|
< αρχική
σελίδα
ΟΛΥΜΠΟΣ
ΜΠΡΟΥΝΟ ΣΤΡΑΪΤΜΑΝ, Βιέννη
Άρθρο από την "Osterreichische Alpenzeitung (Αυστριακή Εφημερίδα
των Άλπεων)"
έκδοση του Αυστριακού Αλπικού Ομίλου, τεύχος Μαρτίου/Απριλίου 1959)
Ο Όλυμπος συμπεριλαμβάνεται στα γνωστότερα και διασημότερα βουνά
της γης. Τη φήμη του την οφείλει κυρίως στην επιρροή που ασκούν,
ακόμα και μέχρι τις ημέρες μας, στον πολιτισμένο κόσμο τα πολιτιστικά
ιδεώδη της παράδοσης του ανθρωπισμού. Το βουνό των θεών του σημαντικότερου
πολιτισμένου λαού της αρχαιότητας, εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα
στην έμπνευση σεβασμού και δέους και στους ανθρώπους της εποχής
μας.
...Με μεγαλοπρέπεια ορθώνει το ανάστημά του πάνω από θάλασσα και
πλούσια δάση και μοιάζει με πράσινη όαση στη μέση ενός ξηρού, φαιοκίτρινου
τοπίου.
Η κατάκτησή του δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλων βουνών και κάθε
επισκέπτης της Ελλάδας που διαθέτει ορειβατικές ικανότητες δεν θα
έπρεπε να αφήσει να του φύγει η ευκαιρία να αισθανθεί την ιδιαίτερη
συγκίνηση της αναρρίχησης του Ολύμπου.
Ο δραστήριος Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος έχει κατακτήσει το βουνό
με τρόπο που, από όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, αξίζει την αναγνώρισή
μας.
Έχουν κτίσει ένα καταφύγιο από πέτρα που το κρατούν καθαρό και το
οποίο διευκολύνει αφάνταστα την ανάβαση. Το μονοπάτι προς το καταφύγιο
είναι καλό, όχι όμως οριοθετημένο (με πινακίδες, χαρακτηρισμένο).
Από το καταφύγιο οδηγεί ένα μονοπάτι βαμμένο με κόκκινο χρώμα μέχρι
την κορυφή της Σκάλας (2866 μ.), τα σημάδια συνεχίζουν όμως μέχρι
την ψηλότερη κορυφή. Πινακίδες λείπουν. ...
Η μεταφορά των αποσκευών από το Λιτόχωρο, ένα χωριό στην έξοδο του
φαραγγιού του Ενιπέως , που συνδέεται με το σιδηρόδρομο με λεωφορειακή
γραμμή, μέχρι το καταφύγιο γίνεται με μουλάρια. Ο δρόμος περνάει
πολύ κοντά από πηγές και κάνει ένα μεγάλο τόξο προς το βορρά. Αξίζει
να αναφερθεί πως αυτό που γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, πως μπορεί
δηλαδή κανείς να διανυκτερεύσει στο μοναστήρι του Αγ. Διονυσίου
(περ. τρεις ώρες από το Λιτόχωρο) δεν αληθεύει πλέον γιατί το μοναστήρι
έχει υποστεί ζημιές στον πόλεμο και η διανυκτέρευση είναι δυνατή
μόνο έξω από αυτό, στο ύπαιθρο. Αυτό όμως είναι που μετατρέπει τη
διανυκτέρευση στο ερημικό μέρος, πλάι στα ερείπια και περιτριγυρισμένοι
από πλούσια δάση με τη συνοδεία των αχθοφόρων να τραγουδούν γύρω
από την αναμμένη φωτιά, σε αλησμόνητη ανάμνηση. Το μονοπάτι συνεχίζει
από εκεί και για μια ώρα περίπου μέχρι την πηγή Πριόνι, μια θαυμάσια
επίσης τοποθεσία. Εδώ πρέπει να φροντίσει κανείς να πάρει αρκετό
νερό για τις 3 ώρες ποδαρόδρομο μέχρι το καταφύγιο. H περιοχή παρουσιάζει
εξαιρετικό ενδιαφέρον από βοτανική άποψη. Πλούσια κωνοειδή και αγριοκαρυδιές
προσελκύουν την προσοχή του πεζοπόρου. Σ' όλη τη διάρκεια της ανάβασης
μας συνοδεύει η θέα της θάλασσας.
Η ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, στον Μύτικα (2917),
είναι εύκολη και διαρκεί 3 ώρες από το καταφύγιο... Ένα καλό μονοπάτι
προχωρεί στην αρχή κατηφορικά και διασχίζοντας μια λεκάνη φτάνει
κανείς στην κορυφή. Το τοπίο είναι αλπικό, το όριο της δασικής ζώνης
όμως βρίσκεται εδώ ψηλότερα από τις Άλπεις. Οι δυτικές πλαγιές του
ορεινού όγκου έτσι όπως κατεβαίνουν στην κοιλάδα των Καζανιών, είναι
μεγαλειώδεις. Η θέα από τη θάλασσα φτάνει μέχρι τη χερσόνησο της
Χαλκιδικής.
Η ανάβαση της δεύτερης σε ύψος κορυφής, στο Στεφάνι (2999), το "Θρόνο
του Δία", μπορεί να γίνει από το Μύτικα με διάφορους τρόπους.
Ο καλύτερος από αυτούς είναι να κατέβει κανείς μέσα από ένα μεγάλο
φαράγγι προς ανατολάς στους πρόποδες των βράχων, να προχωρήσει προς
βορρά και μέσα από ένα δεύτερο φαράγγι να ανέβει στο άνοιγμα της
Στριβάδας (εύκολη αναρρίχηση).Από εδώ προχωρώντας πάνω στη νότια
ακμή φτάνει κανείς στην κορυφή, τα τελευταία 15 μέτρα η αναρρίχηση
είναι εύκολη....Αν θέλει κανείς να πάει από το καταφύγιο κατευθείαν
στο Στεφάνι, τότε ακολουθεί το κόκκινο μαρκαρισμένο μονοπάτι μέχρι
τον Μύτικα, και στρίβει λίγο πιο ψηλά από το όριο της δασικής ζώνης
προς τα βόρεια, στο μονοπάτι που είναι μαρκαρισμένο με χρώμα μπλε.
Στην αρχή ανηφορικά, μετά επίπεδα, εν μέρει διασχίζοντας πεδία παγωμένου
χιονιού, φτάνει κανείς μετά από πολύ ωραία πεζοπορία στο φαράγγι
απ' όπου θα ανέβει στο Στεφάνι.Η εντύπωση που προκαλεί το τοπίο
από την θέση αυτή που διασταυρώνονται τα δύο μονοπάτια και η θέα
της ανατολικής πλαγιάς του Ολύμπου είναι μαγευτική. Κυρίως γοητεύουν
οι απότομες κορυφές νοτίως της κυρίως κορυφής του Μύτικα, που φέρουν
δικά τους ονόματα, όπως, "Ταρπικοί βράχοι"(?), "Παρθένος",
"Λειρί του κόκορα" και έχουν να επιδείξουν μάλιστα τη
δική τους ιστορία αναρρίχησης. Αν συνεχίσει κανείς την πορεία στο
μπλε μονοπάτι, θα καταλήξει περνώντας από ένα τοξωτό πέρασμα και
διασχίζοντας ένα μεγάλο βαθυπέδιο στον Προφήτη Ηλία, ένα βουνό ύψους
2786 μ. με τα ερείπια του παρεκκλησιού του Προφήτη Ηλία. Από άποψη
ορειβατική, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή η κορυφή.
Αντίθετα, η κορυφή Σχολειό, ύψους 2911μ., δυτικά της Σκάλας, είναι
ενδιαφέρουσα εξαιτίας της βόρειας πλευράς της που καταλήγει απότομα
στην κοιλάδα των Καζανιών. Από την κορυφή της Σκάλας μέχρι αυτή
την κορυφή η απόσταση για τον ορειβάτη είναι 15 λεπτά.
Μόλις το 1913 πατήθηκε για πρώτη φορά η ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου.
Αυτό το σχεδόν απίστευτο γεγονός μπορεί να επιδεχθεί μόνο την εξής
εξήγηση: Οι πρωτοπόροι της αλπικής αναρρίχησης (αναρρίχησης ψηλών
βουνών) του περασμένου αιώνα δεν τόλμησαν να επιχειρήσουν αυτό το
τόλμημα γιατί η κατάσταση των συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας
ήταν ρευστή, ασταθής, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Όμως μοιάζει
απίθανο να μην έχει κατακτηθεί αυτή η κορυφή στους αιώνες πριν την
κατάκτηση της Ελλάδας από τους Τούρκους, όταν λίγο πιο κάτω, περίπου
εκατό μέτρα χαμηλότερα, βρίσκεται κτισμένο το παρεκκλήσι του προφήτη
Ηλία. Τίθεται το εύλογο ερώτημα τι εμπόδιζε τους ευσεβείς πιστούς
να ανέβουν λίγο ακόμα και να κτίσουν το σύμβολο της πίστης τους
στο ψηλότερο σημείο; Δεν αποτελούσε ικανή πρόκληση η συνείδηση πως
έτσι θα γκρεμίζονταν μια και καλή από το θρόνο τους οι ειδωλολατρικοί
θεοί του Ολύμπου; Εξάλλου, ότι οι ιερωμένοι αυτής της περιοχής ήταν
εξαιρετικοί γνώστες της τέχνης της ορειβασίας αποδεικνύεται περίτρανα
από τα μοναστήρια της Καλαμπάκας που κτίσθηκαν στις επικίνδυνα απόκρημνες
κορυφές της γειτονικής Θεσσαλίας. Ήταν οι περίεργοι σχηματισμοί
των βράχων που τους αποθάρρυναν ή το χιόνι; Ή μήπως υπήρξε κάποιος
που τα είχε καταφέρει αλλά η πράξη του λησμονήθηκε;
Οι πρώτοι που πάτησαν την κορυφή του Μύτικα ήταν οι Ελβετοί Φ. Μπουασσονά
και Ντ. Μποντ-Μποβύ, μαζί με τον Έλληνα Χ. Κάκκαλο από το Λιτόχωρο.
Στις 2 Αυγούστου 1913 έφτασαν από τα ανατολικά στο ρήγμα ανάμεσα
Σκάλα και Μύτικα και από εκεί, ακολουθώντας την ιδια διαδρομή που
γίνεται και σήμερα, έφθασαν στην ψηλότερη κορυφή. Οι Φ. και Η. Μπουασσονά
και Ντ. Μποντ-Μποβύ ανέβηκαν την 21 Ιουλίου 1919 κατά τη δεύτερη
αναρρίχησή τους στον Όλυμπο στην κορυφή της Σκάλας και από εκεί
κατέβηκαν πάλι στο ρήγμα κάτω, επαναλαμβάνοντας το εγχείρημα του
1913. Χρησιμοποίησαν επομένως το σημερινό με κόκκινο χρώμα χαρακτηρισμένο
μονοπάτι για την αναρρίχηση του Ολύμπου. Για το κατέβασμα διάλεξαν
το φαράγγι στα ανατολικά και κατέληξαν στους πρόποδες των βράχων.
Αυτή την κατάβαση προτίμησε και ο Μαρσέλ Κουρτς ο οποίος, συνοδευόμενος
από τον Χ. Κάκκαλο, έκανε την τρίτη αναρριχητική προσπάθεια στον
Όλυμπο στις 12 Αυγούστου 1921. Αυτοί οι δύο εκτέλεσαν την ίδια μέρα
και την πρώτη ανάβαση στο Στεφάνι (Θρόνος του Δία), περνώντας από
τα ανατολικά πλευρά το φαράγγι που φτάνει μέχρι το ρήγμα της Στριβάδας
μεταξύ Μύτικα και Στεφανιού. Από εδώ ανέβηκαν από την νότια κορυφογραμμή
στην ψηλότερη κορυφή... 6 χρόνια μετά, στις 8 Σεπτεμβρίου 1927,
οι Ντ. Μποντ-Μποβύ, Α. Έλισσον και Ε. Μέι επιχείρησαν, μέσω της
ανατολικής κορυφογραμμής, την κατάβαση από την κορυφή του Στεφανιού,
δεν ακολούθησαν ωστόσο την πορεία τους μέχρι την άκρη της κορυφογραμμής
αλλά κατέβηκαν από τα νότια πλευρά στο πόδι του βουνού. Η διάβαση
από τον Μύτικα στο Στεφάνι επάνω στην μυτερή ορεινή κορυφογραμμή,
παρέμενε άλυτο πρόβλημα. Τον Σεπτέμβρη του 1930 κατάφερε όμως ο
Έλληνας Νάτσης, από το ρήγμα της Στριβάδας πλησίον της βόρειας κορυφογραμμής,
να σκαρφαλώσει στον Μύτικα, ένα εγχείρημα που 4 χρόνια πριν είχαν
αναγκαστεί να εγκαταλείψουν στη μέση Άγγλοι ορειβάτες λόγω έλλειψης
σχοινιού. Την 1η Αυγούστου 1933, εγκαινίασαν οι Έλληνες Γ. Σούτσος,
Ι. Νικόπουλος, Δ. Χανιώτης και Α. Μαρίνος ένα πέρασμα στο ρήγμα
της Στριβάδας από τα δυτικά ενώ οι όλες μέχρι τώρα προσπάθειες κατάκτησης
της κορυφής είχαν γίνει από τα ανατολικά ή από τα νότια. Οι Γ. Σούτσος,
Ι. Νικόπουλος και Δ. Χανιώτης κατάφεραν μια μέρα μετά να διασχίσουν
το ρήγμα της Στριβάδας, να μπουν στο ανατολικό φαράγγι του Μύτικα,
και να δημιουργήσουν μια δεύτερη δυνατότητα διάβασης πλάι στη διαδρομή
του Νάτση από το έτος 1930, από το Στεφάνι στον Μύτικα.
Με την ανακάλυψη αυτών των διαδρομών ολοκληρώθηκε η πρώτη περίοδος
αναρρίχησης του Ολύμπου. Ένα χρόνο μετά, άρχισε η αναρρίχηση των
τοιχωμάτων και των κορυφογραμμών του. Ο πρώτος που ξεκίνησε τις
προσπάθειες στους απόκρημνους βράχους ήταν ο Εμίλιο Κομίτσι μαζί
με την Άννα Έσερ, ακολούθησαν ορειβάτες από τη Σλοβενία, τη Γερμανία,
ξανά από την Ιταλία και φυσικά και από την Ελλάδα. Όλοι αυτοί ανέπτυξαν
ακαταπόνητη ορειβατική δραστηριότητα μέχρι και την έναρξη του πολέμου.
Οι αναρριχήσεις συνέχισαν με αμείωτο ρυθμό μετά το τέλος του πολέμου.
Τα μεγαλύτερα προβλήματα παρουσίασαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα
να παρουσιάζουν τα δυτικά τοιχώματα του ορεινού σχηματισμού που
κατεβαίνουν μέχρι τα Καζάνια. Τα βάραθρα εδώ είναι της τάξης των
400 μέτρων και πλέον. Πολύ χαμηλότερα είναι τα βάραθρα του Στεφανιού
προς βορρά (200 μ).
Έχουμε ήδη αναφέρει πως το 1927 είχε γίνει η κατάβαση της ανατολικής
κορυφογραμμής του Στεφανιού στο άνω τμήμα του. Την ανάβαση της κορυφογραμμής
σε όλο της το μήκος επιχείρησαν οι Ιταλοί Γκ. Τρεβίσινι και Σ. Πιρνέτι,
στις 6 Αυγούστου του 1938. Τις βόρειες πλαγιές του βουνού τις είχαν
ανέβει ο Κόμιτσι και η σύντροφός του Άννα Έσερ. Είχαν φτάσει στο
ρήγμα ανατολικά της κορυφής, στις 26 Ιουνίου του 1934. Μια καινούρια
προσέγγιση, μέσω της βόρειας πλαγιάς που καταλήγει δυτικά της κορυφής,
επιχείρησαν στις 29 Αυγούστου 1936 ο Ρ. Κνάππε και ο Β. Σβακχέφερ.
Η αναρρίχηση αυτή είχε και παραλλαγές. Μια διαδρομή ήταν αυτή που
ανακάλυψαν ο Σ. Αβάνκο, ο Γκ. Μουσάφια και ο Γκ. Τρεβίσινι στις
12 Αυγούστου 1938 και οι Γκ .Μ. Σβάμπ και Ν. Αγκλιάρντι στις 6 Αυγούστου
του 1939. Ο Γκ. Μιχαηλίδης και ο Κ. Πινάτσης ακολούθησαν στις 14
Ιουλίου 1955 μια διαδρομή ανάμεσα στις διαδρομές του Κομίτσι και
των Γερμανών ορειβατών, η οποία και αποδείχτηκε τελικά η συντομότερη.
Τη βορειοδυτική κορυφογραμμή την είχαν κατακτήσει το δίδυμο Κόμιτσι/
Έσερ στις 25 Ιουνίου 1934. Το κάτω μέρος της κορυφογραμμής σχηματίζει
απότομα κάθετο βράχο γι' αυτό και στην ελληνική ορειβατική βιβλιογραφία
αναφέρεται ως βορειοδυτική. Η πιο διάσημη πλευρά του βουνού, η νοτιοδυτική
πλαγιά, έχει να επιδείξει μακρά ιστορία αναρρίχησης. Μετά από την
ανεπιτυχή προσπάθεια της σλοβενικής ομάδας των Ε. Αφσίν και Φ. Μόντεκ,
κατάφεραν οι Χ. και Σ. Ντεμλάιτνερ, στις 21 και 22 Αυγούστου 1936,
να κατακτήσουν την πλαγιά στο αριστερό, βόρειο μισό της τμήμα, η
δε κατάβαση έγινε από το άνω τμήμα της βορειοδυτικής κορυφογραμμής.
Στις 4 και 5 Αυγούστου 1955, κατάφεραν οι Μπ. και Β. Χούν μαζί με
τον Χ. Βίντμαν, μια κατευθείαν διάβαση διαμέσου των ορθοπλαγιών,
εγκαινιάζοντας έτσι την εποχή του 6ου βαθμού δυσκολίας αναρρίχησης
στα βουνά του Ολύμπου. Ένα χρόνο αργότερα, στις 1 και 2 Αυγούστου
1956, πραγματοποίησαν ο Γκ. Μιχαηλίδης και Γκ. Ξανθόπουλος νέα ανάβαση
ανάμεσα από τις άλλες διαβάσεις και έδοσαν και στο δικό τους δρομολόγιο
το βαθμό δυσκολίας 6. Οι ίδιοι ορειβάτες επιχείρησαν μια μέρα αργότερα
τη διάβαση του νοτιοδυτικού κρημνού, αυτή τη φορά στο βορειότερό
του τμήμα με κατεύθυνση τη βορειοδυτική κορυφογραμμή. Έτσι σήμερα
είναι τέσσερις οι δρόμοι που διασχίζουν τις πλαγιές του βουνού και
έχει απομείνει προς εξερεύνηση το ανατολικό τμήμα της πλευράς.
Στο ρήγμα της Στριβάδας είχαν φτάσει το 1933, όπως έχει αναφερθεί
ήδη, ορειβάτες από δυσμάς. Μια δυσκολότερη παραλλαγή αυτού του δρόμου,
και μάλιστα μέσω της αριστερής πλευράς της χαράδρας, ανακαλύφτηκε
από τους Ιταλούς Γκ. Μουσάφια, Τσ. Αβάνκο, Γκ. Τρεβίσινι και Σ.
Πιρνέτι, στις 7 Αυγούστου 1938.
Οι δυτικές ορθοπλαγιές του Μύτικα κατακτήθηκαν επίσης από τον Κόμιτσι
και την Έσερ. Οι δυο τους ανέβηκαν από τη βορειοδυτική ακμή και
έδοσαν βαθμό δυσκολίας 5.Ο Ρ. Κνάπε και Β.Σβακχέφερ τροποποίησαν
αυτή τη διαδρομή φτάνοντας στο κάτω τμήμα της ακμής όχι από αριστερά
αλλά από δεξιά (28 Αυγούστου 1936). από τη δυτική χαράδρα του ρήγματος
της Στριβάδας ανέβηκαν την βορειοδυτική πλαγιά του βουνού οι Τσ.
Αβάνκο, Γκ. Μουσσάφια και Γκ. Τρεβίσινι στις 11 Αυγούστου 1938 (β.δ.4).
Ένα κατά μεγάλο μέρος νέο δρομολόγιο σ' αυτή την πλαγιά εκτέλεσε
η ομάδα των Μιχαηλίδη, Τσακμακίδη, Λιάνγκου και Ιδοσίδη αρχίζοντας
την δική τους ανάβαση αριστερά από το σημείο ανάβασης της βορειοδυτικής
ακμής, έμεινε στην αριστερή πλευρά και έφτασε τελικά στο επάνω δόντι
του δρομολογίου των Αβάνκο, Μουσσάφια, Τρεβίσινι.
Τη δυτική πλευρά την ανέβηκαν τέλος με ένα εντελώς νέο δρομολόγιο,
με κατάβαση στο ρήγμα μεταξύ κυρίως κορυφής και κορυφής Λειρί του
Κόκκορα, ο Γ. Μιχαηλίδης και ο νεαρός οδηγός Κ. Ζολώτας, από το
Λιτόχωρο, στις 29 και 30 Ιουλίου 1957 (β.δ.6).
Πλάι σ' αυτές τις μεγάλες ορειβατικές διαδρομές υπήρξαν και πολλές
άλλες μικρότερης σημασίας.
Στη Σκάλα, από τη βόρεια πλευρά, ανέβηκαν ο Μ. Λίποφσεκ και Λ. Πιπαν
στις 22 Ιουλίου 1934. Δεν έδωσαν όμως στη διαδρομή τους βαθμό δυσκολίας,
η απόπειρα δεν επαναλήφθηκε κι έτσι δεν μπορεί να αποφανθεί κανείς
για το βαθμό δυσκολίας της στην αξιολογική κλίμακα.
Επίσης από τη βόρεια πλευρά κατακτήθηκε και το Σχολειό στις 7 Αυγούστου
1938 από το Μ. Μπολέττι και το Νάτση. (β.δ.4). η πλαγιά έχει αξιοσημείωτο
ύψος, όμως το επάνω τμήμα της έχει βλάστηση και είναι επίπεδο.
H σύντομη αυτή περιγραφή των αναβάσεων του Ολύμπου, των πλαγιών
και κορυφογραμμών του, ήταν αναγκαία διότι δεν υπάρχουν σχετικές
ενδείξεις σε γερμανικές βιβλιογραφικές πηγές.
(Το κείμενο μεταφράστηκε από την Κατερίνα Τσαουσίδου)
< αρχική
σελίδα
|