Ενότητα :Κουρουζίδης Σάκης

Τίτλος : Σάκης Κουρουζίδης, «Θησαυρός Ιαμάτων Ψυχής»

Διαβάστηκε: 1515 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

«Θησαυρός Ιαμάτων Ψυχής»*

 

Σάκης  Κουρουζίδης

 

 

         ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

 

Πριν από 3.000 χρόνια, το 10ο π.Χ. αιώνα, την εποχή, δηλαδή, του Τρωϊκού Πολέμου, δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο η πρώτη στην ιστορία της ανθρωπότητας βιβλιοθήκη. Περιείχε κυρίως αγάλματα των Αιγυπτίων θεών μαζί με ορισμένες επιγραφές και παπύρους και στην προμετωπίδα του οικοδομήματος υπήρχε η επιγραφή: “Θησαυρός ιαμάτων ψυχής”. Δεν υπάρχει καλύτερος ορισμός ή, έστω, έκφραση καλών προθέσεων για το χαρακτήρα και τις φιλοδοξίες μιας βιβλιοθήκης.

Η Αίγυπτος είχε την τύχη να φιλοξενήσει και τη δεύτερη βιβλιοθήκη -στη Μέμφιδα- από την οποία, κάποιοι κατηγόρησαν τον Όμηρο ότι έκλεψε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Η πιο φημισμένη όμως βιβλιοθήκη της αρχαιότητας ήταν αυτή της Αλεξάνδρειας, που δημιουργήθηκε από τον Πτολεμαίο το Σωτήρα -στρατηγό του Μ. Αλεξάνδρου- που πέθανε το 285 π.Χ. Η σημαντικότατη αυτή βιβλιοθήκη έζησε για 1.000 περίπου χρόνια.  Με την ευθύνη του Δημητρίου του Φαληρέα συγκεντρώθηκαν 54.800 τόμοι  -κατ’ άλλους 200 ή 500.000 -  που έφτασαν αργότερα τους 700.000. Για την ακρίβεια, δεν επρόκειτο για τόμους με τη σημερινή έννοια του δεμένου βιβλίου αλλά για τους κυλινδρικούς παπύρους. Έχει υπολογιστεί ότι 100 κύλινδροι αντιστοιχούν σε 1 μέσο σημερινό βιβλίο. Η βιβλιοδεσία αρχίζει τον 1ο αιώνα μ.Χ. με πολλές τεχνικές και χρήση υλικών από φελλό, ξύλο, δέρμα, μέταλλο, ύφασμα -μεταξωτό ή βελούδινο- έως τα σημερινά χαρτόνια. Πολλά βιβλία έμειναν στην ιστορία περισσότερο για την ποιότητα και την αισθητική της εξωτερικής τους εμφάνισης, παρά για το περιεχόμενό τους.

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας πέρασε πολλές περιπέτειες, κάηκε επί Ιουλίου Καίσαρα (οι 300.000 τόμοι) και έκλεισε με διάταγμα του Χαλίφη Ομάρ το 650 μ.Χ.

Δεύτερη σε σπουδαιότητα βιβλιοθήκη της αρχαιότητας, ήταν της Περγάμου, που δημιουργήθηκε από τους βασιλιάδες Ευμένη και Άτταλο και έφτασε να περιέχει 200.000 τόμους. Στην Αρχαία Ελλάδα, η πρώτη βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε από τον Πεισίστρατο. Εκεί υπήρχαν όλα τα ποιήματα του Ομήρου. Ο Αδριανός, αργότερα, ίδρυσε στην Αθήνα, στην Παλαιά Αγορά, μία μεγάλη και πολυτελή βιβλιοθήκη. Η πρώτη και σημαντικότερη “ιδιωτική” βιβλιοθήκη ανήκε στον Αριστοτέλη και, στη συνέχεια, στο μαθητή του Θεόφραστο. Άλλες γνωστές “ιδιωτικές” βιβλιοθήκες ήσαν του Πολυκράτη του Σάμιου και του Περσέα, βασιλιά της Μακεδονίας.

Η “αγορά” του βιβλίου λειτουργούσε από πολύ παλιά. Ο πρώτος βιβλιοπώλης αναφέρεται γύρω στον 5ο π.Χ. αιώνα στην Αθήνα. Μάλιστα, μνημονεύεται σε μία λίστα επαγγελματιών, ανάμεσα σε μεμβραδοπώλες (δηλ. σαρδελλοπώλες), σε αχραδοπώλες, κλπ.  Τα “βιβλία” προς πώληση ήσαν βέβαια οι πάπυροι (ή καλύτερα τα βυβλία από το βύβλος, το φυτό πάπυρος) που τα αναπαρήγαγαν οι “βιβλιογράφοι”, δηλαδή οι αντιγραφείς. Κατά κανόνα, αντιγραφείς ήσαν οι ίδιοι οι βιβλιοπώλες. Οι βιβλιογράφοι ήσαν είτε καλλιγράφοι, είτε ταχυγράφοι. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, οι βιβλιοπώλες επιστράτευαν για την αντιγραφή και δούλους. Ένας υπαγόρευε και πολλοί βιβλιογραφούσαν.

Στην πορεία των αιώνων, γύρω από το βιβλίο, τη βιβλιογραφία και τις βιβλιοθήκες αναπτύχθηκαν πολλές έννοιες, όροι, επαγγέλματα και ειδικότητες.(1 )

Όταν, πριν από 540 χρόνια, τυπώθηκε το πρώτο ββιλίο με τυπογραφικούς χαρακτήρες, βγαλμένο από πιεστήριο -το λεγόμενο βιβλίο “των 42 αράδων”- σε 200 αντίτυπα, η βύβλος και το βυβλίο, γράφονται πλέον με “ι” και η ώθηση που δόθηκε στη βιβλιοπαραγωγή και βιβλιεμπορία ήταν μεγάλη. Η βιβλιεμπορία, που στην αρχαιότητα αφορούσε βέβαια στα χειρόγραφα και κέντρα της ήσαν η Αθήνα, η Ρόδος, η Αλεξάνδρεια, η Πέργαμος, η Ρώμη, κατά το Μεσαίωνα μεταφέρθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, και τις μονές της Δύσης.

Ο αρχαιότερος πάπυρος που διασώζεται είναι γνωστός ως “πάπυρος του Prisse”, γραμμένος το 2500 π.Χ. Βρέθηκε στα ρούχα μιας μούμιας και εκτίθεται τώρα στο Παρίσι. Τον πάπυρο διαδέχθηκε από το 2ο π.Χ. αιώνα η περγαμηνή, και λίγο αργότερα, το 2ο μ.Χ. αιώνα, οι Κινέζοι εφεύραν την τέχνη του χαρτιού, που όμως άργησε πολύ να διαδοθεί στον υπόλοιπο κόσμο. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο σε χαρτί, γράφτηκε το 1095, αλλά ευρύτερη διάδοση της γραφής σε χαρτί αρχίζει ουσιαστικά από τον επόμενο αιώνα. Σιγά-σιγά άρχισαν να παρασκευάζονται πολλά είδη και ποιότητες χαρτιού: χαρτί του γραψίματος, της τυπογραφίας, το λεπτό ή ταχυδρομικό, το σιννικό, το χαρτί του Ιωσήφ ή σηρικό, των συναλλαγματικών, το στυπόχαρτο, τα χρωματισμένα χαρτιά, του τοίχου και τα ζωγραφικά ήσαν αυτά που κυκλοφορούσαν πριν από 150 χρόνια στην Ελλάδα.

Την ίδια εποχή, υπήρχαν και πολλά είδη μελάνης: μαύρη μελάνη (απλή ή διπλή), ερυθρά μελάνη, κυανή, πρασίνη, κιτρίνη, σιννική, αυτογραφική, λιθογραφική και συμπαθητική (πλήρεις οδηγίες παρασκευής χαρτιού και μελάνης στο βιβλίο: “Τεχνολογία, ήτοι στοιχειώδεις γνώσεις περί των εν χρήσει μεθόδων και υλών εις κατασκευήν όλων των αναγκαιούντων εις τον κοινωνικόν άνθρωπον αντικειμένων”, προς χρήσιν και διδασκαλίαν παντός ανθρώπου και ιδίως των μαθητευομένων εν άπασι τοις Σχολείοις και Γυμνασίοις, υπό Δημ. Αποστολίδου, Νομαρχιακού Δημοδιδασκάλου Ναυπλίας, Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Ερμού (κατά την οδόν Περικλέους, εν τη οικία Ν. Μυκονίου), 1864.  Σκεφτείτε, τι δίδασκαν τότε στα σχολεία!).

Παράλληλα με τις τέχνες του χαρτιού και της μελάνης, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα και η τέχνη της τυπογραφίας και, ειδικότερα, η δύσκολη τεχνική της αναπαραγωγής της εικόνας. Το πρώτο βιβλίο, υπογεγραμμένο από εκδότη με σήμα-λογότυπο και ημερομηνία εκδόσεως την 17η Αυγούστου 1457, το περίφημο “Ψαλτήριο της Μαγεντίας”, είχε 350 σελίδες και τυπώθηκε σε δύο χρώματα, κόκκινο και μπλε.

Από τότε χρησιμοποιήθηκαν πολλές τεχνικές. Η επιπεδοτυπία (τύπωμα με πλακίδια), χρησιμοποιήθηκε από τους Κινέζους. Η λιθογραφία (η τέχνη της εκτύπωσης εικόνων που είχαν χαραχθεί σε λίθινη πλάκα), επινοήθηκε το 1796 (Σεννεφέλδωρ). Άλλες τεχνικές ήσαν η δαγγεροτυπία, η ψευδαργυρογραφία, η ξυλογραφία, η χαλκογραφία, η ατσαλογραφία, η τσιγκογραφία και η ευρύτερη κατηγορία γκραβούρα.

Επειδή η τεχνική της αναπαραγωγής των εικόνων ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση, η αρχική “μήτρα” φαίνεται πως κυκλοφορούσε από χώρα σε χώρα, από εποχή σε εποχή και από συγγραφέα σε συγγραφέα, για να τυπώσει πληθώρα εικόνων. “Αλιεύσαμε” λοιπόν την ίδια ακριβώς φάλαινα στη “Στοιχειώδη Ζωολογία” του Π. Ψαρά, που τυπώθηκε στο Λονδίνο το 1876, σελ. 287, στη “Στοιχειώδη Ζωολογία” του Ν. Αποστολίδου, του 1898, σελ 154, στη “Φυσική Ιστορία” των Δούκα, Μάλλη και Καραγιαννόπουλου, του 1947, σελ. 65, και στη “Φυσική Ιστορία” των Γιαννιά, Γιαννάκου του 1953, σελ. 67. Καλύτερη σε ποιότητα είναι η παλαιότερη. Σήμερα, βέβαια, που η αναπαραγωγή είναι απλούστατη, οι ίδιες εικόνες κυκλοφορούν σε δεκάδες έντυπα και χώρες, όχι όμως από ανάγκη, όπως παλιότερα.

Τα παλιά βιβλία, από την πρώτη περίοδο της τυπογραφίας, ήσαν, κατά κανόνα, ογκώδη, είχαν δηλαδή μεγάλο σχήμα, πολλές σελίδες, χοντρό εξώφυλλο και πολύ γερή βιβλιοδεσία.  Τα τυπογραφικά στοιχεία, η εικονογράφηση και το στήσιμο της σελίδας προσέδιδαν μία υψηλή αισθητική ποιότητα στο συνολικό αποτέλεσμα. Η έκδοση ενός βιβλίου αποτελούσε ένα γεγονός. Γεγονός στη ζωή του συγγραφέα -στην προεργασία, στην έρευνα και τεκμηρίωσή του, αλλά και στα οικονομικά του- σημαντικό όμως γεγονός και για τον αγοραστή, αφού κόστιζε και ακριβά. Μία συνήθης πρακτική που χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς στην προσπάθειά τους να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για την εκτύπωση του βιβλίου τους, ήταν η εγγραφή συνδρομητών, δηλαδή ενός καταλόγου “προαγοραστών” του βιβλίου, τα ονόματα των οποίων αναγράφονταν στην έκδοση, μαζί με τον αριθμό των αντιτύπων που προαγόραζαν. Ένας κατάλογος των συνδρομητών του προηγούμενου αιώνα, ετοιμάζεται με την ευθύνη του ιστορικού Φ. Ηλιού, που θα μας αναδείξει και μιαν άλλη Ελλάδα.

Εκδότες στο παρελθόν ήσαν ουσιαστικά οι τυπογράφοι και, κατά κανόνα, τα έξοδα της εκτύπωσης βάραιναν το συγγραφέα, ήταν δηλαδή αυτό που σήμερα λέμε “ιδιωτική έκδοση”, που, όμως, λιγοστεύουν πια, γιατί τόσο οι δαπάνες όσο και, κυρίως, οι συνθήκες διακίνησης των βιβλίων, δεν αντιμετωπίζονται εύκολα από ένα μεμονωμένο ιδιώτη.

Είκοσι, μόλις, χρόνια μετά τη μηχανική εκτύπωση του πρώτου βιβλίου από το Γουτεμβέργιο, τυπώνεται και το πρώτο ελληνικό βιβλίο σε μηχανή: Είναι η “Γραμματική του Λασκάρεως”, που τυπώνεται το 1476 στο Μιλάνο, ενώ, στη συνέχεια, κέντρο της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής γίνεται η Βενετία. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας και την αύξηση της βιβλιοπαραγωγής, πληθαίνουν και οι βιβλιοθήκες. Δημιουργούνται στο Παρίσι, το Λονδίνο, την Πετρούπολη, την Ουάσινγκτον και αλλού.(9)

Στην ελεύθερη, πια, Ελλάδα ιδρύεται, από τον Καποδίστρια, η Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά στην Αίγινα το 1832. Μετά από 2 χρόνια μεταφέρθηκε στην Αθήνα, και από το 1906 στο σημερινό κτίριο (δωρεά των αδελφών Βαλλιάνων). (3) Πριν ακόμα από την Επανάσταση, από το 18ο αιώνα, Βιβλιοθήκες δημιουργήθηκαν στην Κέρκυρα, και αργότερα στη Δημητσάνα (1808), στην Ανδρίτσαινα (1838), στη Σάμο (1863), στο Αργοστόλι (1887), και, βέβαια, η Βιβλιοθήκη της Βουλής(1845), που είναι η δεύτερη σε αριθμό εντύπων, μετά την Εθνική Βιβλιοθήκη.

Εν τω μεταξύ, ο Ιούλιος Βερν προίκισε τη Βιβλιοθήκη του “Ναυτίλου” με 12.000 τόμους και ο Ανδρέας Εμπειρίκος ...χώρεσε στο “Μεγάλο Ανατολικό” του και Βιβλιοθήκη με 5-6.000 τόμους βιβλίων, πολλαπλών χρήσεων, όμως.

Ένας βιβλιομανής Γάλλος, ονόματι Βουλάρ, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, γέμισε οκτώ εξαώροφες πολυκατοικίες με 600.000 βιβλία και πεθαίνοντας τροφοδότησε όλα τα παλαιοπωλεία των Παρισίων και περιχώρων. Οι “βιβλιοτάφοι”, όπως αποκαλούσαν ανάλογες βιβλιοθήκες, κινδύνευαν και από άλλους εχθρούς, τα βιβλιοφάγα έντομα. Το σαράκι, το αργυρόψαρο, οι κατσαρίδες, η βιβλιόψειρα, ο σκώρος και ορισμένα είδη μυρμηγκιών, συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών.

Η λογοκρισία, άλλος εχθρός του βιβλίου, στην αρχή είχε τη μορφή της πυράς και εμφανίζεται από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους. Άλλη μορφή λογοκρισίας ήταν ο αφορισμός των συγγραφέων (σε μας γνωστές περιπτώσεις αφορισμένων από την εκκλησία ήσαν ο Ροΐδης και ο Καζαντζάκης...) και βέβαια η λίστα των απαγορευμένων βιβλίων (index librorum prohibitorum) που εξέδιδε το Βατικανό. Η Ιερά Εξέταση εδίωκε εκτός από τους συγγραφείς και τους κατόχους απαγορευμένων βιβλίων.

 

 

 Η ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Βιβλιοταξία, είναι η διαπαντός ατελής απόπειρα τακτοποίησης των βιβλίων με κάποιο σύστημα που να επιτρέπει τη γρήγορη ανεύρεσή τους από τους χρήστες της βιβλιοθήκης με βάση το θέμα, το συγγραφέα, τον εκδότη, το χρόνο ή τον τόπο έκδοσης, ή άλλα χαρακτηριστικά του βιβλίου.

Η συνήθης κατάταξη στις βιβλιοθήκες ήταν η αλφαβητική, η συστηματική και η κατά θέματα. Παλιότερα υπήρχε και ο χρονολογικός κατάλογος, ο τοπογραφικός (ανάλογα με τη θέση του βιβλίου στα ράφια) και ο γεωγραφικός (ανάλογα με τον τόπο εκτύπωσης). Η πρώτη σημαντική απόπειρα μιας πρότυπης ταξινόμησης αποδίδεται στον Ο. Χάρτβιγ στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Χάλλης, ο οποίος διήρεσε τις επιστήμες σε 19 τμήματα. (4) και κάθε μία από αυτές στη συνέχεια την υποδιαιρούσε σε επιμέρους ενότητες. Αργότερα επινοήθηκε στην Αμερική το λεγόμενο δεκαδικό σύστημα. Οι γνώσεις χωρίστηκαν σε 10 μεγάλες κατηγορίες (5) και, στη συνέχεια, κάθε μία από αυτές σε 10 υποδιαιρέσεις, κλπ.

Όπως εύκολα θα διαπιστώσει κανείς, οι κατηγοριοποιήσεις και οι υποδιαιρέσεις δεν αποτελούν απλώς τεχνικές κατάταξης, αλλά υποδηλώνουν και μία αντίληψη για τη γνώση, τον κόσμο και τις σχέσεις μεταξύ των επιστημών. Η τάση προς την ειδίκευση και τον κατακερματισμό της γνώσης προηγείται στην οικονομία, στην τεχνολογία, σε όλες τις επιστήμες και, φυσικά, αντανακλά και στην “ταξινόμηση” της γνώσης.

Οι βιβλιογράφοι, από αντιγραφείς βιβλίων μετατρέπονται σε συντάκτες λιστών των βιβλιογράφων-αντιγραφέων και, στη συνέχεια, σε καταγραφείς των εκδόσεων των άλλων. Στην τέχνη της βιβλιογραφίας περιλαμβάνεται και η γραφολογία, η γραφογνωσία, η βιβλιολογία και τα συναφή. Η λέξη βιβλιογραφία πρωτοεμφανίζεται στο Διοσκορίδη (1ος μ.Χ. αιώνας) και στο Διογένη το Λαέρτιο (3ος μ.Χ. αιώνας). Τον πληρέστερο πίνακα Ελλήνων βιβλιογράφων συνέταξε ο Γερμανός παλαιογράφος Γκαρνάουζεν, τον οποίο αργότερα συμπλήρωσαν οι Έλληνες Σπ. Λάμπρος, Ν. Βέης,  Ν. Γλυκύς, κ.ά.

Η τέχνη της βιβλιογραφίας έχει πολλές δυσκολίες, πρώτη από τις οποίες είναι η προσπάθεια να οριστεί η έννοια του “βιβλίου” και να διαφοροποιηθεί από άλλες κατηγορίες εντύπων. “Βιβλίον ονομάζεται κυρίως άθροισμα ομοιοσχήμων φύλλων χάρτου, το οποίον αποτελεί εν όλον”, γράφουν οι παλιές εγκυκλοπαίδειες.

Το βυβλίον, το ειλητάριον, το βιβλίο, το βιβλάριο, το βιβλαρίδιο, το βιβλίδιο, το βιβλιδάριο και, αργότερα, το φυλλάδιο, οι τόμοι και τα τομίδια τα ημερολόγια και οι οδηγοί, τα λεξικά, οι εγκυκλοπαίδειες και τα εγκυκλοπαιδικά λεξικά, τα αλμανάκ, τα εγχειρίδια και οι διατριβές, τα πολύπτυχα, τα άλμπουμ και οι “φάκελοι”, και άλλα ακόμη, αποτελούν κατηγορίες “ομοιόσχημων φύλλων χάρτου” ανάλογα με το μέγεθος, την ύλη, την αρίθμηση ή τον προορισμό τους.

Όμως, θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες κατηγορίες βιβλίων. Ο Γκαίτε μας λέει ότι “ορισμένα βιβλία φαίνεται πως γράφτηκαν όχι για να διδάσκεται κανείς από αυτά, αλλά  για να μάθει ότι ο συγγραφέας ήξερε κάτι”. Ο Μπόρχες κάνει λόγο για το  “ολοκληρωτικό βιβλίο”, ενώ ο Μπένγιαμιν λέει ότι “... απ’ όλους τους τρόπους να προμηθευτείς βιβλία, ο ενδοξότερος είναι να τα γράψεις” και ο Μέσκαντιτς, αναφερόμενος στο βιβλίο και τη βιβλιοθήκη κάνει λόγο για “...συσσωρευμένο χρόνο, για ένα απόθεμα, κάποιο μέλλον...”.

Η σημασία της συστηματικής βιβλιογραφίας συχνά υποτιμάται και σχεδόν πάντα θεωρείται ως μία δραστηριότητα μη δημιουργική - τουλάχιστον για το βιβλιογράφο. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, όμως, αναφερόμενος σε μια ποιητική συλλογή, έλεγε: “Οι τίτλοι στα “Περιεχόμενα” άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχναν ένα καινούργιο ποίημα, το ποιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια”. Ο Ζ. Παπαντωνίου, σχολιάζοντας την έκδοση ενός τόμου που περιείχε  κατάλογο με τα άρθρα και τα φυλλάδια του πολιτευτή Ν. Λεβίδη, γράφει στο Ελεύθερο Βήμα της 16ης Μαΐου του 1936: “Η βιβλιογραφία έχει πάντοτε το ενδιαφέρον της. Ένας κατάλογος διαβάζεται σαν έργο. Το ξηρό αυτό πράγμα έχει δεν ξέρω ποιο θέλγητρο, είνε κείμενο, είνε τραγούδι... Ένα βιβλίο που απαρτίζεται αποκλειστικώς από παραπομπές, καθώς αυτό, δεν θα κριθεί σαν πεζογράφημα. Και όμως έχει το ύφος του! Είναι μια πρόζα. Τι είδους πρόζα δεν ξέρω. Πάντως το πρόσωπο φαίνεται... Ποιος έχει διαβάσει ένα τέτοιο ποίημα αισιοδοξίας; Δεν είνε χαρμόσυνο να γυρίζουν οι κόσμοι στο διάστημα, καθώς γυρίζουν και ένας θνητός να ταξινομή με τόσο πάθος τα χαρτιά του; Δεν είνε μια τόση ηρεμία, μια τέτοια βεβαιότης, κάτι ισάξιο, αν όχι καλλίτερο, με τους πεσιμιστικούς θρήνους του Λεοπάρδη;” Ο Κ.Θ.Δ (Κ. Δημαράς;), στο σύντομο πρόλογό του στην “Ελληνική Βιβλιογραφία”, των Δ. Γκίνη και Β. Μέξη, το 1971, την αναγορεύει σε “θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής απογραφής” και θεωρεί ότι “ο άνθρωπος του 1960, ο μετά, δηλαδή, την συμπλήρωσιν της Βιβλιογραφίας Γκίνη-Μέξη, υπήρξεν ασυμμέτρως ασφαλέστερον ωπλισμένος εις τας μελέτας του επί της νεωτέρας ελληνικής παιδείας, από τον άνθρωπον του 1950. Από της απόψεως, λοιπόν, αυτής και μόνης, επιβάλλεται ήδη εις όσους φιλοδοξούν να συνεχίσουν εντός της ούτω χαραχθείσης γραμμής την προαγωγήν της εθνικής παιδείας, να καθιστούν το προσενεχθέν εργαλείον ολονέν ακριβέστερον, ολονέν πλουσιώτερον, ολονέν ευχρηστότερον.” Το τρίπτυχο αυτό, αποτελεί επιδίωξη κάθε βιβλιογραφικού εγχειρήματος- και δικό μας.

Ο Μπόρχες έλεγε πως “Μεγάλος ποιητής δεν είναι τόσο αυτός που επινοεί όσο αυτός που ανακαλύπτει.” Ο Π. Βαλερύ όμως, έναν αιώνα νωρίτερα ...απαντούσε πως “το να βρίσκεις δεν είναι τίποτα. Το δύσκολο είναι να ενσωματώνεις αυτό που βρίσκεις.” Για τους βιβλιογράφους η δυσκολία της ανακάλυψης ενός βιβλίου και της ενσωμάτωσής του σε μια συλλογή είναι ένα παράλληλο και δύσκολο έργο. Ο Μητροπολίτης Κορυτσάς και σημαντικότατος βιβλιογράφος Ευλόγιος Κουρίλας, συχνά περιέγραφε, εκτός από τα στοιχεία του βιβλίου που παρουσίαζε, και τον τρόπο και τις δυσκολίες που συνάντησε για να το βρει. Πολλά βιβλία παραγματεύονται θέματα που θα δικαιολογούσαν την ένταξή τους σε περισσότερες από μία κατηγορίες. Για παράδειγμα, το θέμα “Δασική Νομοθεσία” θα μπορούσε να ενταχθεί και στην ενότητα “Δάση” αλλά και στην ενότητα “Δίκαιο”. Το θέμα “Φύση και Πολιτισμός” και στο “Φύση” και στο “Πολιτισμός”. Τα βιβλία με τις  ταξιδιωτικές εντυπώσεις και τις περιηγήσεις παρουσιάζουν, επίσης, μια δυσκολία στην θεματική τους κατάταξη, γιατί δεν είναι  πάντα ίδια  η έμφαση, ο στόχος και η σκοπιά του συγγραφέα. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζε και ο Ε. Ροΐδης, ως διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, πριν από 120 χρόνια: “Αι πλείσται, λ.χ. των περιηγήσεων έχουσιν ίσα δικαιώματα να κοσμήσωσι και της γεωγραφίας και της καλλιτεχνίας και της  αρχαιολογίας το Τμήμα.” Έτσι, λοιπόν, όσες περιγραφές παρουσιάζουν ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, τις κατατάξαμε στην ενότητα “Πολιτισμός”, ενώ κάποιες άλλες που περιορίζονται στην περιγραφή φυσικών χώρων αποκλειστικά, κοσμούν το τμήμα “Φύση”. Την ίδια αρχή ακολουθήσαμε για να δώσουμε λύση σε κάθε παρόμοιο πρόβλημα. Αναζητήσαμε το βασικό στόχο, την κεντρική ιδέα, τον κύριο προσανατολισμό του συγγραφέα, προκειμένου να επιλέξουμε την κατάλληλη θεματική ενότητα.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό πράγμα αυτή η κατηγοριοποίηση, η ταξινομομανία;  Μήπως καταντάει αυτοσκοπός; Μπορεί να είναι έτσι ή περίπου έτσι. Η βιβλιοθήκη -η δημόσια, όχι η ιδιωτική- έγινε “θεσμός” και κινδυνεύει να πάψει να είναι “σχέση”. Σχέση με το βιβλίο και τη γνώση, σχέση μεταξύ των βιβλίων, των ρευμάτων και των ιδεών, σχέση μεταξύ των εποχών και των πολιτισμών, σχέση μεταξύ ανθρώπων. Για να νομιμοποιείται η οικολογία να θέτει ως στόχο της την ανασύνθεση του Όλου, οφείλει να λογαριαστεί και να μετρήσει τις αφετηρίες της, τις ιδέες, τις πρακτικές, τις μνήμες και τις λησμονιές της ιστορίας, για να βρει τις πηγές που τη γέννησαν και την τροφοδοτούν.

Ποιοί είμαστε; Αυτό που υπήρξαμε και αυτό που θέλουμε να γίνουμε. Δε μας προσδιορίζει μόνον αυτό που θέσαμε ως στόχο της “επανάστασής” μας. Δεν είμαστε η ιδεολογία μας, η αλήθεια μας.  Ίσως, μόνον, “η  αλαζονική απληστία μιας έμμονης ιδέας” (Ο. Παζ).  Οι νεόπλουτοι του μέλλοντος.  Οι μονοκαλλιεργητές του νέου δόγματος.

“Θα πήγαινα στον παράδεισο, αλλά μαζί με την κόλασή μου, όχι μονάχος” (Α. Πόρτσια).

 

 

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό πράγμα αυτή η κατηγοριοποίηση, η ταξινομομανία;  Μήπως καταντάει αυτοσκοπός; Μπορεί να είναι έτσι ή περίπου έτσι. Η βιβλιοθήκη -η δημόσια, όχι η ιδιωτική- έγινε “θεσμός” και κινδυνεύει να πάψει να είναι “σχέση”. Σχέση με το βιβλίο και τη γνώση, σχέση μεταξύ των βιβλίων, των ρευμάτων και των ιδεών, σχέση μεταξύ των εποχών και των πολιτισμών, σχέση μεταξύ ανθρώπων. Για να νομιμοποιείται η οικολογία να θέτει ως στόχο της την ανασύνθεση του Όλου, οφείλει να λογαριαστεί και να μετρήσει τις αφετηρίες της, τις ιδέες, τις πρακτικές, τις μνήμες και τις λησμονιές της ιστορίας, για να βρει τις πηγές που τη γέννησαν και την τροφοδοτούν.

Οικολογία είναι μία σφαίρα που στο κέντρο της είναι παν το φυσικόν και στην περιφέρειά της συναντούμε τον Αριστοτέλη και το Θεόφραστο, το Στράβωνα και τον Πλίνιο, το Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, τον Ιππόδαμο και το Λε Κορμπυζιέ, τον Παυσανία και τον Εβλιά Τσελεμπί, τον Πύρρο το Θετταλό και το Νίκανδο τον Κολοφώνιο, τον Έμερσον και το Θορώ, το Χέκελ και τον Μπροντέλ, τους φυσιολάτρες Σολωμό, Παλαμά και Κρυστάλλη, την Κάρσον και το Σάμουελ, τον Ιθακήσιο και το Μόσχο, τον Ίλιτς και τον Μπούκτσιν, το Γρηγόριο Παλαμά και το Διαπούλη, τον Καββάδα και τον Αφεντούλη, το Δαρβίνο και τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές, τον ορειβάτη Δ. Μητρόπουλο και το φυσιολάτρη Μπετόβεν, το Λάο Τσε και το Γ. Ζίμμελ.

Το 1852, στο “Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης” του Σκαρλάτου του Βυζάντιου, που τυπώθηκε στην Αθήνα στο τυπογραφείο του Α. Κορομηλά, υπάρχει για πρώτη φορά η λέξη “οικολόγος” (= οικονόμος), συσχέτιση που ανταποκρίνεται πλήρως στον πρώτο ορισμό της οικολογίας που έδωσε ο Ε. Χέκελ, 14 χρόνια αργότερα, το 1866: “Οικολογία είναι η οικονομία της φύσης”. Βεβαίως, ούτε ο Χέκελ θα είχε υπόψη του το Λεξικό του Σκαρλάτου, ούτε, μάλλον, οι διάφοροι κοινωνικοί επιστήμονες που θεμελίωσαν τη συστημική θεωρία στο χώρο της ψυχικής υγείας κάπως αργότερα, αφού η οικολογία άργησε πολύ να διεισδύσει στους άλλους κλάδους των επιστημών και, πολύ περισσότερο, των κοινωνικών επιστημών. Ο Σκαρλάτος έδωσε τις αρχαιοελληνικές καταβολές του όρου “οίκος”, ο Χέκελ τον μετέφερε στη φύση και τα οικοσυστήματα και οι συστημικοί, πάλι στους ανθρώπους με τις “ομάδες” τους, μέσα στις οποίες δε θεράπευαν άρρωστους ψυχικά ανθρώπους, αλλά “άρρωστες σχέσεις”.

Οι παράλληλοι δρόμοι που συνέκλιναν στο να διαμορφωθεί το σύγχρονο επιστημονικό, κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα της οικολογίας, ακουμπούν σε όλους τους χώρους της κοινωνικής δραστηριότητας και σκέψης. Η φυσιολατρεία των Ελλήνων λογοτεχνών και της δημοτικής μας ποίησης, η πρακτική των φυσιολατρικών, ορειβατικών, περιηγητικών, περιπατητικών, εκδρομικών σωματείων, η παραδοσιακή γεωργία, που οι πρακτικές της τροφοδοτούν τη σύγχρονη οικολογική γεωργία, ο κοινοτισμός του Κ. Καραβίδα, ο ευρύτερος κοινωνικός χαρακτήρας πολλών επιστημονικών σωματείων και Πανεπιστημίων, μαζί, φυσικά, με την κλασική φιλοσοφική ελληνική κληρονομιά, είναι, ίσως, οι σημαντικότεροι τροφοδότες του ελληνικού οικολογικού χώρου, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη οικολογική σκέψη της Δυτικής Ευρώπης των δύο τελευταίων δεκαετιών. Αυτά τα ερείσματα οφείλει να αναζητήσει ο οικολογικός χώρος για να προσδώσει σταθερότητα στο οικοδόμημά του.

Είκοσι χρόνια πριν ο Ερνστ Χέκελ (1834-1919), ο τυπικός πατέρας της Οικολογίας, αποπειραθεί να ανασυνθέσει το Όλον, να ενοποιήσει, επιστημολογικά και μεθοδολογικά την ανθρώπινη σοφία, δίνοντας τον ορισμό της οικολογίας το 1866, ο Έμερσον, μέσα από το δοκιμιακό του λόγο επισημαίνει με τρόμο τα σημάδια του κοινωνικού κατακερματισμού: “Η εικόνα που παρουσιάζει η κοινωνία είναι ένα σώμα με ξεριζωμένα τα μέλη του, έτσι ώστε παντού να υπάρχουν πολλά ζωντανά τέρατα -δάχτυλα, λαιμός, στομάχια, μπράτσα, και πουθενά ένας ολόκληρος άνθρωπος”.

Η προσπάθεια καταγραφής των οικολογικών εντύπων, συμβάλλοντας στην αναζήτηση της ενότητας της σοφίας, θα μπορούσε να πάρει τα χαρακτηριστικά ενός νέου συστήματος ταξινόμησης της “ύλης”. Υπό τη γενική ομπρέλα της οικολογίας, ταξινομούνται οι επιστήμες, οι δραστηριότητες, οι εξάρσεις και οι υπερβολές της ιστορίας, οι αυταπάτες και οι προσδοκίες της ονειροπόλησης. Όλα αυτά μπορούν να κοιταχτούν όχι από τη σκοπιά της “ανάπτυξης”, της “τεχνολογικής προόδου”, των “δεικτών της οικονομίας” ή της στατιστικής της ζωής, αλλά σε συνάρτηση με τις αφετηρίες και τις αναφορές της ύπαρξης, τη φύση, τις φυσικές λειτουργίες, το φυσικό εν γένει.... “...να μάθει κανείς την τέχνην να ερωτά την φύσιν και την δυσκολοτέραν τέχνην να αναμένη την απόκρισίν της...” (Ιπποκράτης).

    Όλα τα πράγματα μπορούν να κοιταχτούν με διαφορετικό πνεύμα. Με ιδιοτέλεια ή με μεγαλοψυχία, βιωματικά ή χρησιμοθηρικά. Είναι διαφορετικό το “...πως βλέπει ο ξυλοκόπος ένα κομμένο δέντρο, από το πως το φαντάζεται ένας ποιητής” (Έμερσον). Ο Μπόρχες στη “Βιβλιοθήκη της Βαβέλ”, θυμίζοντας την εκδοχή του Pascal για τη φύση (“Η φύση είναι μια σφαίρα χωρίς τέλος, που το κέντρο της βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά”), καταθέτει μια παραλλαγή της για τη βιβλιοθήκη: “Η Βιβλιοθήκη είναι μια σφαίρα, το ακριβές κέντρο της οποίας είναι οποιοδήποτε εξάγωνο, κι η περιφέρειά της απροσπέλαστη”.

Η συγκέντρωση και καταγραφή σε ένα τόμο 2.800 βιβλίων -μετά την αντίστοιχη έκδοση με τα 530 εξώφυλλα περιοδικών- υπακούει σε αυτήν ακριβώς την αντίληψη για την οικολογία, τις ιστορικές αφετηρίες και το θεματικό της εύρος. Η παρουσίαση των βιβλίων με τα εξώφυλλα (ή τις σελίδες τίτλου) μαζί με τα βιβλιογραφικά τους στοιχεία, αποτελεί μία επιλογή, για την αμεσότερη αντίληψη και σχέση με το κάθε βιβλίο, για την καλλιέργεια μίας οικειότητας, για να σπάσει ο πάγος της πρώτης επαφής. Ένα μειονέκτημα της συγκεκριμένης αποτύπωσης, αναγκαστικά σε ασπρόμαυρο, είναι ότι δεν αποδίδεται η χρωματική ποικιλία πολλών εξωφύλλων, ούτε το ανάγλυφο, το πάχος, το υλικό του εξωφύλλου, η μυρουδιά του χρόνου, η υγρασία της πιθανής εγκατάλειψης, η σκόνη ή η ποιότητα της μελάνης ορισμένων άλλων.

“Γνώρισα ένα σχεδιαστή” λέει ο Έμερσον “που εργαζότανε στα δημόσια έργα, ο οποίος δεν μπορούσε να σχεδιάσει τους βράχους αν πρώτα δεν του εξηγούσαν τη γεωλογική τους σύσταση”. Αυτή τη βιωματική σχέση με τα πράγματα, δεν μπορούμε να την αποκαταστήσουμε πλήρως, έστω κι αν δεν αρκούμαστε μόνο στα βιβλιογραφικά στοιχεία των βιβλίων και δίνουμε και μια γεύση από τη “βιβλιογραφική” τους σύσταση.

Η επιλογή των συγκεκριμένων εκδόσεων που παρουσιάζουμε, δεν έγινε με αξιολογικά κριτήρια, ούτε, βεβαίως, σημαίνει κανενός είδους αποδοχή του περιεχομένου ή της μεθοδολογίας ή, έστω, της αισθητικής τους. Όπως όλες οι γενικές -και όχι οι “επιλεγμένες” - βιβλιογραφίες παρουσιάζει ο,τιδήποτε εμπίπτει στα γενικά κριτήρια που έχει θέσει, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, να εντάσσεται στις θεματικές ενότητες που έχουμε περιλάβει υπό την ομπρέλα της “οικολογίας”, να είναι ελληνόγλωσσο και να είναι βιβλίο ή φυλλάδιο. Ο αριθμός των σελίδων είναι το -όχι, πάντα, ασφαλές- κριτήριο για το διαχωρισμό του βιβλίου από το φυλλάδιο. Αποφύγαμε να εντάξουμε ολιγοσέλιδες εκδόσεις, πλην κάποιων πολύ σημαντικών, ενώ, καμιά φορά, η ένδειξη χ.α. (χωρίς αρίθμηση) υποκρύπτει αριθμό σελίδων που κυμαίνεται από 4-6 έως ένα πολυσέλιδο σετ ειδικών σημειώσεων ή κάποια ειδική έκδοση- ημερολόγιο, φάκελο, κλπ.

Το σύνολο των εκδόσεων που εκτίθενται, χωρίστηκε σε 32 θεματικές ενότητες, στις οποίες εξετάζεται ο τρόπος και ο βαθμός εμπλοκής διαφόρων κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων με τη φύση, το περιβάλλον και την οικολογική προβληματική. Η Βάση Δεδομένων που έχει δημιουργηθεί στην Ευώνυμο Οικολογική Βιβλιοθήκη και στα στοιχεία της οποίας στηρίχθηκε η παρουσίαση των βιβλίων, περιέχει, βεβαίως, και άλλες πληροφορίες, οι οποίες για πρακτικούς λόγους δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν.  Οι κυριότερες από τις πληροφορίες αυτές, αφορούν τις “λέξεις-κλειδιά”, οι οποίες προσδιορίζουν επιμέρους θέματα που πραγματεύεται η έκδοση και τα οποία δεν προκύπτουν ούτε από τον τίτλο, αλλά ούτε και από τη θεματική τους κατάταξη. Έχει δημιουργηθεί ένας κατάλογος από 1.100 λέξεις-κλειδιά και για κάθε έκδοση καταχωρίζονται, συνήθως, 5-10 από αυτές.  Με βάση τις λέξεις αυτές ή άλλα χαρακτηριστικά του βιβλίου, είναι δυνατή η αναζήτηση και η ανάκτησή του,  αξιοποιώντας έτσι τις μεθόδους της νέας τεχνολογίας, της ηλεκτρονικής βιβλιοθηκονομίας και της συστηματικής ταξινομικής. Όλες οι εκδόσεις είναι μη περιοδικές, πλην ολίγων εξαιρέσεων που, λόγω του μεγάλου αριθμού των σελίδων και της θεματικής συνάφειας του περιεχομένου, προσεγγίζουν περισσότερο στην έννοια του βιβλίου, παρά την περιοδικότητά τους.

Υπάρχουν, επίσης, αρκετά ανάτυπα, όταν από κάποιο συλλογικό έργο -υλικά συνεδρίων ή συνήθως από κάποιο περιοδικό-, ένας συγγραφέας αποκόβει τη δημοσιευμένη σε αυτό εργασία του και την παρουσιάζει σε χωριστό τομίδιο. Μέσω ενός ανάτυπου ένα άρθρο μεταμορφώνεται σε βιβλίο. Γίνεται το ενδιάμεσο σκαλοπάτι  που οδηγεί από το περιοδικό στο βιβλίο. Ακόμη, περιλάβαμε κανονικές ανατυπώσεις παλαιών εκδόσεων -όπως, για παράδειγμα, η πρόσφατη που η Ευώνυμος εξέδωσε μαζί με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία  “Περί της Χρησιμότητος των Πτηνών” που πρωτογράφηκε το 1880. Όταν μια ανατύπωση κυκλοφορεί χωρίς καμία προσθήκη στην αρχική έκδοση, παρουσιάζεται μόνον το ένα βιβλίο-το παλαιότερο, αν το έχουμε. Αν όμως έχουν προστεθεί κάποια, έστω, επεξηγηματικά κείμενα, υπάρχει διαφορετικό εξώφυλλο, κλπ., τότε παρουσιάζονται ως δύο ξεχωριστές εκδόσεις.

Τα τυπωμένα βιβλία, βεβαίως, κυριαρχούν αλλά δε λείπουν και κάποια χειρόγραφα, σημαντικότερο από τα οποία είναι αυτό της “Ειδικής Γεωργίας” που γράφτηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας το 1909 και έχει περίπου 500 σελίδες, χωρίς αρίθμηση.

Αποφύγαμε, λόγω του τεράστιου αριθμού και του ειδικού προσανατολισμού της Ευωνύμου, τις πολύ εξειδικευμένες μελέτες ή εργασίες για συγκεκριμένους χώρους ή θέματα, αυτές δηλαδή που συγγράφονται για λόγους συμβατικών υποχρεώσεων, όπως οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, εκτός από κάποιες που αφορούν σε πολύ σημαντικά και ευρύτερα γνωστά θέματα (Αχελώος, ύδρευση Αθήνας, κλπ.)

Το παλαιότερο βιβλίο που καταχωρίζουμε στην έκδοση είναι του 1819 και αφορά σε μια ιστορική έκδοση περιηγητικού χαρακτήρα, τυπωμένη στη Βιέννη. Η “Περιήγησις του νεαρού Αναχάρσιδος” στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής.(10) Τις περιηγητικές του μαρτυρίες συνέλεξε και κατέγραψε ο Αββάς Βαρθολομαίος σε 7 τόμους, έναν από τους οποίους διαθέτουμε στην Ευώνυμο και παρουσιάσαμε λόγω και του ειδικού ενδιαφέροντος που έχει σε θέματα σχέσεων κοινωνίας - φύσης.

Όλα τα παλαιά βιβλία που παρουσιάζουμε έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον, όχι τόσο λόγω του θέματος αυτού καθ’ εαυτού, αλλά γιατί αποτυπώνουν μία εποχή και αποκαθιστούν το νήμα της συνέχειας στην ανθρώπινη πορεία. Κάνουν πιο σαφές το παρόν, πιο στέρεη τη γνώση. Ένα βιβλίο τοξικολογίας, για παράδειγμα, σημερινό, δε θα παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια οικολογική συλλογή. Όμως, περιλάβαμε στην έκδοση την Τοξικολογία του 1845, που έχει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον (Τα δηλητήρια, τότε, διακρίνονταν σε “ζωϊκά, αεροειδή, ορυκτώδη και φυτικά”, ενώ τώρα αποτελούν υποδιαιρέσεις μόνον της χημείας).  Για τον ίδιο λόγο, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει μια Φαρμακολογία του 1818 (την έχουμε σε σχετικά πρόσφατη ανατύπωση) όπου η χημεία γράφεται με “υ”, δηλαδή “χυμεία”, από το χυμός. Αγνοώ την προέλευση του “η” στη σημερινή χημεία.

Δε μας ενδιαφέρει πώς συντηρούνται σήμερα τα τρόφιμα με συντηρητικά ή άλλα χημικά μέσα (εκτός βέβαια για τους κινδύνους που κρύβουν και όχι για να τα προβάλουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε), ή πώς καθαρίζονται τα ρούχα από κάθε είδους λεκέδες (έτσι κι αλλιώς μόνο σε ειδικά εργαστήρια  παράγονται τα σχετικά “καθαριστικά”) μας ενδιαφέρουν όμως, και γι’ αυτό παρουσιάζουμε τις σχετικές εκδόσεις, οι χυμικές συνταγές για τον καθαρισμό πριν από έναν αιώνα ή οι μέθοδοι συντήρησης τροφίμων χωρίς ψυγεία και χημικά, στην κατοχή ή παλιότερα.

Προσφεύγοντας στο παρελθόν δε θεοποιούμε το παλιό ή το αρχαίο, αλλά αναζητούμε το φυσικό, το οποίο λείπει και έχει θέση στη σημερινή μας ζωή και στα σχέδια του μέλλοντος. Όμως, ακόμη κι αν δεν έχουν αυτό το χρησιμοθηρικό τους χαρακτήρα, τα παλιά είναι κομμάτι της συνέχειας της ύπαρξης. Μας λέει ο Μ. Προυστ στο “Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο”: “Ακόμα κι όταν έπρεπε να προσφέρει σε κάποιον ένα δώρο, καθώς λένε, χρήσιμο, όταν έπρεπε να χαρίσει μία πολυθρόνα, ένα σερβίτσιο, ένα μπαστούνι, γύρευε να βρει “αντίκες”, λες και, αφού από την αχρηστία είχαν χάσει το χαρακτήρα της ωφελιμότητας, ήταν στη διάθεσή μας πιότερο για να μας διηγηθούν τη ζωή ανθρώπων μιας άλλης εποχής παρά για να εξυπηρετήσουν τις απαιτήσεις της δικής μας”.

Η μεγάλη πλειοψηφία των εκδόσεων που περιλαμβάνονται στη συλλογή της Ευωνύμου και αυτών που παρουσιάζονται στον παρόντα τόμο, έχουν εκδοθεί στην Αθήνα. Ακολουθούν, σε μεγάλη όμως απόσταση, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Πάτρα, Κέρκυρα, Ναύπλιο, αλλά και  πόλεις έξω από την Ελλάδα με ισχυρή ελληνική παρουσία (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αϊδίνιο, Βιέννη, Αλεξάνδρεια, Λονδίνο).

Το χρώμα στα βιβλία μπορεί να έπαψε πλέον να αποτελεί, από τεχνική άποψη, ένα πρόβλημα, όμως πάντα κοστίζει και στο παρελθόν αποτελούσε, επιπλέον, και ένα δύσκολο και γι’ αυτό όχι συχνό εγχείρημα η αναπαραγωγή εγχρώμων εικόνων.(6)

Η πρακτική των εκτεταμένων ευρετηρίων - συγγραφέων, θεμάτων, περιοδικών, ειδών, κλπ. - ανάλογα και με το θέμα του βιβλίου, ξεκινάει από πολύ παλιά. Τα πρώτα Index ανάγονται στην πρώτη ακόμα εποχή της τυπογραφίας, όταν η σύνταξή τους αποτελούσε μία πολύ δύσκολη και επίπονη εργασία, ενώ τώρα είναι θέμα μιας “εντολής” του υπολογιστή. Τα ευρετήρια είναι τα ανοιχτά παράθυρα του βιβλίου. Μέσω αυτών βλέπουμε όλες τις γωνιές του, τις έννοιες, τα ονόματα, τις τοποθεσίες τις χρονολογίες και κάθε άλλη κατηγορία που ο συγγραφέας θέλει να αναδείξει. Σε μια καταπληκτική δίγλωσση έκδοση του έργου του Θεόφραστου “Περί Φυτών” (αρχαία ελληνικά - λατινικά), που όμως μέχρι τώρα δεν έχει κυκλοφορήσει στα νέα ελληνικά, τυπωμένη το 1644, σε μεγάλο σχήμα, με 1200 σελίδες και εκατοντάδες εικόνες φυτών, υπάρχει στο τέλος index 100, περίπου, σελίδων (!).

Η μεταφορά στην ελληνική γλώσσα σημαντικών βιβλίων από τους κυριότερους εκπροσώπους της οικολογικής σκέψης, ακολούθησε διαφορετικούς ρυθμούς. Το κλασικό -και πρώτο, ουσιαστικά- βιβλίο Πολιτικής Οικολογίας, η “Σιωπηλή Ανοιξη” της Ράκελ Κάρσον, άργησε πάρα πολύ να μεταφραστεί στα ελληνικά. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1962 και μεταφράστηκε μόλις το 1981, από τον “Κάκτο”. Η “Οικολογία” του Π. Σάμουελ μεταφράστηκε ακαριαία, την ίδια χρονιά που πρωτοκυκλοφόρησε, το 1973, από τις Εκδόσεις “Βέργος”. “Η Οικολογία ή ο Θάνατος” του Ρ. Ντυμόν κυκλοφόρησε το 1973 και μεταφράστηκε το 1974 (Ρέππας). “Η Οικολογία της Ελευθερίας” του Μ. Μπούκτσιν γράφτηκε το 1974 και μεταφράστηκε το 1978 (Διεθνής Βιβλιοθήκη). Το πολιτικό μανιφέστο του Ι. Ίλιτς “Ευτραπελία” που γράφτηκε το 1973, μεταφράστηκε μόλις το 1989 από τις Εκδόσεις “Κατσάνος”. “Το Μικρό είναι Όμορφο” του Ε. Σουμάχερ 1973-1980 (“Γλάρος”).  Το “Οικολογικό Μανιφέστο” του Π. Σάμουελ 1977-1979 (Ανδρομέδα). Η “Γαία” του Τ. Λόβλοκ, 1979-1993 (Aquarius). Το “Τι είναι Οικολογία” τΏΕ Ν. Σιμονέ, 1979-1985 (Νέα Σύνορα). Στο “Ο Κύκλος που κλείνει” του Μ. Κόμονερ, δυστυχώς, δεν αναφέρεται ούτε η χρονολογία της αγγλόφωνης έκδοσης, ούτε η χρονολογία της ελληνικής (Παρατηρητής). (2)

Η έκρηξη της τυπογραφίας και των κάθε είδους εντύπων, αν και δέχεται πολλές απειλές από την εξέλιξη της σύγχρονης τεχνολογίας και ειδικά της ηλεκτρονικής, εξακολουθεί να δίνει εντυπωσιακούς αριθμούς παραγωγής τίτλων και τιράζ, κάθε χρόνο.  Υπολογίζεται ότι σήμερα κυκλοφορούν, ετησίως, 600.000 νέοι τίτλοι βιβλίων παγκοσμίως, σε ένα τιράζ 80-100 δισ. αντιτύπων. Τα “ηλεκτρονικά βιβλία” και οι “ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες” θα πρέπει να περιμένουν ακόμη.  Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι εύκολο να προσελκύσουν αναγνώστες λογοτεχνικών βιβλίων ή ποιημάτων σε μία οθόνη υπολογιστή.  Ούτε η οικολογία θα πρέπει να είναι από τα πρώτα θύματα.

Η βιβλιοπαραγωγή στο χώρο της οικολογίας γνωρίζει μεγάλη άνθηση την τελευταία 20ετία. Η “Οικολογία” του Π. Σάμουελ είναι το πρώτο βιβλίο πολιτικής οικολογίας που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, το 1973. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε, δεκάδες βιβλία πολιτικής οικολογίας καλύπτουν όλο το φάσμα των ιδεών και των προσεγγίσεων, κυρίως από μεταφράσεις, αφού η εγχώρια παραγωγή εξακολουθεί να είναι μάλλον περιορισμένη.

Η συλλογή των βιβλίων και άλλων εκδόσεων που καταγράφουμε στον παρόντα τόμο, κατανέμεται χρονικά σε ένα διάστημα δύο σχεδόν αιώνων, θεματικά είναι χωρισμένη σε 32 ενότητες και αριθμητικά φτάνει τις 2800 εκδόσεις. Τα παλαιότερα βιβλία, φυσικά, δεν εντάσσονται σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε -πολιτική ή μη- οικολογία. Πραγματεύονται όμως θέματα που σχετίζονται -φιλοσοφικά, γνωσιολογικά, εννοιολογικά, ιστορικά- με την επιστήμη της οικολογίας και, στη συνέχεια, με την κοινωνική και πολιτική εκδοχή της.

Παρουσιάζοντας αναλυτικά τις 32 θεματικές ενότητες θα αναφερθούμε σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες εκδόσεων που εντάξαμε στη συλλογή μας και κατατάξαμε αντιστοίχως στις ενότητες αυτές.

Η επιστήμη της οικολογίας και η πολιτική οικολογία δεν προέκυψαν ενοραματικά, αλλά ως εξέλιξη -και τομή- ιδεών, κοινωνικών και οικονομικών πρακτικών και αναγκών, έχουν ιστορικό βάθος, πολιτισμικά ερείσματα και κοινωνικές διαπλοκές, που η αναζήτησή τους δεν αφαιρεί ούτε κατ’ ελάχιστο από τον καινοτόμο και ανανεωτικό της χαρακτήρα αλλά, αντίθετα, την καθιστά πιο στέρεη -ενισχύεται η σταθερότητά της όταν αποδειχθεί η μεγάλη “ποικιλότητά της- αλλά και πιο διεισδυτική και αποτελεσματική σε συνειδήσεις, κοινωνικούς χώρους και μορφές ύπαρξης και λειτουργίας. Η οικολογία δεν έρχεται ως η νέα αλήθεια στη θέση αυτών που κατέρρευσαν, ούτε ως η νέα ιδεολογία - πιλότος που θεραπεύει πάσαν νόσον. Δεν αυτοπεριορίζεται, όμως, στο χώρο του αντιρρυπαντή τεχνοκράτη. Δεν αποτελεί μια απανταχούσα για την προστασία του περιβάλλοντος. Ενδιαφέρεται για τα ζώα, για τα φυτά και κάθε μορφή ζωής, γιατί αυτός είναι ένας τρόπος να βλέπει κανείς και να προστατεύει την ζωή συνολικά.

Αυτές τις πηγές που τροφοδότησαν την οικολογική προβληματική και την πολλαπλότητα των εκδηλώσεών της, αναζητούμε με τη συλλογή που παρουσιάζουμε.  Είναι σίγουρο ότι η παρουσία κάποιων από τα ακολουθούντα βιβλία, σε μία “οικολογική συλλογή”, θα εγείρει ενστάσεις ή και διαφωνίες. Η επιλογή έγινε με βάση κριτήρια, που εκτίθενται στην εισαγωγή, αλλά είναι και από τη γενική μας αντίληψη για τις πηγές και το εύρος της οικολογικής σκέψης. Όλα αυτά, φυσικά, είναι υπό την κρίση “οικολόγων” και “βιβλιογράφων”. Ο Μπόρχες κάπως έτσι αντιλαμβάνεται και τη βιβλιοθήκη της Βαβέλ του, παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα του Λάϊμπνιτς: “Φανταστείτε δύο βιβλιοθήκες. Η πρώτη αποτελείται από χίλια αντίτυπα της Αινειάδας, την οποία ο Λάϊμπνιτς θεωρεί ως το τέλειο βιβλίο -και μπορεί να είναι. Η άλλη περιέχει χίλια βιβλία ποικίλης αξίας, ανάμεσα στα οποία και ένα αντίτυπο της Αινειάδας. Ποιά από τις δύο βιβλιοθήκες αξίζει περισσότερο; Προφανώς η δεύτερη. Έτσι ο Λάϊμπνιτς φτάνει στο συμπέρασμα πως το κακό είναι αναγκαίο για την ποικιλία του κόσμου”.

 

 

ΟΙ 32  ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ

  

   1. Άνθρωπος - Φύση: Στην ενότητα αυτή περιλάβαμε βιβλία που πραγματεύονται φιλοσοφικά θέματα των σχέσεων κοινωνίας - φύσης. Η διάκριση ανάμεσα σε βιοκεντριστές και ανθρωποκεντριστές είναι μεν σχετικά πρόσφατη, αλλά υψηλά δείγματα βιοκεντρισμού -έστω και λανθάνοντος- συναντούμε από την κλασσική αρχαιότητα ακόμη. Ο νεαρός Ανάχαρσις μας μεταφέρει την παρακάτω εμπειρία από μία συνομιλία του, στη διάρκεια της περιήγησής του στην αρχαία Ελλάδα: “Και τη αληθεία, με ποίον δικαίωμα τολμώμεν να ανασπώμεν την ζωήν από όντα, τα οποία καθώς ημείς, εδέχθησαν εκείνο το δώρον το ουράνιον; Οι πρώτοι άνθρωποι, εις τας φωνάς της φύσεως ευπειθέστεροι, επρόσφεραν θυσίαν εις τους Θεούς μόνον οπώρας, μέλι και πλακούντας, από τα οποία ετρέφοντο.  Κανείς δεν ετόλμα να χύση αίμα ζώων και μάλιστα εκείνων, τα οποία είναι εις τον άνθρωπον χρήσιμα”. Ο Έμερσον είναι ακόμη πιο σαφής στο βιοκεντρικό του στίγμα: “Αυτό που αποκαλούμε φύση είναι μια αυτορυθμιζόμενη λειτουργία ή ανακύκλωση και η φύση ό,τι παράγει, το κατασκευάζει μόνη της, και δεν επιτρέπει σε άλλον να το χαρακτηρίσει, αλλά αυτοχαρακτηρίζεται και τούτο διαμέσου των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων στο διηνεκές”. Ο Ρεμπώ προσβλέπει στη φύση “σαν θέα καλωσύνης”.

Περιλάβαμε ακόμη βιβλία ανθρωπολογίας και ανθρωπογένεσης, ορισμένα λαογραφικά που αναφέρονται σε έθιμα που συνδέονται με φυσικά φαινόμενα, με εποχές, κλιματικά φαινόμενα, θρύλους και παραδόσεις για τα στοιχεία και τα στοιχειά της φύσης και αρκετές εκδόσεις μυθολογίας, στις οποίες αποτυπώνονται ανθρώπινες καταστάσεις, αγωνίες υπαρξιακές, δεισιδαιμονίες, φόβοι, πάθη, μέσα από μια βιωματική σχέση με τη φύση και το άγνωστο της ζωής και της ύπαρξης. Πολλοί από τους μύθους και η θεοποίηση της φύσης και των στοιχείων της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μέτρα προστασίας της. Ακριβώς επειδή οι μύθοι αυτοί ήσαν εξελισσόμενοι και όχι κλειστές αλήθειες και κανόνες -όπως τα δόγματα των σύγχρονων θρησκειών- ήσαν ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι στις κοινωνικές εξελίξεις και γι’ αυτό πιο πιστευτοί και αποτελεσματικοί. Η θεά Δήμητρα τιμώρησε το νεαρό Θετταλό βασιλιά Ερυσίχθωνα με “ακράτητον βουλιμίαν” -να τρώει και να μη χορταίνει, ώσπου έφαγε και τον ίδιο τον εαυτό του- επειδή έκοψε όλα τα δάση γύρω από την πόλη για να κατασκευάσει αίθουσα συμποσίων. Σκεφτείτε την αποτρεπτική ισχύ αυτού του μύθου, ή ακόμη τη συσχέτιση ενός δέντρου με μία νύμφη, ή μιας σπηλιάς με την κατοικία μιας μούσας.

   

     2. Βιομηχανία - Φυσικοί Πόροι: Η βιβλιοπαραγωγή που καταγράφει τις επιπτώσεις της βιομηχανικής και βιοτεχνικής δραστηριότητας στο περιβάλλον, είναι περιορισμένη. Η εικόνα, πάντως, των διαπλοκών της παραγωγής με τη φύση δεν εξαντλείται στη ρύπανση, αλλά αφορά και στην εξάντληση των φυσικών πόρων, γι’ αυτό και περιλάβαμε υπό κοινή θεματική ενότητα τις δύο αυτές παραμέτρους. Η παρακολούθηση της βιομηχανικής εξέλιξης, ιστορικά, μας διευκολύνει στην κατανόηση του φαινομένου της “αναπτυξιομανίας”, που επηρέασε περιβάλλον -φυσικό, αστικό και εργασιακό- και πόρους.  Από την εποχή του Πεισίστρατου επιβαλλόταν, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, η εγκατάσταση ορισμένων δραστηριοτήτων έξω από την πόλη (εργαστήρια δερμάτων, τυροκομεία, βαφεία, αρωματοποιεία, κλπ.). Η αγγειοπλαστική είχε “οριοθετηθεί” στο ...Βιοτεχνικό Πάρκο του Κεραμικού. Ο Στράβων επισήμανε τη βιομηχανική ρύπανση στην Ιβηρική χερσόνησο: “χτίζουν τα καμίνια για την κατεργασία των αργυρομεταλλευμάτων με υψηλές καμινάδες, ώστε να ανεβαίνει το αέριο από το μετάλλευμα ψηλά στην ατμόσφαιρα γιατί είναι βαρύ και ολέθριο”. (Η αναφορά αυτή, όπως και ορισμένα ακόμη στοιχεία για την Οικολογία των αρχαίων, προέρχονται από την έξοχη εργασία του Α. Κανελλόπουλου: “Η οικονομική σκέψη και πολιτική των αρχαίων Ελλήνων. 1. Οικολογία και οικονομική του περιβάλλοντος”, εκδ. Καραμπελόπουλος, 1985).

 

   3. Βιότοποι - Τοπία: Αποσπάσαμε την ενότητα αυτή από την ευρύτερη κατηγορία “Φύση”, για να συγκεντρώσουμε εκδόσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα σε φυσικούς χώρους, σε βιότοπους (Υγρότοποι, Εθνικοί Δρυμοί, Ποτάμια, Λίμνες, Δέλτα, Φαράγγια, Δάση, Κόλποι, Χαράδρες, Ιαματικές Πηγές, Υδρογεωλογικές Λεκάνες, Κήποι και Πάρκα), αλλά και σε αυτό που αποκαλούμε “τοπίο”, δηλαδή χώροι που χαρακτηρίζονται από αισθητική, ιστορική και αρχαιολογική αξία.

Η ιδέα της ειδικής προστασίας συγκεκριμένων χώρων ή στοιχείων της φύσης είναι και αυτή αρκετά παλαιά. Ο Πλάτων στους “Νόμους” του προβλέπει τη φύτευση δένδρων, την προστασία των πηγών, την απαγόρευση του κυνηγιού και της αλιείας για την προστασία ορισμένων ειδών.

Ένας από τους σημαντικότερους περιηγητές που επισκέφθηκε την Ελλάδα και κατέγραψε όσα είδε και έζησε, ο Τούρκος Εβλιά Τσελεμπί, από τον 17ο αιώνα, εν μέσω Τουρκοκρατίας, μας δίνει μία πολύ σημαντική πληροφορία, για το πρώτο (;) πάρκο, στην περιοχή της Ροδόπης¨ “Αφήσαμε πίσω μας το ίδρυμα και το χαμάμ και τραβώντας πάντα νότια, φτάσαμε στο Σουλτανικό Πάρκο. Πρόκειται για ένα τεράστιο δάσος που σκεπάζει μία ολόκληρη οροσειρά του Αίμου. Αγέλες από σαράντα χιλιάδες κέλητες, φοράδες και ατίθασα πουλάρια ξεχειμωνιάζουν στις πλαγιές του. Το δάσος φυλάγεται από ειδικό Σώμα δασοφυλάκων - δασονόμων που υπάγεται στο Σταυλάρχη του Σουλτάνου. Δουλειά τους, να τιμωρούν αυστηρά όποιον έχει κατά νου να κόψει έστω κι ένα δέντρο αποκεί πέρα”. (Ε. Τσελεμπί, Ταξίδι στην Ελλάδα, εκδ. Εκάτη, 1991)

 

   4. Γεωφυσικό Περιβάλλον: Στη θεματική αυτή ενότητα περιλάβαμε εκδόσεις που αναφέρονται στο κλίμα, σε ορισμένα φυσικά φαινόμενα που συνδέονται με φυσικές καταστροφές (ηφαίστεια, σεισμοί, λειψυδρία), το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την τρύπα του όζοντος, τα παλιρροϊκά φαινόμενα και τους κοσμικούς κινδύνους. Ο Ε. Κουρίλας μας δίνει την εξής πολύτιμη πληροφορία για τους ερασιτέχνες μετεωρολόγους: “Εις τον ‘Αθω ο Καυσοκαλυβίτης γέρων Ισίδωρος από 30ετίας αναγράφει καθ’ εκάστην τους καιρούς και έχει συγγράψει τόμους ολόκληρους. Οι θεράποντες της επιστήμης εν τω υπουργείω της Γεωργίας εν συνεργασία μετά της υπηρεσίας του Εθνικού Αστεροσκοπείου δύνανται να προαγάγωσι σπουδαίως το μετεωρολογικόν μέρος του Δελτίου τούτου και να καταστήσωσιν αυτό χρησιμότατον.”

 

   5. Δάση: Και η ενότητα αυτή θα μπορούσε να στεγαστεί υπό τη γενική ομπρέλα “φύση”.  Όμως η πληθώρα των εκδόσεων, αλλά και η ιδιαίτερη σημασία του θέματος  “δάση”, για την Ελλάδα, μας υπαγόρευσε το διαχωρισμό της. Υπάρχουν, λοιπόν, εκδόσεις -και πολλά ενημερωτικά φυλλάδια που κάποτε διανέμονταν δωρεάν, ως “δασική προπαγάνδα”, ή για την καλλιέργεια “φιλοδασικής συνείδησης”- για τη δασική ιστορία, τη δασική πολιτική, τις πυρκαγιές και τις αναδασώσεις, καταγραφικά των δασών, πανεπιστημιακές εκδόσεις, εκδόσεις για συγκεκριμένα δασικά είδη, για τη δασική οικονομία και την ιδιοκτησία, την πρακτική δασοκομία και τη δασική οδοποιϊα.

     Ο κίνδυνος των κατσικιών για το πράσινο, τα δάση και τις καλλιέργειες, είχε εντοπιστεί από την αρχαιότητα, όπου πολλές πόλεις τα είχαν απαγορεύσει, ενώ συνήθης ήταν η πρακτική της ιεροποίησης αλσών και δασών. Στη σύγχρονη Ελλάδα πασχίζουμε ακόμη να βγάλουμε τα κοπάδια των κατσικιών έξω ακόμη και από Εθνικούς Δρυμούς.  Φημισμένα ιερά δέντρα στην αρχαιότητα ήσαν: η Ελαία των Αθηνών, ο Φοίνικας της Δήλου, η Δρυς της Δωδώνης, η Αγριοελαία της Ολυμπίας, ο Πλάτανος που ο Αγαμέμνων φύτευσε στους Δελφούς, κλπ. Η “Ελιά του Πλάτωνα” που διεσώθη μέχρι τις μέρες μας, έπεσε... θύμα τροχαίου στην περιοχή του Ελαιώνα, πριν λίγα χρόνια. Δεν είναι απολύτως σαφές αν για λόγους προστασίας του είδους ή καλλιεργητικής πρακτικής είχε θεσπιστεί νόμος στην Αττική που απαγόρευε στον ιδιοκτήτη να ξερριζώνει κάθε χρόνο περισσότερα από 2 δέντρα.

 

   6. Δίκαιο Περιβάλλοντος: Από τους νεώτερους κλάδους του δικαίου, που όμως έχει ήδη να επιδείξει μία σημαντική προσφορά στη θεσμική - νομική διάσταση της προστασίας του περιβάλλοντος. Συνταγματικές ρυθμίσεις και δικαιώματα των πολιτών, νόμοι και διατάγματα, αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κοινοτικό Δίκαιο -το οποίο έχει συγκεντρωθεί σε 7 θεματικούς τόμους- και Διεθνείς Συμβάσεις συγκροτούν τη βιβλιοπαραγωγή του χώρου. Ορισμένες παλαιότερες εκδόσεις, γενικές περί Δικαίου, προσφέρονται για αλίευση ειδικών ρυθμίσεων για θέματα, χώρου, γης και προστασίας.

 

   7. Δομημένο περιβάλλον: Από τη μεγάλη βιβλιοπαραγωγή για θέματα αστικού- δομημένου χώρου, αναγκαστικά έγινε  μία επιλογή, ελπίζουμε αντιπροσωπευτική, σε μια  προσπάθεια  να αποφύγουμε τεχνικά και εξειδικευμένα βιβλία για την οικοδομή και  τις  κατασκευές, και να αναδείξουμε,  κυρίως, τα  θέματα της  δομής,  της οργάνωσης και λειτουργίας της πόλης. Έτσι περιλάβαμε  εκδόσεις  για την εξέλιξη της  “πόλης”  και  της αρχιτεκτονικής,  της πολεοδομίας και  της  κατοικίας,  την κοινωνιολογία της πόλης, τη φύση μέσα και γύρω από την πόλη, την  τροφοδοσία της, τις διεθνείς τάσεις για την εξέλιξη των πόλεων   και  των  πολεοδομικών  συγκροτημάτων, , παλιότερους οδηγούς  για ορισμένες πόλεις, σχέδια πόλεων και αναπλάσεων, για τη βιοκλιματική  αρχιτεκτονική και την εξοικονόμηση ενέργειας  στην  κατοικία και γενικά στα κτίρια,  για τα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης των πόλεων και, βέβαια, κείμενα  στοχαστικά πάνω στην πόλη, στον πολιτισμό της, στην “υγεία” και στην ασφυξία που παράγουν. Τη μερίδα του λέοντος έχει η Αθήνα και η Αττική και αυτό, κατά ένα μέρος, αποτελεί και υποκειμενική αδυναμία της Ευωνύμου να  συγκεντρώσει τοπικές εκδόσεις για τις άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Τα θέματα της πόλης και των ορίων της απασχόλησαν όλους σχεδόν τους  σημαντικούς  φιλοσόφους  της  αρχαιότητας. Ο Πλάτωνας  μιλώντας για την “τελέα πόλι ή την υγιή τρυφώσα πόλι” θεωρεί ως άριστο μέγεθος για μια πόλη τους 5.040 (!) κατοίκους. Ο Ιππόδαμος, ο διάσημος Μιλήσιος αρχιτέκτων, γνωστός για την οικοδόμηση της πόλης του Πειραιά, επινόησε ένα σύστημα ρυμοτομίας που ονομάστηκε “Ιπποδάμειος νέμεσις”, έκανε  την “Ιπποδάμειο αγορά” και η  σημερινή  πλατεία  που υπάρχει προς τιμήν του στον Πειραιά -η Πλατεία Ιπποδαμείας- δυστυχώς είναι ευρύτερα γνωστή για ένα κακέκτυπο γιουσουρούμ της Κυριακής, παρά για τις ιδέες του τιμωμένου. Ο Ιππόδαμος θεωρούσε ως βέλτιστο πληθυσμιακό μέγεθος μίας πόλης τους 10.000 κατοίκους. Ο  Αριστοτέλης αποφεύγει τους αριθμούς και ορίζει ως μέτρο για το άριστο μέγεθος της πόλης την αυτάρκειά της: “γιγνομένη μεν ουν του ζην ένεκεν, ούσα δε του ευ ζην”. Σήμερα η “φιλοσοφία του μέτρου και της ισορροπίας, ... η αποστροφή προς το γιγαντισμό, το κυκλώπειο μέγεθος, το άμετρο μέγεθος, η συνεννόηση  μορφής και περιεχομένου ή λόγου και αισθήματος”, έχουν τεθεί εκτός κλίμακας αξιών και δεν υπαγορεύουν νόμους, κανονισμούς και συμπεριφορές.

 

   8. Εκπαίδευση: Από το περιβάλλον, για το περιβάλλον, δια μέσου του περιβάλλοντος. Το τρίπτυχο αυτό που προσδιορίζει τη φιλοσοφία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, περνάει σταδιακά στη σχολική κοινότητα. Όμως, εδώ η εμπειρία του παρελθόντος, μπορεί να μην ακούει στο όνομα “περιβαλλοντική εκπαίδευση”, έχει όμως τα χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης για τη ζωή, το φυσικό και την ομαλή κοινωνική ένταξη των νέων παιδιών. Ακόμη και η διδασκαλία της γλώσσας, χρησιμοποιούσε ως υλικό της, έννοιες και λέξεις από τη φύση. Ο “θεσμός” του σχολικού κήπου και του φυτολογίου, έχει ατονήσει από πολλά χρόνια. Πεδίο για την εκπαίδευση - όπως και για το παιχνίδι - δεν είναι  η αυλή, το πάρκο, η αλάνα, η εξοχή, αλλά το τραπέζι -γενικά το “επιτραπέζιο”- και η οθόνη - της τηλεόρασης, του υπολογιστή, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Όμως, η σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα χωλαίνει και σε πολλά ακόμη σημεία. Η ομαδικότητα, η συλλογικότητα και ο συνεργατισμός, στοιχεία τόσο απαραίτητα για την κοινωνικοποίηση κάθε νέου ανθρώπου, μπορούν να ελπίζουν, σχεδόν αποκλειστικά, στη σχολική κοινότητα για να εξελιχθούν, αφού σπίτι, γειτονιά, παρέα, πόλη είναι πολύ πιο δύσκολο να παίξουν το ρόλο τους στην προσπάθεια αυτή.

Ο θεσμός της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, που ακόμα στηρίζεται στον πατριωτισμό του εκπαιδευτικού και τη διάθεση των μαθητών, εξελίσσεται πολύ γρήγορα τα τελευταία χρόνια. 500 ως 700 εργασίες κάθε χρόνο αποτελούν τον καρπό και το ορατό μόνον αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Οι επιδράσεις της εμπειρίας αυτής στην εκπαιδευτική διαδικασία συνολικά, δεν είναι ακόμα καταγεγραμμένες και, πάντως, μάλλον περιορισμένες.

Στην ενότητα λοιπόν αυτή, περιλάβαμε όλες τις σύγχρονες εκδόσεις που αναφέρονται στη θεωρία και την πρακτική της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης -ακόμη είναι λίγες οι αυτοτελείς εκδόσεις, ενώ η αρθρογραφία είναι αρκετά εκτεταμένη-, σχολικές εκδόσεις για τη “Μελέτη του περιβάλλοντος” και άλλα συναφή συγγράμματα, αλλά και πολλές παλιές εκδόσεις - όταν ακόμη δεν ήταν υποχρεωτικό το ένα σύγγραμμα για κάθε μάθημα, αλλά υπήρχε η ελευθερία επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικά βιβλία -που αναφέρονται στη φυσική ιστορία και τη φυσιογνωσία, τη φυτολογία και τη βοτανική, τη ζωολογία, τη γεωγραφία, τη σχολική υγιεινή, το σχολικό κήπο και τη γεωργική εκπαίδευση, τη χαρτογραφία, το παιχνίδι, τα οικιακά, ορισμένες εκδόσεις κοσμογραφίας, γεωλογίας και βιολογίας. Παρουσιάζουμε ακόμη ένα μικρό μόνο δείγμα των εργασιών των ομάδων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.

 

   9. Ενέργεια: Η κατανάλωση της ενέργειας θεωρήθηκε -και θεωρείται ακόμα- ως ένας από τους δείκτες της ανάπτυξης και της προόδου. Ίσως ήρθε η ώρα να θεωρηθεί ως αρνητικός δείκτης για το μέλλον του πλανήτη. Η ανθρωπότητα σπαταλάει όλες τις μορφές ενέργειας, εκτός από την ανθρώπινη, ενώ ήρθε η ώρα να θέσει, ακριβώς, τον αντίθετο στόχο. Να εξοικονομήσει κάθε μορφή ενέργειας και να “σπαταλήσει” άνευ φειδούς, την πλέον ανανεώσιμη μορφή ενέργειας που είναι η ανθρώπινη. Οι εκδόσεις που περιλάβαμε στη θεματική αυτή ενότητα αναφέρονται στις επιδράσεις των ενεργειακών μας επιλογών στο περιβάλλον και στα ενεργειακά αποθέματα, στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας - ήπιες και ανανεώσιμες - και στην εξοικονόμηση της ενέργειας. Τη λογική της φειδούς στη χρήση των πόρων είχε εισάγει από την αρχαιότητα ο Υπερείδης, ο περίφημος ρήτορας και “δημαγωγός” της Αθήνας. Τα θέματα της πυρηνικής ενέργειας έχουν ενταχθεί στην ειδική ενότητα για τα πυρηνικά.

 

   10. Εργασιακό περιβάλλον: Στον τομέα αυτό η βιβλιοπαραγωγή είναι αρκετά περιορισμένη. Ο εργασιακός χώρος και οι συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτόν, θεωρήθηκε ότι δεν εμπίπτει στις προτεραιότητες της οικολογίας. Σε ένα χώρο εργασίας δεν κρίνονται μόνον υγιειονομικώς οι συνθήκες που επικρατούν εκεί, αλλά και από την άποψη της ασφάλειας απέναντι στους κινδύνους ατυχημάτων και, κυρίως, από την ίδια την οργάνωση της αλυσίδας παραγωγής, την κυριαρχία του φορντικού μοντέλου και την αναζήτηση του μετα-φορντικού προτύπου παραγωγής. Στη μικρή εκδοτική συγκομιδή που παρουσιάζουμε, υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, κάποιες πρώτες πολύ ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις.

 

   11. Θετικές επιστήμες - οικολογία: “... ο μόνος της σκοπός (σ.σ. της  φύσεως) είναι  να  διατηρεί  την αρμονίαν, ήτις δι’ αοράτων δεσμών δεσμεύουσα τα ελάχιστα του παντός μέρη με  τούτο  το  μέγα όλον, τα οδηγεί  ησύχως εις το τέλος των. Ευλαβού λοιπόν τας πράξεις της, είναι γένους τόσον υψηλού, ώστε η παραμικρά σκέψις ήθελεν ανακαλύψει εις εσέ περισσοτέρας  πραγματικάς ωραιότητας εις εν ζωύφιον, παρά εις αυτό το άγαλμα (σσ.  της Αφροδίτης του Πραξιτέλους)”  (Ανάχαρσις).

“Το όλον είναι προγενέστερον των μερών” (Αριστοτέλης).

“Η μεγαλύτερη αξία δεν εκτιμάται, γιατί ένα αμάξι είναι κάτι παραπάνω απ’ το άθροισμα των εξαρτημάτων του”(Λάο Τσε). 

“Ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντας ομολογείν σοφόν έστιν εν πάντα είναι” (Ηράκλειτος).

 “Η ολότητα δεν ταυτίζεται με το άθροισμα των μερών της, είναι κάτι διαφορετικό, και οι ιδιότητές της διαφέρουν από τις ιδιότητες των μερών που την αποτελούν” (Ε. Ντυρκάϊμ). 

“Η φύση είναι ένας ωκεανός μορφών που έχουν θεμελιακές ομοιότητες, αλλά  ταυτόχρονα μοναδικές  και  ανεπανάληπτες” (Έμερσον).

“... η Ενότητα της φύσης -μια Ενότητα που διέπει την πολλαπλότητα και που συναντούμε οπουδήποτε. Όλη η ατέρμονη ποικιλία των φαινομένων απαρτίζει ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο” (Έμερσον).

Όλες οι παραπάνω αναφορές, που διαφέρουν μεταξύ τους σχεδόν κατά 2.500 χρόνια, και αποδίδονται σε φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και δοκιμιογράφους, αποτελούν ένα πολύ περιορισμένο, φυσικά, απάνθισμα από όσα διατυπώθηκαν κατά καιρούς  και προήγγειλαν την έλευση της οικολογίας από το μαθητή του Δαρβίνου, νατουραλιστή Ε. Χέκελ.

Ο Αριστοτέλης θεωρείται ότι είναι ο πατέρας της Οικολογίας των ζώων, ενώ ο μαθητής του Θεόφραστος, καταγράφεται ως ο πατέρας της Οικολογίας των φυτών. Στο φημισμένο “Λύκειο” του Αριστοτέλη, το πρώτο ερευνητικό κέντρο που γνώρισε η ανθρωπότητα, έγινε μια πρώτη ταξινόμηση και περιγραφή των ζώων. Ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος συνέταξε κατάλογο με 125 φαρμακευτικά είδη. Ο Αθήναιος, στο έβδομο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών, παραθέτει μεγάλο κατάλογο ψαριών, ο Διοσκορίδης, κατάλογο φαρμακευτικών φυτών, ο Όμηρος 50 ζώα και 50 φυτά στην Οδύσσεια, ενώ ο ίδιος ο Αριστοτέλης αναφέρει 415 είδη ζώων και ο Θεόφραστος 600 είδη φυτών. Ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ασχολείται με τη φυσική επιλογή, ο Επίκουρος με τη φυσιολογία, ο Υπερείδης με τη φειδώ στη χρήση των φυσικών πόρων και ο Ηράκλειτος μας εισάγει στη θεωρία της “εντροπίας”.

Ο  Χέκελ, λοιπόν, παρέλαβε από καλά χέρια τη σκυτάλη του “φυσιολογείν” και της “ζωοσοφίας”. Με τα “φυσιολογήματά” του, “φυσιοποίησε” τις επιστήμες και τη γνώση  γενικώτερα.

 Κείμενα του Χέκελ είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά από  το 1890 ήδη, όχι όμως αυτά που αναφέρονταν στην “οικολογία”, αλλά σε θέματα της εξελικτικής θεωρίας ή περί “μονισμού”. Στο πρώτο -και μοναδικό- βιβλίο του Χέκελ στα ελληνικά, “Ο Μονισμός” -που εκδόθηκε όμως σε δύο διαφορετικές εκδόσεις, το 1925 από το Φέξη και πολύ αργότερα, χωρίς χρονολογία έκδοσης, από τον Αναγνωστίδη- ο μεταφραστής  της πρώτης έκδοσης, Ε. Φαρμακόπουλος, όταν συναντάει στο κείμενο τον όρο “Οικολογία” παραπέμπει σε μία υποσημείωσή του, όπου εξηγεί: “Υπό το όνομα Οικολογία νοεί ο Hαechel  τα ποικίλα  φαινόμενα τα εκ των οργανισμών προς το περιβάλλον εκπηγάζοντα και ιδία της ως τα πολλά σκοπίμους των οργανισμών  διαιρέσεις,  αι  οποίαι  ουχί  εκ  της δράσεως υπερφυσικών δυνάμεων αλλά εκ μηχανικών αιτιών, ήτοι εκ της προσαρμογής των οργανισμών προς τους όρους της ζωής, ερμηνεύονται”. Με λίγη προσπάθεια εισερχόμεθα στο πνεύμα της οικολογίας.(8)

Στη θεματική αυτή ενότητα περιλάβαμε τα βιβλία που αναφέρονται στην επιστήμη της Οικολογίας και στις άλλες θετικές επιστήμες (Βιολογία, Βοτανική, Φυτολογία, Φυσική, Χυμεία και Χημεία), στην ιστορία της οικολογίας και των άλλων θετικών επιστημών και στην επίδρασή της στις κοινωνικές διεργασίες μέσα στην πορεία του χρόνου”. Ο πολυγραφότατος λευίτης Διονύσιος Πύρρος συνέγραψε την πρώτη “Πρακτική Βοτανική” το 1838, σε 4 τόμους εικονογραφημένη και έγχρωμη. Μία σειρά από το έργο αυτό έκανε την εμφάνισή της πριν από λίγους μήνες στο Μοναστηράκι, χωρίς να σταθεί, δυστυχώς(!), δυνατόν να το αποκτήσουμε.

Η εξέλιξη και ο κατακερματισμός των επιστημών, δε μας επιτρέπει να υιοθετήσουμε πλήρως τον ορισμό των “Φυσικών Επιστημών” που μας προτείνει ο Ε. Κουρίλας προαναγγέλλοντας το “Λεξικόν των Φυσικών Επιστημών, ήτοι της ιστορίας και ετυμολογίας των ονομάτων και όρων της Βοτανικής, Γεωργίας, Γεωπονίας και των άλλων επιστημών από φυτών καταγομένων ή σχετιζομένων αυτοίς, ήτοι Ιατρικής, Φαρμακολογίας, Αρωματικής, Αλχημείας, Χρωματολογίας, των Ερμητικών, Μαγείας, Μαντείας, Αστρολογίας, Λιθολογίας, Φυσιολογίας, Ορυκτολογίας, Μεταλλευτικής, Ιατρικής ζωολογίας κτλ.

 

   12. Θρησκεία: Ο Χριστιανισμός, περισσότερο από όλες τις θρησκείες, επικρίθηκε  για την γένεση και κυριαρχία ενός ακραίου ανθρωποκεντρισμού, που τροφοδότησε και ενίσχυσε επιστήμες και οικονομικές αντιλήψεις και οδήγησε στα σημερινά, κυριαρχικά προς τη φύση, πρότυπα συμπεριφοράς. Στην καθόλου ευκαταφρόνητη βιβλιοπαραγωγή που παρουσιάζουμε στην ενότητα αυτή, καταγράφονται κάποιες προσεγγίσεις που επιβεβαιώνουν πλήρως τις παραπάνω επικρίσεις, άλλες που, απολογητικά,  αναγνωρίζουν την ανάγκη  να ξαναδεί ο Χριστιανισμός, και ιδιαίτερα η Ορθοδοξία -της οποίας η στήριξη, πέραν των δογμάτων και στην παράδοση, θα μπορούσε να την καταστήσει περισσότερο προσαρμόσιμη σε νέα φαινόμενα- τη σχέση της με την δημιουργία τέτοιων  αντιλήψεων, και τη “θέση” του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν και τη φύση και τη σχέση του με τα άλλα όντα. Υπάρχουν ακόμα, προσεγγίσεις ολιστικές στη σύλληψη του κόσμου, “αντικαταναλωτικές”, (τα πρώτα κείμενα που συνέδεσαν θρησκεία με οικολογία είχαν σχέση με τα φαινόμενα του καταναλωτισμού), αλλά και προφητικές και “αποκαλυπτικές” και εν δυνάμει “εξεγερτικές”.

 

   13. Κοινωνία - πολιτική: Σε πολλούς χώρους, παράλληλα, και συχνά ανεξάρτητα από τις εξελίξεις και μετεξελίξεις της οικολογίας από επιστήμη σε κοινωνική και πολιτική πρακτική, αναπτύχθηκαν προβληματισμοί, θεωρίες και μεθοδολογίες που επηρεάστηκαν και επηρέασαν την οικολογική σκέψη. Θέματα δημιουργίας,  συμμετοχής και θεσμών, ο  κοινοτισμός και ο συνεργατισμός, οι εκλογές και τα άλλα -πλην του οικολογικού κοινωνικά κινήματα- και ιδιαίτερα των γυναικών - συγκροτούν μια θεματική ενότητα που διαμορφώνει το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικολογική σκέψη και πρακτική εμπλέκεται, αλληλοεπηρεάζεται και συνδιαμορφώνεται.

 

   14. Μεταφορές: Σύμφωνα με κάποιους πρόχειρους υπολογισμούς, ένας κάτοικος της Αθήνας, ο οποίος μετακινείται με λεωφορείο, μετά από 30-35 χρόνια που πηγαινοέρχεται στη δουλειά του, έχει περάσει πάνω σε ένα λεωφορείο 2,5 χρόνια της ζωής του και μάλιστα τα 1,8 από αυτά, όρθιος! Ο επερχόμενος εφιάλτης του μποτιλιαρίσματος είχε επισημανθεί για την Αθήνα, τουλάχιστον πριν από 30-35 χρόνια. Ό,τι έχει σχέση με τις συγκοινωνίες, αστικές και υπεραστικές, τα τραμ, τις αερομεταφορές και τις θαλάσσιες μεταφορές, τα καύσιμα και τα μεταφορικά μέσα, στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον και την  ποιότητα  της ζωής, καταγράφονται στην παρούσα θεματική ενότητα. Η “εκλογή του κατάλληλου συγκοινωνιακού μέσου” απασχόλησε μηχανικούς, μηχανολόγους, συγκοινωνιολόγους, αστυνομικούς - τροχονόμους, οικολόγους και κοινωνιολόγους, των οποίων τις μεταφορές, τις αυταπάτες και τις προτάσεις μεταφέρουμε βιβλιογραφικά.

 

   15. Οικογεωγραφία: Όταν “η γεωγραφία ονειρεύεται” -υπότιτλος βιβλίου που θα βρείτε στην ενότητα  αυτή- τότε μπορεί να προκύψει ένα διαφορετικό είδος γεωγραφίας, η “οικογεωγραφία”, που κατά τον Μ. Μοδινό είναι “η συνάντηση της γεωγραφίας με την ιστορία και την οικολογία, σε μια προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί το κατακερματισμένο “Όλον”. Βιβλία -λίγα- που αυτοχαρακτηρίζονται ως οικογεωγραφικά, ή πιο παραδοσιακά γεωγραφίας, με στοιχεία ιστορίας, λαογραφίας, αρχαιολογίας, οικονομικής γεωγραφίας και ανθρωπολογίας, τουριστικοί οδηγοί, ταξιδιωτικές περιγραφές και εντυπώσεις, συγκροτούν, εν πολλοίς, το υλικό της θεματικής αυτής ενότητας. Στα βιβλία των ταξιδιωτικών εντυπώσεων και περιγραφών, όταν κυριαρχεί το υποκειμενικό στοιχείο του συγγραφέα και λιγότερο ο εξωτερικός χώρος, αποδίδεται ο χαρακτήρας του λογοτεχνικού και γι’ αυτό τα κατατάξαμε στην ενότητα “πολιτισμός”.

 

   16. Οικολογικό Κίνημα: Αρκετά περιορισμένη η κατάθεση ιδεών και εμπειριών, σε βιβλία, γύρω από τα του οικολογικού κινήματος, ενώ τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα, σε άρθρα περιοδικών. Κάποιες μεταφράσεις από τις εμπειρίες διεθνών οικολογικών οργανώσεων, από τους Πράσινους της Γερμανίας και ορισμένες αποτιμήσεις από τη δράση του οικολογικού χώρου στην Ελλάδα -αρκετά παλαιότερες- και, τέλος, κάποια κείμενα που παρουσιάζουν το προφίλ συγκεκριμένων οργανώσεων και αυτό είναι όλο.

Ίσως οι ταλαντεύσεις ανάμεσα στο ρεαλιστικό πραγματισμό και την αφηρημένη ουτοπία, δεν αρκούν για να συγκροτήσουν έναν επαρκή όγκο σελίδων που να απαιτεί τη μορφή ενός βιβλίου, αλλά εύκολα κλείνονται σε ένα δισέλιδο άρθρο ή ένα μονόστηλο παραπολιτικό. Μέχρι σήμερα, τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα φαίνεται πως ακολουθούν έναν κύκλο που ξεκινάει με όλα τα χαρακτηριστικά μιας ουτοπικής προδιάθεσης, μιας ρομαντικής περιπλάνησης και οδηγείται σε έναν αυστηρά ορθολογικοποιημένο ρεαλισμό.  Η πορεία της οικολογικής σκέψης δεν έχει ακόμα τα σημάδια ενός τέτοιου κύκλου, αλλά σίγουρα ανιχνεύονται όλα αυτά τα συμπτώματα στις διάφορες συνιστώσες του χώρου.

Ένα τμήμα του, διαβλέποντας ίσως έναν τέτοιο κίνδυνο, επιμένει να αναδεικνύει τα αρχικά “ουτοπικά” χαρακτηριστικά του πρώιμου οικολογισμού και αντιστέκεται στη “ρεαλιστικοποίησή” του. Ένα άλλο τμήμα, θεωρώντας ως μοιραίο έναν τέτοιο κύκλο, βιάζεται να “ωριμάσει” την οικολογική σκέψη και να την οδηγήσει στα ασφαλή καταφύγια του ρεαλισμού.

Από τί καθορίζεται η ανθρώπινη δράση; Από τη γνώση της πραγματικότητας και την προσπάθεια σεβασμού τής φυσιολογικής “ροής” της ή από την επιθυμία για την υπέρβασή της; Αυτή η γνώση της πραγματικότητας και των “λειτουργιών” της, όταν οδηγεί σε έναν περιορισμό της ελευθερίας των αποφάσεων προς χάριν της ανεμπόδιστης αναπαραγωγής των φυσικών οικοσυστημάτων, δεν είναι άραγε ένας ιδιότυπος ρεαλισμός, έστω κι αν προβάλλεται με ουτοπικές προδιαγραφές; Αν πάλι αυτή η επιθυμία για υπέρβαση της πραγματικότητας σημαίνει απλώς μια μη παθητική συμμετοχή στους φυσικούς κύκλους, δεν υπάρχει τότε ο κίνδυνος, μέσα από το δρόμο του ρεαλισμού, να οδηγηθούμε σε μια παράκαμψη ή και παραγνώριση των φυσικών διαδικασιών που σήμερα αποτελεί μια σκέτη ουτοπία;

Βέβαια τα διλήμματα, συνήθως, είναι πιο πεζά: Ομοσπονδία - κόμμα ή οργανώσεις - κινήματα με έναν χαλαρό συντονισμό; Με την αριστερά ή μόνοι μας; Δύναμη πολιτική με στόχο -και τις- κυβερνητικές ευθύνες ή ρεύμα ιδεών, κίνημα διαμαρτυρίας και φρένο στον κατήφορο;  Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή μια “απέραντη μειοψηφία”;

Κίνητρο για τη δράση, για την εξέγερση είναι η αποστροφή προς την ασχήμια (ένα αρνητικό αντικίνητρο) ή η γοητεία και το μεγαλείο της ομορφιάς (ένα θετικό κίνητρο); Το πρώτο είναι το σύνηθες. Το δεύτερο είναι το ζητούμενο. “Είναι εύκολο να ζεις σύμφωνα με τα γούστα του κόσμου, είναι εύκολο να ζεις στη μοναξιά με τον εαυτό σου, μα μεγάλος λογίζεται εκείνος που, μέσ’ την οχλοβοή, κρατάει με απόλυτη ηρεμία, την ανεξαρτησία της μοναξιάς” (Έμερσον).

Το τέλος, πάντως, ενός κύκλου που θα οδηγεί στον πραγματιστικό ρεαλισμό, θα μπορούσε να αποδοθεί, χωρίς άλλα σχόλια, με τον ακόλουθο στίχο της Κικής Δημουλά: “Όνειρο τάχα που μου είχε συστηθεί / παιδιόθεν ως εμπρηστής /εμφανίστηκε μπροστά μου πυροσβέστης”

 

   17.    Οικονομία - Ανάπτυξη: Η ευημερία, η πρόοδος, η ανάπτυξη, η ευτυχία, βρίσκονται στο υπόβαθρο όλων των αναζητήσεων του ανθρώπου, από πάντα. Η θεωρία της “ανάπτυξης” αποτέλεσε το αγαπημένο θέμα του οικολογικού χώρου. Η συνεχής οικονομική ανάπτυξη παράγει ισόποση ή ανάλογη ευτυχία;  Μήπως το αντίστροφο; ‘Η, δε συνδέονται αυτά τα δύο; Αλλά, τότε, προς τι ο καβγάς; (12)

Η ιστορία των οικονομικών θεωριών, η εξέλιξη των “δεικτών της ευημερίας”, οι κλίμακες παραγωγής και οι σειρές παραγωγής, αποτυπώνουν όλο το φάσμα των αναζητήσεων και των αυταπατών που διαπότισαν φιλοσόφους, οικονομολόγους και μηχανικούς, κυβερνήτες και κινήματα. Η σύνδεση και διαπλοκή της οικονομικής ανάπτυξης με το περιβάλλον και τις επιπτώσεις σ’ αυτό, γίνεται σχετικά πρόσφατα και μάλιστα τα τελευταία 5-6 χρόνια απέκτησε και θεσμική έκφραση με τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων(ΜΠΕ), που είναι πλέον υποχρεωτικές για κάθε εκτελούμενο “έργο”.  Κάθε χρόνο κατατίθενται, πλέον, περισσότερες από 1.000 ΜΠΕ, στο ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίες υπόκεινται και στη βάσανο του κοινωνικού διαλόγου και της έγκρισής τους από τα αντίστοιχα Νομαρχιακά Συμβούλια. Η διαδιακασία αυτή, θετική ασφαλώς, πολύ απέχει, ακόμη, από το να θεωρηθεί ως το θεσμικό εκείνο εργαλείο που θα εισαγάγει την περιβαλλοντική παράμετρο στο σχεδιασμό και την εκτέλεση των έργων.

Πολλά από τα “μεγάλα έργα” που εκτελούνται, δεν κρίνονται απλώς στο πεδίο της θεωρίας της “αναπτυξιομανίας”, αλλά αποτελούν, συχνά, μεθόδους απορρόφησης κονδυλίων, διακίνησης χρήματος διά πάσαν χρήσιν και, δευτερευόντως, δικαιώνονται από την όποια χρησιμότητά τους. Το τριπλό κριτήριο της κοινωνικής ωφελιμότητας, της οικονομικής αποδοτικότητας και της οικολογικής πρόνοιας, δεν συνυπάρχει στην αφετηριακή λογική κανενός μεγάλου έργου. Οι μικρές κλίμακες θεωρούνται συνώνυμες της αδυναμίας, της υπανάπτυξης και της αναποτελεσματικότητας -και δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια οικειοποίησης “ελεύθερου χρήματος”. “Οι Εφέσιοι έχουσι διά τας δημοσίας οικοδομάς νόμον φρονιμώτατον. Ο Αρχιτέκτων του οποίου το σχέδιον εκλέγεται, υπόκειται εις πληρωμήν και εγχειρίζει προς ασφάλειαν όλα του τα υποστατικά. Αν εκπληρώσει ακριβώς όλα της συμφωνίας τα κεφάλαια, λαμβάνει μεγάλας τιμάς. Ει μεν η δαπάνη υπερβή την υποθήκην εν τεταρτημόριον, ο θησαυρός της πολιτείας προσφέρει το περιττόν, ει δε αναβή υπεράνω του τεταρτημορίου, το υπερβάλλον τούτο λαμβάνεται από τας περιουσίας του τεχνίτου”. (Από την περιήγηση του νεαρού Αναχάρσιδος). Η παραπάνω αναφορά ας θεωρηθεί ως τροπολογία νόμου που θα αντικαταστήσει το θεσμό της “εγγυητικής επιστολής” και της ανακοστολόγησης των εκτελούμενων έργων.

 

   18. Παιδικά: Ο πιο δύσκολος τομέας οικολογικών εκδόσεων από όσους παρουσιάζουμε.  Ο χώρος, τα φυτά και κυρίως τα ζώα, χρησιμοποιούνται, σχεδόν πάντα, στα παραμύθια, τα παιχνίδια, την εκπαίδευση στις μικρές ηλικίες, από συγγραφείς “οικολόγους” και μη. Η πληθώρα των παιδικών εκδόσεων με φύση, ζώα και φυτά, καθιστά πολύ δύσκολη την επιλογή εκείνων των βιβλίων που διαπερνώνται από αξίες και αντιλήψεις πιο κοντά σ’ αυτό που θεωρείται “φυσικό”.

Ο Έμερσον, λέει, πως “Οι ωραίοι μύθοι των Ελλήνων, επειδή είναι δημιουργίες της διαισθητικής έμπνευσης και όχι της τυχαίας φαντασίας, για τούτο είναι και αιώνιες αλήθειες” και ακόμη για τον Αίσωπο ότι “περιγράφει όλη την κλίμακα των διαπροσωπικών συμπεριφορών μέσ’ από μύθους για πουλιά και ζώα”.

Οι μύθοι και τα παραμύθια είναι μια πολύ σπουδαία υπόθεση για να τα αφήσουμε στα χέρια οποιουδήποτε χρησιμοποιεί την υπερβολή, την αφαίρεση, ή “ανθρωποποιεί” ζώα και εξημερώνει τα θεριά, ή τιθασεύει τα φυσικά φαινόμενα, με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκολία και προχειρότητα. Ο τίτλος που προϊδεάζει, συχνά δε δικαιώνει, η ζωγραφιά που εντυπωσιάζει, δε συμπληρώνει πάντα την ιστορία, η ιστορία που κυλάει δεν προάγει αξίες και συμπεριφορές, οι σχέσεις και οι αντιπαλότητες ζώων και ανθρώπων σπάνια αναδεικνύουν το στοιχείο της φυσικής-βιωματικής σχέσης, τη συλλογικότητα, τη συνεργασία, δε δημιουργούν πρότυπα ρόλων, δεξιοτήτων, φιλίας, επικοινωνίας. Παρά τις δυσκολίες και τις εντάσεις αυτές, με την αίσθηση πάντα μιας επιφύλαξης για την πληρότητα, την αντιπροσωπευτικότητα και το περιεχόμενο, παρουσιάζουμε τη συλλογή που ακολουθεί, με την ελπίδα ότι και οι γονείς ή οι παιδαγωγοί θα φροντίσουν για μια σωστή επιλογή για την κάθε ηλικία.

 

   19. Περιβάλλον: Υπό το γενικό αυτό τίτλο, περιλάβαμε εκδόσεις που αναφέρονται σε απογραφές-καταγραφές για την κατάσταση του περιβάλλοντος, εκθέσεις που κυκλοφορούν σε τακτά διαστήματα, αρχές και τεχνικές διαχείρισης, περιβαλλοντικές πολιτικές και προτάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, στατιστικές, εκδόσεις με αφορμή κάποιες αντίστοιχες επετείους, κλπ.  Χαρακτηριστικό, κυρίως των εκθέσεων που προέρχονται από Διεθνείς Οργανισμούς, από Υπουργεία, από την ΕΣΥΕ, από Κοινωνικές Οργανώσεις, είναι η αποσπασματικότητα στην έκδοσή τους, η παρουσίαση αριθμών, στατιστικών χωρίς συγκεκριμένη μεθοδολογία και συνέχεια, έτσι που οι στιγμιαίες φωτογραφίσεις μιας κατάστασης χάνουν την όποια αξία τους, ελλείψει άλλων συγκριτικών δεδομένων.  Ελπίζουμε η ετήσια “Κατάσταση του Πλανήτη” η εγκυρότερη διεθνής “έκθεση”, να κρατήσει την αναγκαία συχνότητα και πέραν των 2 πρώτων εκδόσεων που ήδη έχουμε στα χέρια μας, στα ελληνικά.

 

   20. Πληροφοριακό Υλικό: Εγκυκλοπαίδειες, εγκυκλοπαιδικά λεξικά, λεξικά γεωγραφίας, μυθολογίας, ιστορίας, ημερολόγια, βιβλιογραφίες, οδηγοί και αλμανάκ, συγκροτούν το υλικό της ενότητας αυτής, που ο διαχωρισμός της αποτελεί, περίπου, απαίτηση της βιβλιοθηκονομικής επιστήμης. Μία εγκυκλοπαίδεια αποτελεί 20, 30, 50 θεματικά βιβλία. Όμως αυτή είναι η χρησιμοθηρική της προσέγγιση. Μία εγκυκλοπαίδεια αποτελεί και μια στάση απέναντι στη γνώση, την πληροφορία και την εκπαίδευση. “Πού είναι η Γνώση που τη χάσαμε στις πληροφορίες;” (Τ.Σ. Έλιοτ). Οι Γάλλοι, πάντως, εγκυκλοπαιδιστές (Ντιντερό, Βολταίρος, Μοντεσκιέ, Ρουσσώ, κλπ.), παρά την κάπως μηχανιστική αντίληψή τους για τη γνώση, την αναζητούσαν στην ενότητα της επιστήμης, αποκαθιστώντας τους δεσμούς ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, και αυτό ως αναγκαία ανταπόκριση προς την ίδια την ενότητα της φύσης. Οι συντάκτες της “Γαλλικής Εγκυκλοπαίδειας”, που άρχισε να γράφεται το 1743, με το έργο τους αυτό ουσιαστικά προετοίμασαν την Γαλλική Επανάσταση.

Η “εγκύκλιος παιδεία”, που σημαίνει ένα πλήρη κύκλο σπουδών, κάτι σαν τη σημερινή υποχρεωτική εκπαίδευση, είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Μόνο που τότε την ανάγκη αυτή υπαγόρευε η επιθυμία να διαμορφωθούν ελεύθεροι και μορφωμένοι πολίτες, ανεξάρτητα από ειδίκευση ή επάγγελμα. Σήμερα, η γενική μόρφωση θεωρείται, στην καλύτερη περίπτωση, ως στήριγμα της ειδίκευσης, χωρίς ιδιαίτερη, καθεαυτή, αξία. “Η αξία της μόρφωσης γίνεται ολοφάνερη, όταν οι μορφωμένοι κληθούν να πάρουν θέση απέναντι σ’ ένα πρόβλημα που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα της ειδικότητάς τους” (K. Kraus). Όταν αναγνωρίζουμε σε κάποιον ότι έχει πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ταυτόχρονα τον επαινούμε, αλλά και τον υποτιμούμε, γιατί οι γνώσεις αυτές στην κλίμακα των σημερινών αξιών κατατάσσονται χαμηλότερα από τις “ειδικές γνώσεις”. Ο Μ. Προύστ μας παρουσιάζει ένα τέτοιο πρότυπο ανθρώπου: “ανήκει σ’ εκείνους τους ανθρώπους που έξω από την επιστημονική τους καριέρα, όπου άλλωστε πέτυχαν λαμπρά, έχουν μια παιδεία τελείως διαφορετική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική, που η επαγγελματική τους ειδίκευση δεν τη χρειάζεται, μα που τη χρησιμοποιούν με όφελος στην κουβέντα”. Οι ειδικοί των διαφόρων ειδικοτήτων, δεν κουβεντιάζουν, δεν επικοινωνούν, το πολύ-πολύ να φιλονικούν για το ποια από τις επιστήμες βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων. Το νέο κοινωνικό κίνημα μπορεί να είναι αυτό των “Νεο-εγκυκλοπαιδιστών”, που θα έχουν ως μεγάλο τους όπλο την κουβέντα και τη ζωντανή επικοινωνία και όχι το διάλογο μέσω των papers, ή των παραθύρων στα “talk show”.

Την πρώτη απόπειρα να “εγκλωβιστεί” όλη η γνώση μιας εποχής σε ένα έργο, αποτελεί το “Έργα και Ημέραι”, το ποίημα του Ησίοδου (8ος π.Χ. αιώνας), που θεωρείται το πρώτο εγκυκλοπαιδικό σύγγραμμα της ανθρωπότητας. Εν τούτοις, ως πρώτος εγκυκλοπαιδιστής της ιστορίας δεν πρέπει να θεωρηθεί άλλος από τον Αριστοτέλη. Επόμενη “Εγκυκλοπαίδεια” αποτελεί το έργο του Πλίνιου (1ος αιώνας μ.Χ.), που αποτελείται από 37 βιβλία για το σύνολο των επιστημών, με 2493 κεφάλαια, χωρίς ο ίδιος να είναι “ειδικός” σε κάποιον επιστημονικό τομέα. Οι βιβλιογραφικές αναφορές περιλάμβαναν περισσότερα από 2000 άλλα συγγράμματα και τα έργα του μέσα στα επόμενα 1500 χρόνια αναπαρήχθησαν 43 φορές.(7)

Βιβλιογραφίες για την Οικολογία υπάρχουν ήδη αρκετές και στις προθέσεις της “Ευωνύμου” είναι να προχωρήσει στη συνέχεια και στην έκδοση θεματικών βιβλιογραφιών που, εκτός από βιβλία, θα περιλαμβάνουν και άρθρα από τα κυκλοφορούντα -ή παλαιότερα- οικολογικά και φυσιολατρικά έντυπα.

 

   21. Ποιότητα Ζωής - Καταναλωτισμός: Το κίνημα για την ποιότητα ζωής που ξεπήδησε μέσα από τους χώρους της σοσιαλδημοκρατίας και της Νέας Αριστεράς, θεωρήθηκε από την “άλλη αριστερά” ως ευνουχιστικό των επαναστατικών διαθέσεων που κυοφορούνται στις κοινωνίες, γι’ αυτό αντιμετωπίστηκε με καχυποψία έως και εχθρότητα. Πάντως, το κίνημα αυτό, μαζί με το αντιπυρηνικό-φιλειρηνικό, προλείαναν το έδαφος για την εμφάνιση του οικολογικού χώρου. Το κίνημα των καταναλωτών μπορεί να αποτελέσει, στο μέλλον, μία από τις αιχμές του.

Η αναζήτηση ενός τρόπου ζωής με κύριο χαρακτηριστικό την ποιότητα, την αποφυγή της σπατάλης και της υπερβολής, απασχολούσε τους ανθρώπους διαφορετικών εποχών, αλλά και φιλοσοφικών σχολών και, κατά καιρούς, εκφράστηκε με ποικίλες μορφές. Η επίκληση του λιτού τρόπου ζωής είχε αναφορές και στην ποιότητα της ζωής, αλλά και στις επιπτώσεις στη φύση. “Παν το πολύ τη φύσει πολέμιον” έλεγε ο Ιπποκράτης, ενώ ο Όμηρος χρησιμοποιούσε τη λέξη “ευηγεσία”, που υποδηλώνει την αξίωση για λογική χρήση της φύσης. Ο Επίκουρος κάνει μια διάκριση των αναγκών σε αληθινές, ψευδείς και επίπλαστες: “Αναλογιστέον δε ως των επιθυμιών αι μεν εισίν φυσικαί, αι δε κεναί: Και των φυσικών, αι μεν αναγκαίαι, αι δε φυσικαί μόνον των δε αναγκαίων αι μεν προς ευδαιμονίαν εισίν αναγκαίαι, αι δε προς την του σώματος αοχλησίαν, αι δε προς αυτό το ζην”. Ο Αριστοτέλης για τις κατηγορίες της ένδειας, λέει: “Διττώς δ’ εισίν ενδεείς, ή γαρ ως αναγκαίου ώσπερ οι πένητες, ή ως υπερβολής, ώσπερ οι πλούσιοι”.

Σχεδόν όλες οι θρησκείες ευαγγελίζονται τη λιτή ζωή, και οι ανατολικές και ο καθ’ ημάς Χριστιανισμός. Ο Μέγας Βασίλειος λέει περί πλεονεξίας¨ “Πένης γαρ εστίν ο πολλών ενδεής. Πολλών δ’ ημάς ενδεείς ποιεί το της επιθυμίας ακόρεστον”, και ο Ιωάννης Χρυσόστομος: “Ουκ έστιν πλούσιος ο πολλά κεκτημένος, αλλ’ο μηδενός δεόμενος”. Ο ‘Οσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, πρόδρομος ενός ιδιότυπου “αντικαταναλωτισμού”, όταν αποφάσιζε να εγκαταλείψει ένα χώρο για να συνεχίσει τις περιπλανήσεις του, έβαζε φωτιά στην καλύβα του για να μην αισθάνεται κανενός είδους εξάρτηση από υλικά πράγματα. Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης απαγόρευε στους μοναχούς ακόμη και να πιάνουν στα χέρια τους χρήματα, να έχουν περιουσιακά στοιχεία, να ιππεύουν ζώα και όλα αυτά χωρίς ίχνος υποκρισίας, αλλά ως στάση ζωής. Αναζητώντας το αρχέτυπο της οικολογίας, θα πρέπει να φτάσουμε και σε πιο σύγχρονους διανοητές, κυρίως από το χώρο των γραμμάτων, για να βρούμε τις πρώτες ακτινογραφίες του σημερινού ορθολογικοποιημένου - βιομηχανικού ανθρώπου.

Ο Μ. Χορκχάϊμερ, πριν από 50 χρόνια, περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα:  “Ένας περίπατος τον οποίο κάνει ένας άνθρωπος έξω από την πόλη στις όχθες ενός ποταμού ή σε μια βουνοκορφή θα ήταν κάτι παράλογο και ηλίθιο, κρινόμενο με ωφελιμιστικά κριτήρια, ο άνθρωπος αυτός επιδίδεται σ’ ένα ανόητο ή καταστροφικό πάρεργο. Σύμφωνα με τον τυποποιημένο Λόγο, μία δραστηριότητα είναι λογική μόνον αν υπηρετεί έναν άλλο σκοπό, π.χ. την υγεία ή τη χαλάρωση, ο οποίος τον βοηθά ν’ αναπληρώνει την εργασιακή του δύναμη... Τα χόμπυ έχουν γίνει θεσμός. Ακόμη η στερεότυπη καλή διάθεση, που δεν είναι τίποτε καλύτερο από μια ψυχολογική προϋπόθεση της αποτελεσματικότητας”. Ο Ε. Σάμπατο αναφέρεται στις συνέπειες του ορθολογισμού: “Ο ορθολογισμός φιλοδόξησε να διαχωρίσει τα διάφορα “μέρη” της ψυχής: το έλλογο, το συναίσθημα και τη θέληση και μόλις πραγματοποίησε αυτόν το βάρβαρο διαχωρισμό, ισχυρίσθηκε ότι η γνώση μπορεί να αποκτηθεί μόνο μέσω του καθαρού λόγου... και έτσι υποτιμήθηκε το υποκειμενικό, έγινε αναξιόπιστο το συγκινησιακό και εκτελέσθηκε στη γκιλοτίνα ο συγκεκριμένος άνθρωπος”. Ο Κίρκεγκορ αντιπροτείνει να θεωρούμε ως μόνα αξιόπιστα συμπεράσματα, αυτά που απορρέουν από το πάθος.

“Μπαμπά, τι υποτίθεται ότι διαφημίζει το φεγγάρι;” Πριν καλά-καλά τελειώσει ο πόλεμος, οι Αμερικανοί είχαν εισαγάγει τη διαφήμιση για τα καλά στη διαδικασία παραγωγής αναγκών, όπως επισήμανε ο Χορκχάϊμερ από τότε. Άρχισε να κερδίζει έδαφος το πώς πουλάς και λιγότερο το τι πουλάς. “Μεγάλο εμπόριο: να πουλάς παράθυρα του τρένου με τα πιο διαλεχτά κομμάτια του τοπίου της διαδρομής” (Ρ.Γ. ντε λα Σέρνα). Όμως η φύση διόλου δε μου είπε: “να μην είσαι φτωχός”, και ακόμα λιγότερο “να μην είσαι πλούσιος”.  Όμως μου φωνάζει: “να είσαι ανεξάρτητος” (Σαμφόρ).

 Η τροφή αποτέλεσε ένα άλλο σημείο τριβής μεταξύ των διαφόρων σχολών του “ευ ζην”. Κρεοφαγία (το ζωοφαγία είναι πιο απωθητικό) ή χορτοφαγία (και ακρεοφαγία). Τόμοι ολόκληροι. Στα βιβλία κυριαρχούν οι χορτοφάγοι, στην αγορά οι ζωοφάγοι.(11)

Η βιβλιοπαραγωγή της θεματικής αυτής ενότητας, περιλαμβάνει θεωρίες για την ποιότητα ζωής, για τις ανάγκες και την καθημερινή ζωή, για τον καταναλωτισμό, τον ποιοτικό έλεγχο των τροφίμων, τις διάφορες ασχολίες και την υγιεινή διατροφή. Γενικά, όσα βιβλία αναφέρονται στην προληπτική ιατρική και στην προαγωγή υγείας περιλαμβάνονται στην ενότητα αυτή, ενώ όσα αναφέρονται στο θεραπευτικό ρόλο βοτάνων, ιαματικών λουτρών, και γενικά όσα περιγράφουν γιατροσόφια, μαντζούνια και άλλα σκευάσματα, παραπέμπονται στην ενότητα “Υγεία”.

 

   22. Πόλεμος - Εξοπλισμοί: “Αν η βόμβα δεν έχει καταστρέψει τον κόσμο, έχει ωστόσο καταστρέψει την ιδέα μας για τον κόσμο” (Ο. Παζ). Η μικρή βιβλιοπαραγωγή της ενότητας αυτής αναδεικνύει ένα πρόβλημα από διαφορετική σκοπιά. Το κόστος του αφοπλισμού, της μετάβασης σε μία τάξη πραγμάτων ειρηνική, είναι εξαιρετικά υψηλό: Η μεταστροφή της πολεμικής βιομηχανίας σε άλλους τομείς παραγωγής, το -οικονομικό και περιβαλλοντικό- κόστος της καταστροφής των όπλων, των βλημάτων -πυρηνικών, χημικών, βιολογικών, κ.λ.π.- είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο. Η ρήση “όποιος θέλει την ειρήνη ετοιμάζεται για πόλεμο”, τελικά αποδεικνύεται ως η πλέον φιλοπόλεμη εκδοχή της... ειρήνης. Όποιος θέλει ειρήνη απομονώνει -ηθικά, πολιτικά, οικονομικά, τους εμπόλεμους. Το πλέον αποτρόπαιο θέαμα είναι οι νικητές που πανηγυρίζουν την εξόντωση των αντιπάλων τους.

 

   23. Πολιτική Οικολογία: Η ανώτερη φάση ανάπτυξης της οικολογίας είναι η πολιτική οικολογία, νοούμενη ως μία συνολική έκφραση αυτού του ανασυγκροτημένου “Όλου” μέσα από τις κεραίες και τα φίλτρα της οικολογικής οπτικής. Η πολιτική οικολογία αναλαμβάνει το δύσκολο, αλλά γοητευτικό, στόχο να μετακινήσει τον κόσμο από το “ουσιαστικό” στο “ρήμα”. Από το “ηγέτης” στο “ηγείσθαι”, από το “βουλευτής” στο “βουλεύεσθαι”, από την ιδιότητα στο ρόλο. Πρέπει ακόμη να απαντήσει στο παρακάτω... τεστ που μας βάζει ο Χορκχάϊμερ: “Οι προσδοκίες μας εκπληρώνονται και οι πράξεις μας είναι επιτυχείς επειδή οι ιδέες μας είναι αληθινές... ή... οι ιδέες μας είναι αληθινές επειδή οι προσδοκίες μας εκπληρώνονται και οι πράξεις μας είναι επιτυχείς;”

Εκτός από τις πολλές εναλλακτικές προτάσεις και τα “μανιφέστα” που θα βρείτε στην πλουσιώτατη συλλογή που παρατίθεται στην ενότητα αυτή, παρακαλούμε να  συγκρατήσετε και τις “πολιτικές πλατφόρμες” που ακολουθούν:

1)”Η ολοκλήρωση του ανθρώπινου χαρακτήρα είναι ο τελικός σκοπός της φύσης: η στέψη εκείνου που θα γίνει μονάρχης της. Ο σοφός κι ο δίκαιος υπάρχουν για να “παιδεύσουν” το Κράτος° και με την έλευση του σοφού και του δίκαιου, το Κράτος θ’ αυτοκαταργηθεί. Η εμφάνιση του ολοκληρωμένου, του τέλειου ατόμου, καθιστά το Κράτος περιττό”. (Έμερσον).

2)”Ο Φουριέ θεωρούσε ότι στο στάδιο του πραγματικού πολιτισμού -που αυτός ονόμαζε Αρμονία- θα παραγόταν ένας περιορισμένος αριθμός αγαθών ασύγκριτης ποιότητας και μεγάλης διάρκειας° αντίθετα στις δικές μας κοινωνίες υπάρχει η επιδίωξη να παράγεται ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός αγαθών μέτριας ποιότητας, μικρής διάρκειας και ταχείας κατανάλωσης”. (Ο. Παζ).

3)”Το σχήμα της σύγχρονης κρίσης και του πιθανού της ξεπεράσματος το βλέπω, επομένως, κατ’ αυτόν τον τρόπο: Μεσαιωνική Κοινότητα (ΕΜΕΙΣ) - Εμπορικός Ατομικισμός της Αναγέννησης (ΕΓΩ) - Επιστήμη και Καπιταλισμός (ΑΥΤΟ) - Ρομαντική και Υπαρξιστική Ανταρσία, συγκεκριμένη και θηλυκή (ΕΓΩ) - φαινομενολογική σύνθεση προς μία θηλυκοαρσενική κοινότητα (ΕΜΕΙΣ)”.  (Ε. Σάμπατο).

4)”Για το χτίσιμο ενός σπιτιού ενδιαφέρει η θέση, για τη σκέψη μετράει το βάθος, για τη φιλία η πρόθεση, για την κουβέντα η ειλικρίνεια, για τη διοίκηση η τάξη, για τη δουλειά η αρμοδιότητα και για την πράξη η σωστή στιγμή”.  (Λάο Τσε).

5)”Εξέλιξη ενός τρόπου ζωής και ενός πολιτικού συστήματος που θα δίνουν προτεραιότητα στην προστασία, στη μέγιστη χρήση και στην απόλαυση ενός μέσου, που είναι σχεδόν ισότιμα κατανεμημένο σ’ όλους τους ανθρώπους: της προσωπικής ενέργειας που ελέγχει ο καθένας μας”.  (Ι. Ίλιτς).

“Ατραπός η αστραπή” (Ιερομόναχος Συμεών).

 

   24. Πολιτισμός: Αν η τέχνη και η οικολογία εκφράζουν μια παράλληλη πρόθεση για τη σύνθεση και την ενοποίηση, αν είναι δύο αδελφές αυταπάτες, οφείλουν, τότε, να έχουν αιμομεικτικές διαθέσεις. Σ’ αυτό τον προνομιακό χώρο για τους λογοτέχνες, ας δούμε πώς αντιλαμβάνεται αυτή τη μείξη, ο Ε. Σάμπατο: “Η τέχνη δημιουργείται πρωταρχικά από τη συναλλαγή του ανθρώπου με τις παντοδύναμες “κατώτερες” δυνάμεις, τις δυνάμεις οι οποίες φυτρώνουν από τη γη και το ασυνείδητο, τις προαιώνιες δημιουργικές δυνάμεις της μαγείας και του μύθου. Τις θηλυκές δυνάμεις, ας το πούμε μια και καλή. Ο δικός μας αφηρημένος πολιτισμός κατακερμάτισε κατά τραγικό τρόπο τον άνθρωπο. Αφαιρώ σημαίνει χωρίζω και, στη δική μας μηχανική κουλτούρα, τα πάντα χωρίστηκαν από τα πάντα: το σώμα από την ψυχή, η διαίσθηση από τη σύλληψη, ο άνθρωπος από τον κόσμο”.

Την παράλληλη πρόθεσή τους “αυτή” εξέφρασαν ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Κρυστάλλης, ο Καρκαβίτσας, ο Παπαδιαμάντης, ο Βρεττάκος, ο Ελύτης, ο Δροσίνης, αλλά και ο Ντε Φόε, ο Όργουελ, ο Τζακ Λόντον, ο Τ.Σ. Έλιοτ (ολόκληρη ποιητική συλλογή για τις γάτες), ο Ιθακήσιος και ο Μόσχος, ο Δ. Μητρόπουλος και ο... Μπετόβεν.

Στην ενότητα λοιπόν αυτή, περιλάβαμε κείμενα λογοτεχνικά που αναζητούν και αναδεικνύουν τη σχέση μας με τη φύση, αλλά και με τα σύγχρονα περιβαλλοντικά προβλήματα, που είναι διαποτισμένα από τη φυσιολατρεία, κείμενα-μελέτες για τη φυσιολατρεία των λογοτεχνών, βιβλία -επιλεκτικά- για την πολιτιστική κληρονομιά, κείμενα περιηγητικά και ταξιδιωτικές εντυπώσεις με ιδιαίτερη όμως λογοτεχνική αξία, κλπ.

 

   25. Πρωτογενής Παραγωγή: “Μετ’ εθνικής υπερηφανείας θα παρατηρήσει ο ‘Ελλην αναγνώστης της βιβλιογραφίας ημών, ότι ο εικοστός αιών εγκαινιάζεται εν Ελλάδι δι’ εκτάκτου φιλολογικής των φυσικών επιστημών κινήσεως και δη ιδιαζόντως περί την γεωργίαν. Η γεωργία είναι η λατρεία της γονιμοποιού και τροφοδότιδος γης, και όστις μετά μείζονος επιμελείας και ζήλου εκτελεί τα έργα αυτής, απολαμβάνει δαψιλέστερα τα αγαθά, άπερ παρέχει η ζεδωρος άρουρα.”, γράφει στην εισαγωγή της Βιβλιογραφίας του, το 1941, ο Ε. Κουρίλας. Η παραδοσιακή γεωργία αποτελεί μία από τις αφετηρίες της σύγχρονης οικολογικής προβληματικής. Η “χλωρά λίπανση” ήταν ήδη γνωστή από την αρχαιότητα (Ξενοφών). Η εποχή των μεγάλων αλλαγών στη γεωργία, που συντελείται από τα τέλη του 14ου αιώνα, δεν αναιρεί καθόλου τον “οικολογικό” χαρακτήρα της γεωργίας. Οι μεγάλες γαιοκτησίες του Μεσαίωνα έσπασαν, αλλά τα τελευταία χρόνια ξανασυνενώνονται ως ενιαία αγροτικά-βιομηχανικά συγκροτήματα. Τις βάσεις της “σύγχρονης” ελληνικής γεωργίας έθεσε, λίγο μετά την επανάσταση του 1821, ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (δες το “Γεωργική και Οικιακή Οικονομία”, Ναύπλιο, 1833). Άλλες σπουδαίες εκδόσεις αποτελούν το “Δοκίμιον Αγρονομίας” του Α. Πανδή, Κέρκυρα, 1867 (για το οποίο ο Ε. Κουρίλας λέει στη βιβλιογραφία του:”Παρήλθεν εκατονταετία και η ελληνική γεωργική επιστήμη παρόμοιον έργον δεν έχει να επιδείξη”) και το “Δοκίμιον Γεωργίας” του Ε. Πονηρόπουλου, Αθήνα 1883. Ο πανεπιστήμων καθηγητής γεωλογίας Κ. Μητσόπουλος στο Εγκυκλοπαιδικό του Λεξικό (Αθήνα, 1894), κάνει μια αναλυτική περιγραφή και κατηγοριοποίηση των λιπασμάτων της εποχής, ενδεικτική αυτού ακριβώς του χαρακτήρα της ελληνικής γεωργίας. Η χειρόγραφη “Ειδική Γεωργία” που γράφτηκε στο Αϊδίνιον της Μ. Ασίας το 1909, αποτελεί μια σπουδαία μαρτυρία για τις καλλιεργητικές μεθόδους και πρακτικές και εκτός ελληνικών συνόρων.

Οι μεγάλες αλλαγές στην ελληνική γεωργία επηρεάστηκαν περισσότερο ίσως και από τη μηχανοποίησή της, από τη μακρά και συστηματική διείσδυση των χημικών λιπασμάτων - και, στη συνέχεια, των φυτοφαρμάκων και των ορμονών - σ’ αυτήν. Η συνύπαρξη και η αντιπαλότητα με τα φυσικά λιπάσματα κράτησε από τις αρχές του αιώνα και κρίθηκε υπέρ των χημικών, ύστερα από 50-60 χρόνια.

Η πλουσιώτερη, σε αριθμό εκδόσεων, θεματική ενότητα, καλύπτει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του πρωτογενούς τομέα: παραδοσιακή γεωργία -και η φάση της συνύπαρξης και της αντιπαλότητας με τη “σύγχρονη”- κτηνοτροφία, αλιεία, μελισσοκομία, οικολογική γεωργία, ιχθυοκαλλιέργειες, ιστορία της γεωργίας, καλλιεργητικές μέθοδοι, λίπανση, εκμηχανισμός της γεωργίας, ρύπανση -από και προς τη γεωργία. Ο εκδοτικός οίκος Ν. Απατσίδη στο μεσοπόλεμο και Σ. Σπύρου, μεταπολεμικά σφράγισαν με την πληθώρα των εκδόσεών τους τη βιβλιοπαραγωγή του χώρου.

 

   26.    Πυρηνική Ενέργεια: Από τη δεκαετία του ‘50, η πυρηνική τεχνολογία εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή και μάλιστα με αρκετές εκδόσεις. Συνυπάρχουν η προβολή των δυνατοτήτων αλλά και το δέος από την απειλή που αντιπροσωπεύει, ύστερα μάλιστα και από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Το 1951 κυκλοφόρησε το πρώτο  -της συλλογής μας-  βιβλίο για την ατομική ενέργεια, του Αμερικανού Τ. Γκάμοφ, με υπότιτλο “Πενήντα χρόνια ραδιενέργεια”. Πράγματι, είχαν περάσει ήδη 55 χρόνια (1896) από τότε που ο Γάλλος φυσικός Ε. Μπεκερέλ παρατήρησε πως ένα κομμάτι ορυκτό ουράνιο, που είχε αφήσει στο συρτάρι του, μαύρισε μία δέσμη φωτογραφικών πλακών που βρισκόταν μέσα στο ίδιο συρτάρι. Η ανησυχία πολλών πυρηνικών -και άλλων- επιστημόνων, δεν μπόρεσε να ανακόψει τη μεγάλη εξάπλωση που γνώρισε η πυρηνική τεχνολογία σε πολεμικούς και “ειρηνικούς” - ενεργειακούς σκοπούς. Αν συνυπολογίσουμε το σύνολο των χρημάτων, των φυσικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού που, επί έναν ολόκληρο αιώνα, υπηρέτησαν την τεχνολογία αυτή, θα καταλήξουμε σίγουρα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για την ακριβότερη μορφή ενέργειας που γνώρισε η ανθρωπότητα. Παρά το σοκ του Τσερνομπίλ, οι πυρηνικές δοκιμές οπλικών συστημάτων συνεχίζονται και οι ενεργειακές εφαρμογές κάθε άλλο παρά σε κάμψη βρίσκονται. Η “πράσινη ειρήνη” εξακολουθεί να σηματοδοτεί δύο παράλληλες και αλληλένδετες δράσεις του οικολογικού κινήματος.

 

   27. Ρύπανση: “Ένα από τα έργα των αστυνομικών ήταν να επιμελούνται όπως των κοπρολόγων μηδείς εντός δέκα σταδίων του τείχους καταβολεί κόπρον” (Αριστοτέλης στην “Αθηναίων Πολιτεία”). Περίπου 1800 μέτρα έξω από τα τείχη της πόλης τους μετέφεραν τα απορρίμματά τους οι Αθηναίοι, πριν από 25 αιώνες. Σήμερα, οι χωματερές αγγίζουν τα σπίτια και όχι μόνο στην Αθήνα. Η ιδέα της ανακύκλωσης των αποβλήτων και των ανανεώσιμων πόρων είναι ακόμη πιο παλιά. Τα μεταλλεία του Λαυρίου ανακύκλωναν το νερό - από τότε που ήταν λειψό στη περιοχή τους - που χρησιμοποιούσαν για να πλένουν το εξορυσσόμενο μετάλλευμά τους. Οργανικά απόβλητα χρησιμοποιούνταν για την λίπανση καλλιεργειών από τότε ακόμη. Και σήμερα βρισκόμαστε ακόμη στη φάση των “πιλοτικών προγραμμάτων” για την ανακύκλωση ορισμένων ειδών.

     Στην ενότητα αυτή περιλάβαμε εκδόσεις που αναφέρονται σε όλες τις μορφές ρύπανσης (υγρά, στερεά, ραδιενεργά, τοξικά, απόβλητα, ατμοσφαιρική ρύπανση, θερμική ρύπανση, παθογόνα απορρίμματα), ρύπανση ανάλογα με τις πηγές και ανάλογα με τους αποδέκτες και κάποιες εμπειρίες από την ανακύκλωση και την επεξεργασία των αποβλήτων.

 

   28. Τεχνολογία:Να ένας αιώνας που στις τέχνες και τις επιστήμες, για να μην αναφερθούμε στους υπόλποιπους τομείς, ισχυρίζεται ότι τα ξαναφτιάχνει όλα, επειδή δεν ξέρει να φτιάχνει τίποτα (Τ. Λεοπάρντι, αναφερόμενος στο προηγούμενο αιώνα). Η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνικής, η εξειδίκευση και ο κατακερματισμός της γνώσης, της κοινωνίας και του ανθρώπου, τροφοδότησε έναν ξέφρενο ρυθμό “τεχνολογικής προόδου” χωρίς όρια, χωρίς μέτρο, χωρίς σκοπό. Η λατρεία της μεγάλης κλίμακας, του γιγαντισμού και η τεχνολογική αμετροέπεια και αλαζονεία, έχει αυτονομήσει ένα τμήμα της κοινωνίας που, σε πολλές περιπτώσεις, στρέφεται εναντίον της. “Καταστρεφόμαστε ευκολότερα εξαιτίας των ικανοτήτων μας παρά εξαιτίας των αδυναμιών μας γιατί σε σχέση με αυτές ζούμε μυαλωμένα, κάτι που δε συμβαίνει σε σχέση με τις ικανότητές μας” (Νίτσε).

     Η μεγάλη επένδυση που έκανε η κοινωνία μας στις δυνατότητες της τεχνολογίας, οδήγησε σε ακραίες καταστάσεις συμπεριφοράς και σε επιλογές τέτοιες, που υπονοούσαν ότι η τεχνολογία όλα τα αντιμετωπίζει, όλα τα αποκαθιστά. Αδιαφόρησε για τον τρόπο, τον τόπο, το μέγεθος και τη σκοπιμότητα μιας παραγωγικής μονάδας, αναθέτοντας στην τεχνολογία το ρόλο του ρυθμιστή, του εξισορροπιστή και του επιδιορθωτή.

     Το υλικό που παρουσιάζουμε σκιαγραφεί όλες αυτές τις οπτικές, τις αυταπάτες, αλλά και τους φόβους που τροφοδότησαν αναπτυξιακές επιλογές, πολιτικές συμπεριφορές, εργατικές διεκδικήσεις και κινήματα πολιτών. Η αντιρρυπαντική τεχνολογία, το τρίπτυχο τεχνολογία - ανάπτυξη - περιβάλλον, οι νέες τεχνολογίες και οι επιπτώσεις τους στην απασχόληση, τη δημοκρατία, την παραγωγική διαδικασία, οι εναλλακτικές τεχνολογίες, η βιοτεχνολογία, αποτελούν τις βασικές θεματικές αναφορές των συγγραφέων.

     Η παράθεση όλης αυτής της εξειδικευμένης γνώσης, μαζί με όλες τις ενστάσεις για τον ευρύτερο ρόλο που αναλαμβάνει στη σημερινή βιομηχανική κοινωνία η επιστήμη και η τεχνολογία, δείχνει ότι δεν κρίνεται αφοριστικά ο ρόλος της. “... δε θέλω να πω ότι αρνούμαι την αξία της εξειδίκευσης: οι επιστήμες έχουν φτάσει σ’ ένα τέτοιο βαθμό ανάπτυξης που ένας άνθρωπος είναι καταδικασμένος να εξειδικευτεί, αν θέλει να φτάσει μέχρι το μέτωπο όπου δίνεται η μάχη με το άγνωστο (Ε. Σάμπατο).

 

   29. Τοπική Αυτοδιοίκηση: Χώρος προνομιακός για τις παρεμβάσεις μικρής κλίμακας, αλλά μεγάλης έμπνευσης, συμμετοχής και προοπτικής. Το γονιμότερο, ίσως, έδαφος για να ευδοκιμήσουν οι περισσότερες από τις ιδέες του οικολογικού χώρου. Η λογική της τοπικής ανάπτυξης - νοούμενης ως μιας κοινωνικής, πολιτισμικής και οικονομικής λειτουργίας - απαιτεί, πέραν των άλλων, και τοπικά-θεσμικά εργαλεία, αυτοδιοικητικού χαρακτήρα. Όμως και η εμπειρία από το χώρο αυτό είναι μάλλον περιορισμένη και, βεβαίως, και η σχετική βιβλιοπαραγωγή. Ισχύει, εν μέρει, και το αντίστροφο, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει η ανάλογη κατάθεση ιδεών και προτάσεων που να απευθύνονται προς το χώρο αυτό. Η μικρή, έστω, βιβλιοπαραγωγή που συνδέει το ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με θέματα διαχείρησης χώρου, και πρωτοβουλίες άμεσης δημοκρατίας και αυτοδιοικητικές, παρουσιάζονται στη συνέχεια.

 

   30. Υγεία: Τι είναι ζωή; Τι είναι υγεία; Πως διαταράσσεται η σωματική και ψυχική υγεία; Πως προλαμβάνεται και, στη συνέχεια, πως αποκαθίσταται η φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού; Πρόληψη ή θεραπεία; Μήπως, ούτε η πρόληψη αρκεί; Αν με τον όρο πρόληψη εννοούμε την αποφυγή κάποιων βλαπτικών για τον οργανισμό ουσιών ή δραστηριοτήτων, δεν είναι αυτό μια παθητική αντιμετώπιση και στάση απέναντι στους όρους της ζωής; Αντ’ αυτού, η “προαγωγή υγείας” αποτελεί μια ενεργητική συμπεριφορά με θετικές ενέργειες και πρωτοβουλίες, που διαμορφώνουν ένα άλλο κλίμα ζωής και έναν οργανισμό σε πλήρη εγρήγορση, σωματική και διανοητική. Αυτή η ψυχολογική και διανοητική προετοιμασία για πλήρη “αξιοποίηση” του οργανισμού, που θα μπορούσε να ονομαστεί και “ως άνθρωπος με στόχους ζωής και μια ζωή με νόημα”, θα μπορούσε, ίσως, να δημιουργήσει τις καλύτερες προϋποθέσεις για μια συνεχή τροχιά στο ταξίδι της ανέλιξης της ζωής και της αυτοολοκλήρωσης. Υγεία δεν είναι απλώς η απουσία αρρώστειας.

     “Ο Ιπποκράτης έλαβεν από τον πατέρα του Ηρακλείδην τα στοιχεία των επιστημών, αλλ’ ευθύς κατεπείσθη, ότι, δια να γνωρίσει την ουσίαν παντός σώματος ιδιαιτέρως, έπρεπε να ανέλθη εις τας συστατικάς αρχάς του παντός. Όθεν τόσον επροσηλώθη εις την γενικήν φύσιν, ώστε αναμεταξύ εις όλους όσοι περισσότερον ευδοκίμησαν εις αυτήν πρέπει να έχει βαθμόν τίμιον (Από τον Ανάχαρσι).

Ο Ιβάν Ίλιτς, ο σπουδαιότερος και διεισδυτικότερος αναλυτής της βιομηχανικής κοινωνίας, στο περίφημο έργο του “Ιατρική Νέμεση”, κάνει την πλέον καταλυτική κριτική στη σύγχρονη φιλοσοφία και πρακτική του υγειονομικού συστήματος, ανά τον κόσμο. Προβάλλει την ιδέα, όχι των περισσοτέρων και πληρεστέρων υγειονομικών υπηρεσιών, αλλά την απεξάρτηση των ασθενών από τις υγειονομικές υπηρεσίες. Να μάθουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας μόνοι μας ή με την ομάδα των ανθρώπων που συζούμε ή συνδεόμαστε στενά. Αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να υποστηριχθεί από μια στοιχειώδη επιμόρφωση στο στάδιο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και να μειώσει την προσφυγή στις οργανωμένες νοσοκομειακές μονάδες έως και 70%!

     Η ιστορία της ιατρικής αλλά και της αφροδισιολογίας και δερματολογίας ανά τους αιώνες, η εξέλιξη της φυσιοθεραπείας, η προσφυγή στη βοτανοθεραπεία, τη σταφυλοθεραπεία, τη λουτροθεραπεία, στα ροφήματα και τα εδώδιμα φυτά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, οι συνταγές των καλογέρων, τα πειράματα στα ζώα και η “σιωπή των ιατρών”, η νοθεία στα τρόφιμα και οι επιπτώσεις των ακτινολογικών εξετάσεων στην υγεία, η αφάρμακος ιατρική και η θεραπεία της... ναυτίας χωρίς φάρμακα, τα θερμοκήπια και οι επιπτώσεις όσων μπαινο-βγαίνουν σ’ αυτά, το “καλό” ή το “κακό” που κάνουν τα φάρμακα και κάθε άλλο βιβλίο που συνδέει το περιβάλλον με την υγεία, αποτελεί τη συγκομιδή μας στην ενότητα αυτή.

 

   31. Φύση: Της φύσεως εστί το παν κράτος” (Πλούταρχος). “Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε τον κόσμον (από την Γένεση). Ο άνθρωπος θεοποίησε τη φύση και τα στοιχεία της είτε από φόβο και δέος μπροστά στο άγνωστο είτε σε μια προσπάθεια να την προστατεύσει, να την αξιοποιήσει, αλλά και για να την βιώσει. Άλλοτε έβαλε ως στόχο του να τη νικήσει, να την υπερκεράσει και γι’ αυτό είτε την υπερεκμεταλλεύτηκε, είτε την προστάτευσε για να την αξιοποιήσει καλύτερα. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, σήμερα όσοι αναφέρονται στην κατάσταση της φύσης, χρησιμοποιούν λέξεις, όπως: καταστροφή, υπερεκμετάλλευση, κίνδυνος, προστασία, αειφορία, κ.λ.π. Αναγνωρίζεται απ’ όλους μια κάποια προβληματικότητα στις σχέσεις μας με τη φύση και η ανάγκη αναζήτησης ενός νέου ρόλου της φύσης στη ζωή μας.

     Η μεγάλη συλλογή που παρουσιάζουμε στην ενότητα αυτή και στην οποία εντάσσονται και οι δύο υποενότητες με τους βιότοπους και τα δάση, περιέχει όλες τις διαφορετικές οπτικές πάνω στη φύση. Τη ματιά του ερευνητή, του φυσιολάτρη, του εκπαιδευτικού, του επισκέπτη, του εμπορευόμενου, του κυνηγού και του αντι-κυνηγού, του φιλοσόφου, του κοινωνιολόγου, του τεχνοκράτη, του ζωγράφου, του περιπατητή και του ορειβάτη. Εκείνου που βλέπει τη φύση ως οικονομικό πόρο ή ως πηγή ζωής ή μόνο ως ζωή.

     Ο Ανάχαρσις, πάλι, μας μεταφέρει το διάλογό του με ένα μαθητή του Πυθαγόρα.

Μαθητής: “... Η παράδοσις με φρίκην μας παρέδωκε την ενθύμησιν της παλαιάς πατροκτονίας και διατηρούσα εις ημάς έτι τα ονόματά των, όσοι εξ απροσεξίας, ή από θυμόν κινούμενοι, εφόνευσαν, πρώτοι, ζώα είδους τινός, μαρτυρεί το θάμβος, και την φρίκην, τα οποία η είδησις αυτή διήγειρεν αλληλοδιαδόχως εις τα πνεύματα. Ήτον άρα ανάγκη να επιτύχωσι κάπποιαν πρόφασιν δια να φονεύωσι τα ζώα, ηύραν, ότι εκράτουν πολύν τόπον εις την γην, και υπέθεσαν χρησμόν τινά, ος τις έδιδεν εις υμάς την εξουσίαν να νικώμεν την αποστροφήν μας από την ζωοθυσίαν. Υπετάγημεν εις αυτόν, και, δια να εκπλύνωμεν τάς συνειδήσεις μας, ηθελήσαμεν τουλάχιστον να ανασπώμεν τρόπον τινά την συγκατάνευσιν των θυμάτων μας. Εντεύθεν προήλθε να μη θυσιάζουσι και μέχρι τούδε κανέν ζώον, χωρίς να το υποχρεώσωσι πρότερον με πλυσίματα, ή άλλους τρόπους να κύπτη την κεφαλήν του, εις σημείον συγκαταθέσεως. Ιδέ με ποίαν αναξιότητα η καταδυναστεία περιπαίζει την αδυναμίαν”.

Ανάχαρσις: “Η καταδυναστεία αύτη βέβαια ήτον αναγκαία, τα ζώα πολλαπλασιαζόμενα, ήθελον καταφάγη τα θέρη.”

Μαθητής: “Όσα ζώα πληθύνονται πολλά  ζώσιν ολιγότερον καί τα περισσότερα, όταν δεν έχωσι την επισκεψίν μας, δεν διαιωνίζουσι το είδος των. Όσον δε δια τα άλλα, οι λύκοι και γύπες ήθελον μας ελευθερώσει από αυτά, αλλά δια να σοι δείξω, ότι δεν στάθησαν αιτία αι αρπαγαί των, αι οποίαι έβαλον εις τας χείρας μας τα όπλα, σε ερωτώ, αν ελεηλάτουν τας πεδιάδας μας εκείνα τα οψάρια, τα οποία καταδιώκομεν εις κόσμον, από τον ειδικόν μας τόσον διάφορον; Όχι, κανέν δεν εδύνατο να μας βιάση να μολύνωμεν τα θυσιαστήρια με το αίμα των ζώων. Και επειδή δεν μοι είναι συγχωρημένον να προσφέρω θυσίαν εις τον ουρανόν οπώρας, τας οποίας ήρπασα από τον αγρόν του γείτονός μου, έχω χρέος να προσφέρω εις αυτόν την λατρείαν μου δια τινος ζωής, ήτις δεν ανήκει εις εμέ παντάπασι; Περί πλέον γνωρίζομεν ποίον θύμα είναι εις την θεότητα ευπροσδεκτότερον;... ο Πυθαγόρας ευμαρώς εκατάλαβεν, ότι δεν δύναται κανείς να ανασπάση εν τω άμα τας καθιερωμένας καταχρήσεις δια μακράς ακολουθίας αιώνων. Απείχεν από αιμοβόρους θυσίας, το ίδιον έκαμνε και η πρώτη κλάσις των μαθητών του.... ημείς ζώμεν εις κοινωνίαν αγαθών με τα ήμερα, και ήσυχα ζώα. Είναι εις ημάς εμποδισμένον να φέρωμεν εις αυτά την ελαχίστην βλάβην. Έχομεν, κατά το παράδειγμα του θεμελιωτού μας αληθή αποστροφήν εις τα επαγγέλματα, τα οποία εδιωρίσθησαν να δίδωσιν εις αυτά τον θάνατον. Είναι φανερόν εκ πείρας, ότι η συνεχής του αίματος έκχυσις επεισάγει εις την ψυχήν είδος τι αγριότητος. Το κυνήγι είναι εις ημάς εμποδισμένον.”(13)

 

   32. Χωροταξία: Από τότε που ο άνθρωπος έχασε την ικανότητά του να επιλέγει το χώρο κατοικίας του με βάση τα κριτήρια της κάλυψης των αναγκών από τον χώρο εγκατάστασης, την ικανότητα να συμμαχεί με τα ισχύοντα καιρικά φαινόμενα της συγκεκριμένης περιοχής και τη δυνατότητα να θωρακίζει την περιοχή από πιθανές επιθέσεις, από τότε που η ταυτόχρονη εκπλήρωσή τους σε μια περιοχή έπαψε να είναι αυτονόητη και προφανής, από τότε άρχισε η επιστήμη και η θέσπιση νόμων που καθιέρωναν “χρήσεις γης”. Έπαψε να είναι αυτονόητο ότι γύρω από μια πόλη χρειάζεται γεωργική γη για την τροφοδοσία της, ότι το νερό για να την ξεδιψάσει έπρεπε να προϋπάρχει και όχι να μεταφέρεται από τα πέρατα της χώρας. Αυτή η διαισθητική ικανότητα που ενυπάρχει και στην τελευταία ομάδα ζώων, χάθηκε από την ανθρώπινη κοινότητα. Αυτή η ικανότητα μεταφέρθηκε στους ειδικούς και η εφαρμογή της στην πράξη, στους νόμους.

     Σήμερα το επίπεδο των ιατρικών γνώσεων είναι υψηλότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά η δυνατότητα αυτοπερίθαλψης, στο μέσο άνθρωπο, είναι πολύ πιο κάτω από οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο στην ανθρώπινη πορεία. Οι ανθρώπινες “γνώσεις” αυξάνονται αλλά οι άνθρωποι, έξω από την ειδικότητά τους, είναι πιο ανήμποροι παρά ποτέ να αντιμετωπίσουν μόνοι τους και τα πιο απλά προβλήματα, χωρίς την προσφυγή στον αντίστοιχο “ειδικό” ή χωρίς τη σχετική “τεχνολογία”.

     Αυτό το νέο πλαίσιο συνύπαρξης, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά γιατί οι συνθήκες “αλληλεξάρτησης” που δημιουργεί, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη συνοχή των κοινωνιών και άρα τη σταθερότητά τους. Όμως, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ουσιαστικά πρόκειται για μονομερή εξάρτηση των ανθρώπων από “εργαλεία” και “ενεργειακούς δούλους”, όπως λέει ο Ι. Ίλιτς. Πάντως, οι επιστήμες που ρυθμίζουν τις χρήσεις γης είναι σε θέση να καθιερώσουν κανόνες συνύπαρξης και αειφορικής εξέλιξης μιας επικράτειας, αλλά δε φαίνεται εκεί αυτή η πορεία, αλλά στο πεδίο των πολιτικών αποφάσεων και προτεραιοτήτων. Οι εμπειρίες καταγράφονται στην τελευταία αυτή θεματική ενότητα που παρουσιάζουμε στη συλλογή μας.

 

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

     Προς τι όμως αυτός ο καταιγισμός προτάσεων για βιβλία; Πάμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο -τον κόσμο- μέσα από τα βιβλία; Μήπως θα είναι ένας ψευδεπίγραφος πλαστός κόσμος; “Τα βιβλία πρέπει να υπάρχουν μόνο και μόνο για να εμπνέουν” λέει ο Έμερσον, επισημαίνοντας τον κίνδυνο “... τη θέση του στοχαστή να την πάρει ο σχολαστικός. Έχει δημιουργηθεί μια τάξη βιβλιολατρών που εκτιμάει το βιβλίο επειδή είναι βιβλίο, όχι επειδή αναφέρεται στη φύση και στην ανθρώπινη υπόσταση, μα σα να αποτελεί ένα είδος τρίτου βασιλείου ανάμεσα στην ψυχή και στον κόσμο”.

Βέβαια, η ανάγνωση είναι και ένα από τα στοιχεία της “απαραβίαστης μοναξιάς” κατά τον Μ. Προυστ (τα άλλα στοιχεία της είναι οι ονειροπολήσεις, τα δάκρυα και η ηδυπάθεια). Και αυτή η μοναξιά, όταν γίνεται “το αντίθετο της απομόνωσης”, είναι ένα από τα στοιχεία του “ευ ζην”.

     Για να υποστηρίξουμε αποτελεσματικά την άποψή μας για το βιβλίο και το διάβασμα, θα προσφύγουμε - όπως κάναμε σ’ ολόκληρη την εισαγωγή-, στα φώτα ενός “ειδικού”, του μεγάλου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Παζ: “Αν το αμάρτημά μας ονομάζεται αφαίρεση, η τιμωρία μας ονομάζεται λήθη. Το διάβασμα είναι το αντίθετο αυτής της διάσπασης, το διάβασμα είναι μια πνευματική και ηθική άσκηση συγκέντρωσης, που μας οδηγεί να διεισδύσουμε σε άγνωστους κόσμους, που σιγά σιγά αποκαλύπτονται ως μια ακόμη πιο παλιά και αληθινή πατρίδα, από εκεί ερχόμαστε. Το διάβασμα είναι η ανακάλυψη ανυποψίαστων δρόμων που οδηγούν σε εμάς τους ίδιους. Είναι μια αναγνώριση. Στην εποχή της διαφήμισης και της στιγμιαίας επικοινωνίας, πόσοι μπορούν να διαβάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο; Πολύ λίγοι. Ωστόσο, σ’ αυτούς και όχι στα στοιχεία της  στατιστικής βρίσκεται η συνέχεια του πολιτισμού μας”.

 

 

Η έκδοση αυτή αποτελεί ένα συλλογικό εγχείρημα, δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στην τελική προσπάθεια και με διαφορετικούς ρόλους συμμετείχαν: Γ. Ζεβελάκης (στη συμπλήρωση της συλλογής), Τ. Κόντου (στην επιμέλεια και διόρθωση των κειμένων και στο συνολικό αποτέλεσμα), Δ. Τόδουλος (στην οργάνωση και προετοιμασία της έκδοσης), Κ. Τοράκη (στην προσαρμογή του Προγράμματος της Βιβλιοθήκης για τη σωστή παρουσίαση του υλικού), Η. Δημακόπουλος, Ε. Καταβολάδα και Ι. Γιαννέλη (για τη συμμετοχή τους σε όλες τις φάσεις της προσπάθειας), Ν. Μουρίκης, Γ. Καλογεράς, Α. Παραλίκας και Μ. Πεσλή (βοήθεια στο σκανάρισμα), Κ. Μαρινάκη (στην πληκτρολόγηση των εισαγωγικών κειμένων), Κ. Χατζημπίρος (με την πολύτιμη συμβολή του για το διαχωρισμό του υλικού στις θεματικές ενότητες), Σ. Χατζημαρή (με την βοήθειά της για τη σωστή βιβλιογραφική παρουσίαση του υλικού). Το εξώφυλλο αποτελεί προϊόν μιας άτυπης συνεργασίας της Θεανώς Πετρίδου, που την ιδέα του εξωφύλλου μας την έδωσε αλλά .... ξενιτεύθηκε πριν την ολοκλήρωση του βιβλίου, και της Ιώς Γιαννέλη που δούλεψε την αρχική αυτή ιδέα. Τη γενική επιμέλεια και ευθύνη  της έκδοσης είχε ο υπογράφων την εισαγωγή.

            Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι μια έκδοση με τα χαρακτηριστικά του βιβλίου που παρουσιάζουμε, πολύ δύσκολα θα έβρισκε εκδότη που θα ανελάμβανε το οικονομικό ρίσκο ενός “αντιεμπορικού” βιβλίου, όπως αυτό. Ούτε ήταν στις οικονομικές δυνατότητες της Ευωνύμου να αναλάβει ένα τέτοιο εκδοτικό τόλμημα. Ευτυχής συγκυρία αποτέλεσε το “Ευρωπαϊκό Έτος Προστασίας της Φύσης”, που συνδυάστηκε χρονικά με την επιδίωξη της Ευωνύμου για ένα τέτοιο εγχείρημα. Η Υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Ελισάβετ Παπαζώη είχε την ευγενή πρωτοβουλία να εντάξει την έκδοση αυτή στο “Έτος της Φύσης” για να τύχει και της ανάλογης οικονομικής ενίσχυσης. Την ευχαριστούμε θερμά για αυτό .

 

                                                                

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Το υλικό για την εισαγωγή αντλήθηκε από το σύνολο των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης. Όμως, κάποια βιβλία - πέραν αυτών που αναφέρονται ήδη στο κείμενο- χρήζουν ειδικής μνείας, επειδή συνεισέφεραν ιδιαίτερα στο πληροφοριακό μέρος της εισαγωγής:

 - Περί βιβλιοθηκών, εκδ. Άγρα, 1993

 - Ντε Κάρλο, Β. Η θαυμαστή ιστορία του βιβλίου, εκδ. Δελφίνι, 1995

 - Blanck, H. Το βιβλίο στην αρχαιότητα, εκδ. Παπαδήμας, 1994

       - Κανελλόπουλος, Α. Η οικονομική σκέψη και πολιτική των αρχαίων Ελλήνων. 1.

       Οικολογία και οικονομική του περιβάλλοντος, εκδ. Καραμπελόπουλος, 1985).

 - Λεξικά και εγκυκλοπαίδειες: Σκαρλάτου του Βυζάντιου, Γερακάκη και Παρθενίου, 

   Γ.Παπέ, Γ. Φέξη, Πρωϊας, Ελευθερουδάκη, ‘Ηλιου, Ι. Βουτυρά, Μορφωτικής

   Εταιρείας.

 - Έμερσον, Δοκίμια, 2ος τ. ( μετ. Χ. Λαμπίδης), εκδ. Γκούτεμπεργκ, 1994

 - Θορώ, Ουώλντεν, εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1981.

 - Παζ, Ο. Η άλλη φωνή, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1991

 - Σάμπατο, Ε. Ο συγγραφέας και η καταστροφή, εκδ. Εξάντας, 1987.

 - Χορκχάϊμερ, Μ. Η έκλειψη του λόγου, εκδ. Κριτική, 1987

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

(1) Βιβλιογνώμων ήταν αυτός που είχε γνώμη για τις διάφορες εκδόσεις, για την αγοραστική αξία του βιβλίου, περίπου, ο πρόγονος του σημερινού βιβλιοκριτικού, που ως έννοια εμφανίζεται πολύ αργότερα, πιθανότατα το 1861. (Ο Κοραής χρησιμοποιούσε αντί του “βιβλιοκρισία” τον όρο “ανάκρισις”). Παρεμφερής ήταν η έννοια της βιβλιογνωσίας, δηλαδή η γνώση της ιστορίας κάθε βιβλίου, του αριθμού των εκδόσεων που είχε κάνει, του περιεχομένου του, της τιμής του, κλπ. Βιβλιατρική, ήταν η τέχνη του καθαρισμού και της επιδιόρθωσης των βιβλίων. Σήμερα τους λέμε, απλώς, συντηρητές βιβλίων. Το Βιβλιολάθας (από το βιβλίο + λήθη) αποδίδεται στο Γραμματικό Δίδυμο (63 π.Χ. - 10 μ.Χ.), ο οποίος, έχοντας γράψει πάρα πολλά βιβλία (περίπου 3.500!), ελησμόνησε τον ακριβή αριθμό τους. Βιβλιολογία, είναι το σύνολο των γνώσεων για το υλικό μέρος του βιβλίου (σύνθεση και κατασκευή, σύμβολα και εμβλήματα των παλαιών τυπογράφων, κλπ.). Βιβλιοθήρας, βιβλιοκάπηλος, βιβλιολάτρης, βιβλιοκλόπος, βιβλιοθηκομανής, βιβλιομάντης, βιβλιοτέχνης, βιβλιόφιλος (ή φιλόβιβλος), βιβλιοφόρος, αλλά και βιβλιοφύλαξ, βιβλιοθηκονόμος, βιβλιοθηκάριος, βιβλιονόμος (τον χρησιμοποιούσε ο Ε. Ροΐδης, ορίζοντας ως “βιβλιονομικαί λέξεις” αυτό που σήμερα λέμε “λέξεις-κλειδιά”), όπως και βιβλιοδανειστήριον, βιβλιοτάφος, βιβλιόσημον, βιβλιοφυλάκιον και σήμερα βιβλιοχαρτοπωλείον, είναι έννοιες και όροι περί το βιβλίο, που κοσμούν λεξικά και εγκυκλοπαίδειες.

(2)Το τελευταίο αυτό φαινόμενο της μη αναγραφής της χρονολογίας έκδοσης είναι ένα σοβαρότατο πρόβλημα, που δεν αποτελεί απλή παράλειψη ή αμέλεια. Στις πρώτες-πρώτες εκδόσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρχε πάντα η χρονολογία έκδοσης σε όλα τα βιβλία. Μετά, υποτιμάται αυτό το στοιχείο και πιο πρόσφατα τα πράγματα καλυτερεύουν.  Μα πάντα υπάρχουν, ακόμη και σήμερα, εκδόσεις χωρίς το έτος έκδοσης και μάλιστα από σοβαρούς εκδοτικούς οίκους. Η παράλειψη αυτή -αν πρόκειται απλώς για παράλειψη και όχι για σκοπιμότητα- αποτελεί βαρειά αμέλεια, που δεν προάγει την εικόνα των εκδοτών και του βιβλίου. Συνολικά, από τις 3.800 καταχωρήσεις εκδόσεως στη Βάση Δεδομένων της “Ευωνύμου”, οι 550 δεν αναφέρουν χρονολογία έκδοσης, ένα ποσοστό γύρω στο 15%, δηλαδή.

 (3)Πριν από 70 χρόνια περιείχε περίπου 5.000.000 βιβλία, περιοδικά, φυλλάδια, πανεπιστημιακά και κάθε άλλο είδος εντύπου, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και 4.000 χειρόγραφα, 200.000 ιστορικά έγγραφα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και 3.000 πρωτότυπα φύλλα διαφόρων χαρακτών της Ευρώπης, που δώρησε ο Ιωάννης Γεννάδιος, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διευθυντής της. Τα δεινά της Εθνικής Βιβλιοθήκης (κλοπές, ακαταστασία, κομματικοί διορισμοί, κλπ.) περιγράφει ένας μεταγενέστερος διευθυντής της, ο Εμμανουήλ Ροΐδης σε ένα απολαυστικό του κείμενο του 1880.

(4) Α: Βιβλιογραφία και Γενικά. Β: Γενική Γλωσσολογία και Ανατολικές Γλώσσες. C: Κλασσική Φιλολογία. D: Νεωτέρα Φιλολογία. Ε: Καλές Τέχνες. F: Φιλοσοφία. G: Παιδαγωγία. H: Ιστορία του Πολιτισμού και Γενική Θρησκειολογία. I: Θεολογία. Κ: Νομική. L: Πολιτικές Επιστήμες. M: Βοηθητικές Επιστήμες Ιστορίας. Ν: Ιστορία. Ο: Γεωγραφία και Περιηγήσεις. P: Γενικά των Φυσικών Επιστημών και Μαθηματικά. Q: Φυσική και Μετεωρολογία. R: Χημεία. S: Φυσικές Επιστήμες (Ορυκτολογία, Γεωλογία, Παλαιοντολογία, Βοτανική, Ζωολογία). Τ: Αγρονομία, Δασονομία, Τεχνολογία. U: Ιατρική

(5) Ο: Γενικά. 1: Φιλοσοφία. 2: Θρησκεία. 3: Κοινωνικές Επιστήμες και Δίκαιο. 4: Φιλολογία. 5: Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες. 6: Τεχνολογία. 7: Καλές Τέχνες. 8: Νεώτερη Φιλολογία. 9: Ιστορία και Γεωγραφία.

(6) Σημειώνουμε την πολύ πετυχημένη χρωμολιθογραφική αναπαραγωγή στην  προαναφερθείσα “Στοιχειώδη Ζωολογία” του Π. Ψαρρά, τυπωμένη στο Λονδίνο, το 1876.

(7) Άλλες φημισμένες “εγκυκλοπαίδειες” υπήρξαν: οι “Δειπνοσοφιστές” του Αθήναιου, η “Ποικίλη Ιστορία” του Αιλιανού, τα έργα του Διδύμου, οι “Σάτυρες” του Μαρτιανού Καπέλλα, τα “Βιβλία των Ετυμολογιών” του Ισιδώρου, τα “Περί Σύμπαντος” και “Περί της Φύσεως των Πραγμάτων” του Επισκόπου Μαγεντίας, η “Παντοδαπή Διδασκαλία” του Μιχαήλ Ψελλού, και η “Μυριόβιβλος” του Πατριάρχη Φωτίου στο Βυζάντιο. Το 1701 αρχίζει η σύνταξη της πρώτης, αλφαβητικά διατεταγμένης, εγκυκλοπαίδειας, από τον Ιταλό μοναχό Βικέντιο Κορονέλλι, που έμεινε όμως στη μέση (εκδόθηκαν 6 τόμοι από τους 49 που υπολόγιζε συνολικά και οι οποίοι θα περιλάμβαναν 300.000 λήμματα). Το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Τσάμπερς, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1728, συνεχίζει ακόμη και σήμερα να κυκλοφορεί. Η “Βρεττανική Εγκυκλοπαίδεια” κυκλοφόρησε το 1768 και συνεχίζει μέχρι σήμερα (μία έκδοση του 1875 με 36 τόμους, στα αγγλικά, υπάρχει στην “Ευώνυμο”). Στα ελληνικά κυκλοφόρησαν η “Εικονολογία Παιδική” (1810, 10 τόμοι), ο “Ελληνικός Καθρέπτης” (1806), η “Σύνοψις Επιστημών” (του Κούμα), το πεντάτομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Παρθενίου και Γερακάκη (1864) στη Σμύρνη, (υπάρχει επίσης, στην “Ευώνυμο”). Μεταξύ 1869 και 1890 κυκλοφόρησε στην Κωνσταντινούπολη το “Λεξικό Ιστορίας και Γεωγραφίας” του Σ. Βουτυρά, το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπαρτ και Χιρστ (1889-1898) (κάποιοι μεμονωμένοι τόμοι από όλα αυτά υπάρχουν στη Συλλογή της “Ευωνύμου” και παρουσιάζονται στην παρούσα θεματική ενότητα). Το 1927 εκδίδεται το 12τομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη. Από το 1947 άρχισε η έκδοση του 18τομου “Ηλίου”, και το 1953 της 30τομης “Νέας Παγκόσμιας Εγκυκλοπαίδειας” (πλήρεις σειρές στην “Ευώνυμο”)

(8) Αρκετά αργότερα ο Μπάρυ Κόμονερ διατύπωσε τους 4 νόμους της οικολογίας: 1ος)  “Κάθε  τι είναι στενά δεμένο με κάθε τι άλλο.” Ο Αριστοτέλης  2.300  χρόνια νωρίτερα τον διατύπωσε  ως  εξής: “Όλα τα πράγματα λειτουργούν από κοινού, αλλά όχι όμοια -τόσο τα ψάρια και τα πουλιά, όσο και τα φυτά και ο κόσμος δεν είναι  φτιαγμένος, έτσι  ώστε το ένα πράγμα να μη σχετίζεται με το άλλο, αντίθετα, όλα είναι συνδεδεμένα”. 2ος) “Στη φύση δεν υπάρχει τίποτε σχετικό με αυτό που λέμε “σπατάλη”, καθετί πρέπει να καταλήγει ή να αποσκοπεί”. Λίγο νωρίτερα (150 χρόνια!), ο Έμερσον τον διατύπωσε ως εξής: “Τίποτα στη φύση  δεν εξαντλείται ευθύς μόλις χρησιμοποιηθεί”. 3ος) “Η φύση γνωρίζει καλύτερα”. Ο Θεόφραστος θεωρεί ότι “Ο σκοπός στη φύση είναι η αναπαραγωγή, η δημιουργία των προϋποθέσεων νέων γενεών σ’ όλα τα είδη και τα γένη”. (Ο Θεόφραστος αντέκρουσε την άποψη του Αριστοτέλη ότι η φύση δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο). 4ος) “Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα.” Ο Έμερσον, πάλι, τον διατυπώνει ως εξής: “... στη φύση τίποτα δεν μας  δίνεται  χάρισμα: για όλα πρέπει να καταβάλουμε το αντίτιμό τους.” Βεβαίως, ο Μ. Κόμονερ δεν κατηγορείται για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Το πολύ-πολύ, να δεχτούμε αυτό που ισχυρίζεται ο Μπόρχες, ότι επειδή όλα έχουν ήδη ειπωθεί, “το να μιλάς σημαίνει ότι περιπίπτεις σε ταυτολογίες”. Όμως, προϋπάρχει η συνηγορία του Έμερσον, “....ότι κάθε καινούργιο πνεύμα είναι μια καινούργια ταξινόμηση των πραγμάτων” και ότι “Ο άνθρωπος είναι η εγκυκλοπαίδεια των γεγονότων στο σύνολό τους, όπως το σπέρμα της δημιουργίας μυριάδων δασών βρισκόταν μέσα σε ένα βελανίδι, έτσι και η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Ρώμη, η Γαλατία, η Βρεττανία, η Αμερική, βρίσκονται αναδιπλωμένες μέσα στον πρώτο κιόλας άνθρωπο”.

(9) Η Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι δημιουργήθηκε το 1518 και, σύμφωνα με στοιχεία της δεκαετίας του ‘50, περιείχε ήδη 4.000.000 βιβλία, 500.000 περιοδικά, 20.000 γαλλικές εφημερίδες, 20.000 σινικά έντυπα, 58.000 γαλλικά χειρόγραφα, 35.000 ανατολικών γλωσσών, 23.000 λατινικά, 5.000 ελληνικά και 4.000 διαφόρων άλλων γλωσσών. Η αντίστοιχη του Βερολίνου δημιουργήθηκε το 1659 και περιελάμβανε περίπου 2.500.000 έντυπα, του Λονδίνου (1753), 3.500.000, του Λένινγκραντ 5.300.000, της Βιέννης 1.300.000, της Βοστώνης 2.000.000, της Ν. Υόρκης 3.000.000.

(10) Ο νεαρός Ανάχαρσις, από την μακρινή Σκυθία ορμώμενος, ήρθε και περιπλανήθηκε σε ολόκληρη την τότε Ελλάδα, μίλησε με σοφούς και πολιτειακούς παράγοντες, παρακολούθησε θεατρικές παραστάσεις στο “πρωτότυπο”, και κάνει κριτική θεάτρου που θα τη ζήλευαν, ασφαλώς, πολλοί σύγχρονοί μας κριτικοί, έζησε μερικά χρόνια από κοντά την αρχαία Ελλάδα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του, που αποτελούν μία από τις ελάχιστες μαρτυρίες μη Ελλήνων για την εποχή εκείνη. Ο Ανάχαρσις, επιστρέφοντας στη Σκυθία, προσπάθησε να εφαρμόσει πολλά από αυτά που είδε στην Ελλάδα, αλλά απέτυχε και είχε κακό τέλος. 

(11) “Ένας χωρικός μου λέει: “Δεν μπορείς μόνο με χορταρικά γιατί δεν κάνουν κόκαλο”. Και με θρησκευτική προσήλωση, αφιερώνει μερικές ώρες την ημέρα για να πλουτίσει τον οργανισμό του με την πρώτη ύλη που σχηματίζει κόκαλα. Και όση ώρα μιλάει περπατάει πίσω από τα βόδια του που με τα χοντρά τους κόκαλα, που έγιναν μόνο από χορταρικά, τον τραβούν, αυτόν και το αλέτρι του, προς τα εμπρός, γιατί μπορούν εύκολα να ξεπερνούν όλα τα εμπόδια. Μερικά πράγματα θεωρούνται απαραίτητα σε ορισμένους ανθρώπους, κι αυτοί είναι οι πιο ανάξιοι και αρρωστημένοι, ενώ σε άλλους θεωρούνται πολυτέλεια και σε άλλους είναι ολότελα άγνωστα.  (Θορώ).

  (12) “Η πρόοδος είναι απλώς μια σύγχρονη ιδέα. Ο σημερινός Ευρωπαίος είναι πολύ κατώτερος σε αξία από τον Ευρωπαίο της Αναγέννησης. Περαιτέρω ανάπτυξη δεν σημαίνει αναγκαστικά άνοδο, εξύψωση, δυνάμωμα”.  (Νίτσε).

  (13) Φημισμένα ζώα που έμειναν στην ιστορία ήσαν: “Ο λέων του Ανδροκλέους, η λέαινα του Βουένος Άυρες, η τίγρης του Νέρωνος, αι τίγρεις του Ελαιογαβάλου, ο ελέφας του Πώρου, ο ελέφας του Πάπα Λέοντος Ι΄, σοφοί ελέφαντες σχοινοβάται, ο λευκός ελέφας, αι κάμηλοι του Αμουράτ Α΄, αι δρομάδες της εκστρατείας της Αιγύπτου, η κάμηλος της Αϋσσάς, ο ίππος του Αλεξάνδρου, ο Ιγγιτάτος, ο ίππος του Μαζέππα, οι ίπποι των μαχών του Ναπολέοντος, ο Φοίνιξ, οι ίπποι του Μεχμέτ - Αλή, οι όνοι της εν Αιγύπτω εκσρατείας”

 

 

 

* Το κείμενο αυτό αποτελεί το εισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο: «Εξώφυλλα βιβλίων. Εγκόλπιο για τη φύση, το περιβάλλον, την οικολογία. Βιβλιογραφική Παρουσίαση 2.800 τίτλων», εκδόσεις Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1996, 768 σελίδες.

 

Επιστροφή