Ex libris

< αρχική σελίδα

ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΒΑΣΙΑΣ
ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ

Ο ΠΑΛΙΟΣ
Tο κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Το Βουνό"
Αύγουστος 1938, αριθ. 56, σελ. 183-188

Δεν ήταν καθόλου εύκολο πράγμα, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, να οργανώση κανείς μιάν εκδρομή, που θα είχε βάση την ορειβασία. Χάρτες δεν υπήρχαν και οι πληροφορίες για τα Ελληνικά βουνά ήτανε τόσο αόριστες, όσο και για τα Ιμαλάϊα, ή τα βουνά της Καμτσάτκας. Οι μόνοι που τα γνώριζαν ήταν οι φυγόδικοι και οι ληστές και οι μπιστικοί των μεγάλων τσελιγκάδων, που δεν ήταν εύκολο να τους συμβουλευθή κανείς. Γι' αυτό και η μικρή συντροφιά μας - τέσσαρες πέντε νέοι 18-22 χρονών, μ' έναν κυμαινόμενο πληθυσμό άλλων τόσον, που κολλούσανε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στις "εκστρατείες" μας - εκανόνιζε μονάχα πως η ορειβατική εκστρατεία θα γινότανε "προς βορράν", "προς νότον", "προς ανατολάς", ή "προς δυσμάς" και άφινε τα λοιπά στην τύχη. Η συντροφιά είχε μερικά σταθερά εφόδια που ήτανε και ανεξάντλητα: μια άσβυστη δίψα των μεγάλων εκτάσεων, καιρόν απεριόριστο, όρεξι για κάθε περιπέτεια και απόλυτη αδιαφορία για ωρισμένη κατεύθυνση. Όσοι είχανε σάκκους και κυλόττες και αρβυλοειδή τα φορούσανε. Οι άλλοι έφερναν τον εαυτό τους, ένα μπαστούνι για κάθε ενδεχόμενο, λίγες δραχμές και προμήθεια καμμιά.
Έτσι, εκείνο το βράδυ του Απρίλη του 1903, στο εστιατόριο "Αφθονία", στα Χαυτεία, όπου μαζευόταν η φιλική συντροφιά, αποφασίστηκε μια ορειβατική "εκστρατεία" προς βορράν - εκκίνησις τα χαράμματα της άλλης ημέρας από τα Χαυτεία. Οι εκδρομείς ήταν επτά. Τρεις φοιτητές της νομικής, ένας της ιατρικής, δύο σπουδαστές της Ακαδημίας Ρουσσοπούλου και ο "ποιητής" - ένας νέος που έγραφε τρομερούς στίχους στην καθαρεύουσα και περίμενε να τον πάρη κάποιος θείος του στο Παρίσι. Ο ποιητής αυτός, που λεγότανε στην παρέα και "Μονονουχής", επειδή συνήθιζε να πετάη κάθε τόσο στις κουβέντες του, για περισσότερο στόμφο, τον "μόνον ουχί", σπανίως επερπατούσε. Όλη την ημέρα επαραγέμιζε τις ερωτικές επιστολές που έστελνε στην κόρην των ονείρων του, στην οδόν Διδότου, με σελίδες ολόκληρες από τους "Αθλίους" του Ουγκώ, ή έγραφε ποιήματα, ή εδιάβαζε ρωμαντικά γαλλικά μυθιστορήματα. Κάπου-κάπου, όμως τον έπιανε η όρεξη να επισκεφθή τα φανταστικά φέουδά του στην Νορμανδία, στην Πικαρδία ή στην Καμπανία και τότε ακολουθούσε τη συντροφιά στα βουνά. Εκείνο το βράδυ βρισκότανε στους οίστρους του και εδήλωσε με ενθουσιασμό συμμετοχή στην "εκστρατεία".
-Θα ιππεύσωμεν -εδήλωσε- εις την πύλην του προαστείου του Αγίου Ονωρίου και θα καλπάσωμεν προς βορράν, προς την ιπποτικήν Φλάνδραν. Μονονουχί αφίπταται η καρδία μου από τούδε, φίλοι ιππόται...
Μια φιλική σβερκιά έκοψε τον ενθουσιασμό του "ποιητή". Ένας από τους φοιτητές της νομικής ερώτησε δειλά σαν πότε θα γύριζε η συντροφιά στην Αθήνα, επειδή είχε μελέτη... Μια δεύτερη φιλική σβερκιά τον εγύρισε στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότης ήταν ότι η συντροφιά είχε εφαρμόσει την κοινοκτημοσύνη στις επιστημονικές γνώσεις της - που μπορούσανε δε όλες μαζή, να φορτωθούνε στον κόκκορα. Έτσι, οι φοιτητές της νομικής είχανε μάθει απόξω ολόκληρες φράσεις του Κόνσολα, του καθηγητή της Μαιευτικής, που τη διδασκαλία του την παρακολουθούσανε, στο αμφιθέατρο, πλήθη φοιτητές και μη φοιτητές, ενώ ο "γιατρός" και οι δύο χημικοί της Ακαδημίας Ρουσσοπούλου απαγγέλανε λατινικές φράσεις από το Ρωμαϊκό Δίκαιο του Κρασσά. Τις είχανε μάθει από το Χρήστο, έναν από τους φοιτητές της νομικής, που άγνωστο για ποιο λόγο, τις εσφεντόνιζε στη σπιτονοικοκυρά του, όταν τον εστενοχωρούσε για τα καθυστερημένα νοίκια ή τις πετούσε σαν κοτρώνια στα τσομπανόσκυλα που καυγαδίζανε με τη συντροφιά στις ορεινές εκστρατείες της - με το ίδιο αποτέλεσμα: άφριζε η σπιτονοικοκυρά, λυσσούσαν τα σκυλιά. Κατά συνέπειαν, η συντροφιά έκρινε ότι, όποτε κι' αν εγύριζε στην Αθήνα η επιστήμη, θα βρισκότανε πάντα στη θέση της, προσμένοντας καλόβολα την επιστροφή των ασώτων.
Οι επτά φίλοι ξεκίνησαν μόλις ασπρογάλλιαζε στον ουρανό η χαραυγή. Το τραμ της οδού Πατησίων δεν είχε αρχίσει ακόμη την καθημερινή του κίνηση. Έπειτα τα τραμ των Αθηνών ήτανε τότε ιπποκίνητα και το τραμ Πατησίων σταματούσε στου Κλωναρίδη, ώστε μεγάλο κέρδος δεν είχανε να το περιμένουν. Όταν η συντροφιά ξεκινούσε για τις "εκστρατείες" της προς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος το κέφι της ήτανε πάντα ασυγκράτητο. Η ψυχή της επετούσε πριν απ' αυτή κι' έλεγε κανείς πως η συντροφιά την κυνηγούσε να τήνε φτάση. Έτσι, σε τέσσερις ώρες και κάτι βρέθηκε στο Τατόϊ.
-Πλούσια υποστατικά μαρκησίων της Βουργουνδίας - έκαμε με αέρα εμπειρογνώμονος ο "ποιητής".
Τράβηξαν κατά την Κιθάρα. Ξεδίψασαν στη βρύση και δρόσισαν τα ξαναμμένα πρόσωπά τους, μ' όλο που ο ήλιος δεν είχε ακόμα ψηλώσει στον ουρανό. Κατά το μεσημέρι, ανηφορίζοντας πάνω από την Κιθάρα, φτάσανε στους μεγάλους λάκκους, όπου εφύλαγαν εκείνη την εποχή το χιόνι των χειμωνιάτικων μηνών σκεπασμένο με ελατόκλαρα, για τα παγωτά και τις μπυραρίες της Αθήνας και σε λίγο φτάσανε στη βρύση της Κορομηλιάς. Κάποιοι τσομπάνοι της πατριάς των Σαπεραίων έδωκαν γάλα στη συντροφιά. Άνοιξε ο καθένας τις προμήθειές του - ψωμί, τυρί και σαρδέλες του κουτιού. Ο "ποιητής", κατά τη συνήθειά του, δεν είχε φέρει τίποτα. Ένας από τους "χημικούς" της Ακαδημίας Ρουσσοπούλου τον εσυμβούλεψε να κόψη ένα κομματάκι από το χαρτονόμισμα, των πέντε δραχμών που είχε για μοναδική "αποσκευή" και να το μουσκέψη στο νερό, νά το κάμη χάπι και να το καταπιή.
-Και να ξέρης - του είπε- πως εσύ θα φας πιο πλουσιοπάροχα απ' όλους μας. Όλες οι δικές μας προμήθειες δεν κάνουν ένα τάλληρο.
Ο ποιητής ωστόσο, κατά τη συνήθειά του, ετίμησε τις προμήθειες της παρέας. Από το μέρος του Αυγού βαρειά μαύρα σύννεφα απλώθηκαν στο βουνό, προμήνυμα μπόρας καλοκαιριάτικης. Ξενυχτισμένη, όμως, όπως ήταν η συντροφιά και κουρασμένη από εφτά ωρών δρόμο, ξάπλωσε στη ρίζα των βράχων της βρύσης και τον επήρε βαρειά.
Σε κάμποση ώρα όλοι τινάχτηκαν απάνω. Η μπόρα είχε ξεσπάσει. Ένας οργισμένος άνεμος εσφύριζε μέσα στα έλατα και χοντρές ρονιές βροχής έκαμαν σε μισό λεπτό παπιά τους επτά φίλους. Ο γιατρός - ποιός ξέρει πώς μέσα στη σαστιμάρα του θυμήθηκε την παραγωγή του "ποιητή" - έμπηξε τις φωνές εμμέτρως:

Άϊ, μαννούλα μου. Μονονουχί
Πλάκωσε βροχή!

Ο "ποιητής" ο Μονονουχής είχε έναν Πήγασο με πολύ ευαίσθητα καπούλια. Μόλις άκουε ένα στίχο, τον έπαιρνε σαν καμτσικιά στα πισινά του και αφηνίαζε. Και ο "ποιητής", χειρονομώντας σαν μανιακός μέσα στη μπόρα που τον αναμάλλιαζε, άρχισε ν' αυτοσχεδιάζη:

Αυχμώντες ιππόται πλανήτων ηθών
Τας νάππας διέσχιζον της Υρκανίας...

Μόλις οι άλλοι, στάζοντας από την κορφή ως τα νύχια, άκουσαν το αυχμώντες, έπεσαν όλοι απάνω του και τον εχειροτόνησαν του καλού καιρού.
Η μπόρα, ωστόσο, επέρασε βιαστικά, όπως είχε πλακώσει. Η συντροφιά εκατηφόρησε, στην τύχη, προς το Κατσιμίδι. Ξανάπιασε το δημόσιο δρόμο και κατά το σούρουπο βρέθηκε στον Άγιο Μερκούριο. Ξεκουράστηκε λίγην ώρα και, νυχτώνοντας, ερροβόλησε από το μονοπάτι στη Μαλακάσα.

Εκείνη τη χρονιά ο σιδηρόδρομος Λαρίσης δεν υπήρχε. Η γραμμή είχε στρωθεί έως το Σχησματάρι και εστρώννότανε προς τη Θήβα. Μόλις μετά ένα χρόνο το Μάρτη του 1904, εγκαινιάστηκε το πρώτο τμήμα της, από την Αθήνα στη Χαλκίδα. Η Μαλακάσα δεν έμοιαζε καθόλου με τη σημερινή "Σφενδάλη". Ήταν ένα τσιφλίκι, με το τετράγωνο οικοδόμημα που βρίσκεται ακόμα σε κάποιαν απόσταση από τη σιδηροδρομική γραμμή και που είχε μιαν εσωτερική αυλή, με τα κελλιά των κολλήγων και του επιστάτη γύρω γύρω. Ένα από αυτά τα κελλιά ήτανε το "μαγαζί" όπου ψώνιζαν οι άνθρωποι του τσιφλικιού. Ο σταθμός είχε κτισθή αλλά δεν είχε ακόμη κεραμίδια και πόρτες και παραθυρόφυλλα. Τριγύρω του απλωνότανε μια κατασκήνωση από εργάτες της γραμμής και σωροί από υλικά, σκεπασμένα με μουσαμάδες. Οι επτά φίλοι ετσίμπησαν κάτι στο μαγαζί, ήπιαν λίγο κρασί και βγήκαν για ν' αναζητήσουν μέρος για ύπνο. Δεν είχε φεγγάρι, ήταν, όμως, υπέροχη αστροφεγγιά. Η νύχτα ήτανε αρκετά δροσερή και η συντροφιά δεν είχε μήτε κουβέρτες, μήτε ρούχα περισσά. Πώς νά ξαπλωθή κανείς κάτω από τα πεύκα χωρίς τίποτα για να στρώση; Αργοπερπατώντας η συντροφιά είχε φτάσει στη γραμμή. Ο Χρήστος πρώτος είδε δύο φορτηγά βαγόνια σταματημένα κοντά στην κατασκήνωση των εργατών.
- Θα κοιμηθούμε σ' ένα βαγόνι - επρότεινε. - έτσι θάμαστε προφυλαγμένοι από σκυλιά κι' άλλα ζωντανά και, όσο και νάναι, θα είμαστε καλύτερα παρά κατάχαμα στο χώμα.
Σκαρφάλωσαν στο βαγόνι. Ώ, τί ευτυχία! Ήτανε στρωμένο με σακκιά γεμάτα τσιμέντο - στρώμα μαλακό και ζεστό. Ύστερ' από λίγα λεπτά όλοι εκοιμώνταν βαθειά.
Θα είχανε περάσει ώρες αρκετές, όταν οι επτά φίλοι ξύπνησαν όλοι μαζύ με την αίσθηση πως το κρεββάτι τους εταξίδευε. Τα πεύκα φεύγανε γοργά δεξιά και αριστερά. Ανακάθησαν. Τα δυο βαγόνια, συρμένα από μιαν ατμομηχανή, τρέχανε στις ράγες με μεγάλη ταχύτητα. Το δικό τους ήτανε το δεύτερο. Προς πού τους έσερνε η τύχη; Με λίγη προσοχή εκατάλαβαν ότι τραβούσανε προς τη Βοιωτία. Αφού πήγαιναν "προς βορράν", δεν τους έννοιαζε άλλο τίποτα. Όλα ήταν εν τάξει.
Ξαφνικά ένα κεφάλι επρόβαλε από τη μια πλευρά της ατμομηχανής. Έπειτα ένα άλλο από την άλλη πλευρά. Σε λίγο ένα κάρβουνο σφύριξε προς το μέρος τους. Έπειτα ένα δεύτερο έπεσε μέσα στο βαγόνι, στο ποδάρι του "ποιητή". Ταυτόχρονα, ο ένας από την ατμομηχανή εφώναξε, θυμωμένος προς τη συντροφιά κάτι που δεν ακουόταν. Άλλα κάρβουνα έπεσαν στο βαγόνι. Τα ξανάριξε η συντροφιά στην ατμομηχανή. Ο Χρήστος άναψε σαν να είχε μπροστά του τη σπιτονοικοκυρά του και να του ζητούσε τα νοίκια. Φόρα λοιπόν, τα λατινικά από το Ρωμαϊκό Δίκαιο του Κρασσά.
- Λόκουμ σάκρουμ άοθτ ρελιγιόζουμ νον πόσσουμους...
Και τα έφτυνε δαγκωμένα σαν να ήταν οι χειρότερες βρασφημίες.
Αυτά τα λατινικά εσταμάτησαν την ατμομηχανή σα δυνατό φρένο. Ο οδηγός και ο βοηθός του τρέξανε προς το πισινό το βαγόνι. Ο ένας εκρατούσε ένα μεγάλο σίδερο, ο άλλος μια μπάλα στουπί βουτηγμένο στο λάδι και στην καρβουνόσκονη. Μόλις όμως είδανε επτά κεφάλια κοντοστάθηκαν. Ο αριθμός ήταν εναντίον τους. Ένας από τους "δικηγόρους" της συντροφιάς, ο Μίμης, ο μόνος που δεν τα κατάφερνε ποτέ του να θυμώση αναπήδησε τότε ολόρθος πάνω στα σακκιά του τσιμέντου και κάνοντας χειρονομίες σα να ήθελε να επιβάλη στα πλήθη σιωπή, άρχισε με στόμφο ένα κεφάλαιο από τη Μαιευτική του Κόνσολα - περί ανωμαλιών της εγκυμοσύνης κατά τον πέμπτον μήνα. Σε λίγες στιγμές οι δύο σιδηροδρομικοί και όλη η παρέα ήτανε λιγωμένοι στα γέλια.
- Καλοί και τούτοι εδώ - έκαμε ο οδηγός της ατμομηχανής. - από το Δαφνί θα το σκάσανε.
- Βάναυσοι πληβείοι της αγροίκου Ωβέρνης - εμονολόγησε ο "ποιητής".
Σε πέντε λεπτά είχε υπογραφή η συνθήκη της ειρήνης. Άμα οι σιδηροδρομικοί έμαθαν πώς βρέθηκε στο βαγόνι η συντροφιά, δέχτηκαν να την "ξεμπαρκάρουνε" στο Σύρτζι, όπου θα σταματούσανε τα βαγόνια με το υλικό για το στρώσιμο της γραμμής. Έτσι και έγινε.

Θα ήταν η ώρα οκτώ όταν "η ειδική αμαξοστοιχία" εσταμάτησε. Η συντροφιά τράβηξε αμέσως στο χωριό. Οι "χημικοί" της Ακαδημίας Ρουσσοπούλου εδήλωσαν ότι η επιστήμη τους τους υποχρέωνε να εξετάσουν τα ντόπια κρασιά και η συντροφιά αποφάσισε να θυσιάση λίγες ώρες χάριν της επιστήμης. Γεμάτοι από πολυθόρυβο επιστημονικό ενθουσιασμό ξεκινήσανε κατά το δειλινό για το μοναστήρι του Σαγματά. Οι καλόγεροι τους δέχτηκαν μ' ευχαρίστηση. Οι επισκέπτες ήτανε σπάνιοι εκείνη την εποχή και η συντροφιά είχε κέφι ακαταμάχητο. Εδείπνησε με όρεξη μεγάλη και το κανάτι του κρασιού πήγαινε κι' ερχότανε, ως που κάτω από την ανοιξιάτικη την αστροφεγγιά απλώθηκε αναπάντεχα μια ψαλμωδία πρωτάκουστη ένα κεφάλαιο της Μαιευτικής του Κόνσολα σε τρελλή βυζαντινή μελοποιϊα αυτοσχέδια.
Με την αυγή της άλλης ημέρας η συντροφιά πέρασε γοργά τον κάμπο από το Σύρτζι προς τη Θήβα. Όταν επλησίασε στην πολιτεία, κάποια παιδιά που βρισκότανε στους λαχανόκηπους μαζεύτηκαν με φωνές για να χαζέψουν. Επτά άνθρωποι, μερικοί φορτωμένοι παράξενα και με μπαστούνια, ήτανε θέαμα ασυνήθιστο και διασκεδαστικό, αν μπορούσε κανείς να κρίνη από τα χάχανα των παιδιών, που πήραν από πίσω τη συντροφιά καθώς ανηφόριζε για την πόλη.
Όταν έφτασαν στον κεντρικό δρόμο με τα μεγάλα δέντρα, καθίσανε σ' ένα καφενείο. Κόσμος εμαζεύτηκε τριγύρω τους. Όλοι ρωτούσανε να μάθουν τί είνε, από πού έρχονται, πού πάνε, τί γυρεύουνε.
Είμεθα μονονουχί οι επτά επί Θήβας - εξήγησε λακωνικά και με μεγάλην εμβρίθεια ο "ποιητής".
Το τί ακολούθησε είνε ανεκδιήγητο. Πρόγκα, κοροϊδευτικές ζητωκραυγές, φωνές¨"λόγο! Λόγο"" Και θα κακοπερνούσε αρκετά η συντροφιά, αν κάποιος πολύπειρος Θηβαίος δεν εβεβαίωνε το πλήθος ότι τα περίεργα αυτά δίποδα ήτανε "λόρδοι". Οι καφέδες έκαναν επτά δεκάρες. Η συντροφιά έδωκε μια δραχμή και δεν κααδέχτηκε να πάρη τις τρεις δεκάρες, τα ρέστα. Υπερβέβαιοι πια πως είχανε "λόρδους" μπροστά τους, οι νεαροί Θηβαίοι άνοιξαν τόπο για να διαβούν οι επτά σύντροφοι που πήρανε το δρόμο για το Κριεκούκι. Ετσίμπησαν εκεί κάτι, εδοκίμασαν και τα ντόπια κρασιά και κατά το δειλινό βρέθηκαν στα Κόκλα, στας αρχαίας Πλαταιάς, όπου ξεχάστηκαν ώρα πολλή αναπλάθοντας με τη φαντασία τους την αρχαία μεγάλη μάχη.
Εκείνη τη νύχτα η συντροφιά εκοιμήθηκε ειρηνικά στο Κριεκούκι, αφού πήρε την απόφαση να τραβήξη το άλλο πρωϊ "προς νότον", από νοσταλγία για την επιστήμη που ελημέριαζε στην Αθήνα. Τώρα, πώς εκαβάλλησε τον Κιθαιρώνα, πώς λίγο έλειψε να πληρώση τις αμαρτίες ενός λύκου στο χάνι Βιλλιαρί και πώς ξαναμπήκε στην πόλη της Αθηνάς από το Δαφνί - αυτό, όπως λέει και ο Κίπλιγκ, είνε άλλη ιστορία.

< αρχική σελίδα

Αναζήτηση κειμένου σε παλαιότερα άρθρα: