στο εσωτερικό κατασκευάστηκε μεγάλος λίθινος αγωγός με κτιστά τοιχώματα και συμπαγή θολωτή οροφή (Υπουργείο Πολιτισμού 2000^). Είναι προφανές ότι η παρουσία του ποταμού στο κέντρο της πόλης διευκόλυ­νε τη μετατροπή του σε κεντρικό αποχετευτικό αγωγό.

Μετά την άλωση της Αθήνας από τους Ερούλους το 267 μ.Χ., και πιθα­νότατα τον 6ο αιώνα μ.Χ., στο τμήμα του ποταμού προς την πόλη και σε μήκος περίπου 1000 μ. κατασκευάστηκε στο μέσο της κοίτης ένα στήριγμα, υπολείμ­ματα του οποίου υπάρχουν στην περιοχή του Κεραμεικού. Το στήριγμα αυτό υποβάσταζε πλάκες από κατεστραμμένα μνημεία και κτήρια κάτω από τις οποίες έρεε ο ποταμός. Την περίοδο αυτή, που αντιστοιχεί στο τέλος της αρ­χαιότητας, και μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ. οι επεμβάσεις στο ποτάμι μεγιστο­ποιούνται, έχοντας ως αποτέλεσμα τόσο την υποβάθμιση της ποιότητας των νε­ρών του Ηριδανού, όσο και την πλήρη αντικατάσταση της ελεύθερης επιφα­νειακής του ροής από υπόγεια και απόλυτα ελεγχόμενη. Η κοίτη του πληρώνε­ται τεχνητά σε όλο της το μήκος, και ο ποταμός λειτουργεί πλέον σαν υπόγειος αποχετευτικός αγωγός.

7. Συζήτηση - συμπεράσματα

Η αξιολόγηση και ερμηνεία ιστορικών-αρχαιολογικών δεδομένων, στοιχείων γεωφυσικών διασκοπήσεων και γεωτρητικών δεδομένων οδήγησε στην αναπα­ράσταση της πιθανής διαδρομής του Ηριδανού ποταμού κάτω από τη σημερινή Αθήνα. Οι πηγές του Ηριδανού βρίσκονταν στις νότιες πλαγιές του Λυκαβητ­τού. Ο ποταμός ακολουθούσε διαδρομή προς τα νοτιοανατολικά και έφτανε στη σημερινή περιοχή του Συντάγματος. Στη συνέχεια ακολουθούσε βορειοδυτική πορεία για να καταλήξει στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. Η περιοχή αυτή αποτελούσε ένα τοπογραφικό βύθισμα που δεχόταν τα νερά της ευρύτε­ρης περιοχής σχηματίζοντας ένα έλος, η έκταση του οποίου μεταβαλλόταν ανά­λογα με την εποχιακή απορροή των πηγών του ποταμού. Τελικός αποδέκτης των νερών του Ηριδανού ήταν ο Ιλισός, στην περιοχή της σημερινής συμβολής της Ιεράς Οδού με την οδό Πειραιώς, ή πιθανόν αρκετά πιο δυτικά.

Η δυσαναλογία των χαρακτηριστικών της κοίτης που βρέθηκε στην πε­ριοχή του Συντάγματος με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του Ηριδανού πο­ταμού, όπως αυτά εκτιμώνται από τη σημερινή τοπογραφία, οδηγεί στην υπό­θεση ότι κάτω από την κοίτη του Ηριδανού, που χρονολογείται στη γεωμετρι­κή ή και παλαιότερη περίοδο (900-700 π.Χ.), υπάρχει η κοίτη ενός ποταμού με υψηλή παροχή και στερεοπαροχή, που λειτούργησε για μεγάλη περίοδο του Ολοκαίνου. Πιθανά ο ποταμός αυτός να αντιστοιχεί σε παλαιότερη κοίτη του Ιλισού, ο οποίος σήμερα βρίσκεται ανατολικά της πορείας του Ηριδανού όπως αυτή έχει απεικονιστεί στον Πίν. 4. Η επιβεβαίωση της υπόθεσης αυτής απαι­τεί περαιτέρω γεωφυσική και γεωτρητική έρευνα της ευρύτερης περιοχής.

Ο Ηριδανός ποταμός αποτελεί έναν από τους πρώτους ποτάμιους κλά­δους της αρχαίας Αθήνας που ο άνθρωπος διαμόρφωσε και προσάρμοσε στις δικές του ανάγκες. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν η πλήρης εξαφάνι­ση του ποταμού κάτω από επιχώσεις και ανθρώπινες κατασκευές. Το απογοη­τευτικό είναι ότι παρόμοια τύχη είχαν πλήθος ποτάμια ρεύματα και χείμαρροι της Αττικής, με αποτέλεσμα τις αρνητικές επιπτώσεις που παρατηρούνται με­τά από, έστω και μικρής διάρκειας, ραγδαίες βροχοπτώσεις. Μικρότερης έ­κτασης, εξίσου όμως αρνητικές επεμβάσεις έχουν πραγματοποιηθεί στον Ιλισό και τον Κηφισό, με αποτέλεσμα σε ένα μεγάλο μήκος τους να έχουν εκτρα­πεί, εγκιβωτιστεί τεχνητά ή ακόμη και εντελώς καλυφθεί, ενώ ο Σκύρος και ο Κυκλοβόρος είναι γνωστοί μόνο από τον Στράβωνα και τον Παυσανία, και η διαδρομή τους πιθανολογείται, θαμμένη κάτω από τη σύγχρονη μεγαλούπολη.

Οι αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Αθή­να είναι πολύ πιο έντονες από όσες έγιναν συνολικά στους αιώνες που ακο­λούθησαν μετά το τέλος της αρχαιότητας (Παπαδοπούλου 1993, 1994, Κάραλη κ.ά. 2000). Η έντονη οικιστική ανάπτυξη της πόλης των Αθηνών έχει ως απο­τέλεσμα τη ριζική αλλαγή των χρήσεων γης. Αυτό είχε συνέπεια την κάλυψη των γεωλογικών σχηματισμών από ανθρώπινες κατασκευές που στεγανο­ποιούν το έδαφος και το καθιστούν αδιαπέραστο από το νερό των ατμοσφαιρι­κών κατακρημνισμάτων, επηρεάζοντας το υδρολογικό ισοζύγιο. Εκτιμήθηκε ότι η κάλυψη της περιοχής που αποστράγγιζε ο Ηριδανός ποταμός από ανθρώ­πινες κατασκευές που στεγανοποιούν το έδαφος (οικοδομήματα, άσφαλτος, τσιμέντο) φτάνει το 85%, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά το ποσοστό του νερού το-ιν βροχοπτώσεων που κατεισδύει. Το πρόβλημα φυσικά δεν πε­ριορίζεται μόνο στην περιοχή των Αθηνών, αλλά οπουδήποτε ο άνθρωπος δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα να διατηρηθούν ανέπαφα ορισμένα φυσι­κά χαρακτηριστικά (όπως κοίτες ποταμών, αλλαγή χρήσεων γης, σύσταση της ατμόσφαιρας) που είναι απαραίτητα για την ομαλή εξέλιξη των φυσικών φαι­νομένων.

Ο Ηριδανός ποταμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του «αττικού το­πίου». Ακόμη και στο μικρό μήκος του στην περιοχή του Κεραμεικού συνιστά έ­ναν υγροβιότοπο που, έστω και στη μορφή αυτή, πρέπει να αναδειχθεί. Εδώ και αρκετά χρόνια έχουν γίνει διάφορες προτάσεις σχετικά με την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, στα πλαίσια των οποίων θα πρέπει να λη­φθεί μέριμνα για την αποκατάσταση και ανάδειξη του Ηριδανού ποταμού, όπου αυτό είναι εφικτό (Παπαδοπούλου 1994). Η προσπάθεια αυτή απαιτεί πολλές πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, ορισμένες από τις οποίες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η απαίτηση για την α­πομάκρυνση ορισμένων κτηρίων της ευρύτερης περιοχής ώστε να γίνει πραγμα­τικότητα η ενοποίηση του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού με την αρχαία αγορά (Παπαδοπούλου 1993, 1994). Μέσα από αυτή τη «συνεύρεση» της αρ­χαίας με τη σύγχρονη πόλη θα μπορέσει να αναδειχθεί η κοίτη και το φυσικό οι­κοσύστημα του Ηριδανού. Η ανάδειξη αυτή επιβάλλεται, διότι η πορεία του Ηριδανού μέσα στους αιώνες δείχνει τη στενή του σχέση με τους Αθηναίους. Αποτέλεσε τμήμα του αττικού τοπίου που κάποτε συντέλεσε στην τελείωση του Αθηναίου πολίτη, που του έδωσε πνεύμα, γνώση, αξίες, αρχές και ιδέες.

 

< αρχική σελίδα

Αναζήτηση κειμένου σε παλαιότερα άρθρα: