Ex libris

< αρχική σελίδα

ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ ΤΟΥ "ΒΗΜΑΤΟΣ"
ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΕΝΙΠΠΕΩΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Του Ηλία Βενέζη, Ακαδημαϊκού
(το κείμενο δημοσιεύθηκε στο "Το Βήμα", 10 Ιουλίου 1973)

Συνεχίσαμε την ανάβασή μας στον Όλυμπο μες στο φαράγγι του Ενιππέως. Στο βάθος του φαραγγιού, στο βάθος του γιγάντιου δάσους, κάτω από κρεμαστούς βράχους φάνηκαν άξαφνα τα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Διονυσίου. Εδώ ζούσαν από αιώνες οι καλόγεροι του Αγίου. Το φημισμένο μοναστήρι τους είχε πλούτον πολύ, είχε κάποτε χωράφια στη Ρωσία και στη Μολδαβία, είχε τα δάση του Ολύμπου.

Όλα αυτά είχαν χαθεί στα 1828.. Οι Τούρκοι είχαν κατηγορήσει τους καλόγερους πως δίνανε άσυλο στους κλέφτες και βάλαν φωτιά στο μοναστήρι. Είχαν βάλει βαρέλια με μπαρούτι για να την τινάξουνε στον αέρα την εκκλησιά.
Όταν το καραβάνι μας, μαζί με τις πρώτες σκιές του ηλιοβασιλέματος, έφτασε στον ¶γιο Διονύσιο, δεν βρήκε επίσης τίποτα, τίποτα ζωντανό. Ψυχή ανθρώπινη. Όλος ο τεράστιος τετράγωνος αρχιτεκτονικός όγκος του μοναστηριού, ήταν τώρα ένας σωρός από ερείπια. Μόνο εδώ κ' εκεί οι τοίχοι μέναν όρθιοι.
Το είχαν ανατινάξει οι Γερμανοί στην Κατοχή γιατί το χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο οι αντάρτες.
Σκαλίζοντας μες στο σωρό τις πέτρες, τα σίδερα, βρήκαμε ένα κομμάτι μισοκαμένη αγία τράπεζα, ένα κομμάτι από μισοκαμένο πετραχήλι, τον σκελετό ενός καντηλιού, ένα ξυλόγλυπτο άνθος λίγο επιχρυσωμένο. Και σε μια κόγχη, ζαρωμένον, στραπατσαρισμένον, έρημον, έναν χάρτινο άγιο.
Έσκυψα, σήκωσα απ' τα χαλάσματα το ξυλόγλυπτο άνθος. Θα ήταν απ' το τέμπλο.
Το κρατούσα στα χέρια μου, το κοίταζα σωπαίνοντας. Η Μάρτζορυ Φάρκιουαρ ήρθε, το κοίταξε αδιάφορα.
- Τί είναι αυτό; ρώτησε.
Θα ήθελα να της πω τί ήταν. Τί έλεγε για μας, τί σύμβολο ήταν, από πόσους αιώνες κατατρεγμών και πίστης, και αγιωσύνης ερχόταν αυτό το ελάχιστο κομμάτι το ξύλο. Αλλά ήμουν βέβαιος πως αυτό η ξένη δε θα το καταλάβαινε. Θα 'πρεπε να 'χει μες στο αίμα της τους θρύλους και τα παραμύθια και το μοιρολόϊ των μητέρων μας, θα 'πρεπε να 'χει υποφέρει ή να ξέρει το τί υποφέραμε. Αλλά αυτή, γυναίκα της παραδείσιας γης της Καλιφόρνιας, δε μπορούσε να το ξέρει. Γι' αυτό της είπα:
- Δεν είναι τίποτα. Ένα κομμάτι ξύλο της οικοδομής είναι.
Η νύχτα ολοένα κατέβαινε στο φαράγγι του Ενιππέως. Λίγο πιο χαμηλά, στα νερά του ποταμού αυτού, αντικρυστήκανε κάποτε οι ρωμαϊκές στρατιές με τους Μακεδόνες. Ήταν τόσο δυνατό, λέει, το ρέμα του ποταμού που όλον τον χειμώνα οι δυο στρατοί κάθονταν αντικρυστά, ο ένας στη μια, ο άλλος στην άλλη όχθη. Και περίμεναν. Και οι αρχηγοί, λέει, δίναν τις προσταγές τους με χαμηλή φωνή για να μην τους ακούνε οι εχτροί απ' την άλλη όχθη.
Ανάψαμε μεγάλες φωτιές και κατασκηνώσαμε. Οι Φάρκιουαρ ζούσαν μαζί μας τη συγκλονιστική, μυστηριακή ώρα του βουνού των θεών μας, την ώρα που απ' τις χιονισμένες κορφές του βάθους κατέβαινε η νύχτα. Τα πρόσωπα των στρατιωτών του καραβανιού μας γύρω στις φωτιές, λάμπανε συλλογισμένα. Ένας τους, πλάσμα απλοϊκό του Ολύμπου, άκακο, ήρθε κοντά μου, μου λέει σιγανά:
- Από πού είναι τούτοι οι ξένοι, οι Αμερικάνοι; Από ποιο μέρος;
Του είπα:
- Από το Σαν Φραντσίσκο. Απ' τον άλλο Ωκεανό… Μακριά.
Λέει:
- Μακριά από Νέα Υόρκη;
- Μακριά από Νέα Υόρκη.
- Κρίμας. Αν ήτανε από Νέα Υόρκη θα τους ρωτούσα για τον ξάδερφό μου τον Κακαβά.
Όλη την άλλη μέρα ανηφορίζαμε τις χαράδρες του Ολύμπου, ανεβαίνοντας ολοένα. Η φύση γινόταν ολοένα πιο άγρια και μεγαλοπρεπής. Κρεμαστοί βράχοι, ατέλειωτα δάση.
Ανεβαίνοντας όλη τη μέρα, δεύτερη μέρα, φτάσαμε στο καταφύγιο 2.000 μέτρα ύψος. Την άλλη, απ' τα χαράματα, θα επιχειρούσαμε το τελευταίο πήδημα για το Μύτικα, τα τελευταία χίλια μέτρα.
Ανάψαμε πάλι φωτιές κάτω απ' τα γιγάντια ρόμπολα, το χιόνι ήταν πυκνό στις χαράδρες. Για νάχουμε νερό να πίνουμε λειώναμε χιόνι σε ντενεκέδες.
Ο Χρήστος Κάκαλος, ο μυθικός οδηγός απ' το Λιτόχωρο, καθόταν κάτω από ένα ρόμπολο, αναπολούσε τη νειότη του, τους ξένους που ανεβήκανε μαζί του στον Όλυμπο.
- Θα είναι δύσκολα αύριο, για τον Μύτικα; Τον ρώτησα.
- Ω, λέει, και τα μικρά γαλάζια μάτια του κοιτάνε τη γη. Τίποτα δεν είναι δύσκολο. Για τον άνθρωπο λέω.
Και για να φύγη απ' το Μύτικα, μου ανιστορεί συναπαντήματά του με τους ληστές, τότε που βασιλεύανε στον Όλυμπο, περιπέτειες με τον Γιαγκούλα, με τον Μπαμπάνη.
- Ήτανε παλληκάρια;
Ο Κάκαλος δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τους παλιούς ληστές του βουνού τους.
- Α, ήτανε παλληκάρια αληθινά. Και δίνανε χέρι στον φτωχό. Τον βοηθούσανε.
Αναθυμάμαι τον Ρίχτερ που, επιχειρώντας κι αυτός ν' ανεβεί στην κορφή του Ολύμπου, έπεσε στα χέρια τους, στα χέρια του Λιόλιου. "Φυλάνε - γράφει ο Ρίχτερ - την άσβεστη θύμηση της παλιάς δόξας, και φέρνονται με τρόπο περήφανο βάζοντας και στις πιο απλές πράξεις τους έναν αγέρα επισημότητας. Παρακαλούνε πρωϊ και βράδυ τον θεό να τους βοηθήσει στα σχέδιά τους και να πάνε καλά οι δουλειές τους".
Κράτησαν τον Ρίχτερ τρεις μήνες στα λημέρια τους γυρεύοντας ολοένα πιο πολλά λύτρα απ' τον Σουλτάνο. Τέλος, ένα βράδυ αποφασίζουνε να ξεμπερδεύουν με τον αιχμάλωτό τους. Του λένε να βάλη τα παπούτσια του και να ετοιμασθή να πεθάνη. Τον τραβούν έξω απ' τη σπηλιά τους, σταματούν σε μια χαράδρα. "Το βράδυ ήταν θείο - περιγράφει ο Kurz. Ο ήλιος ό,τι είχε βασιλέψει μέσα σ' ένα χρυσαφί φως, οι μυστικοί θόρυβοι της νύχτας ανέβαιναν με το σκότος που ερχόταν, ο αέρας ήταν ζεστός και μοσκοβολούσε". Η γαλήνη της νύχτας ήταν έτσι εξαίσια, καταπλημμύριζε την καρδιά των ανθρώπων - τόσο που κανένας τους δεν αποφάσιζε να δώση πρώτος το σύνθημα για το φόνο που είχανε αποφασίσει. ¶ξαφνα πεταχτήκανε όλοι απάνω με μια κίνηση. Και μαζί με τον αιχμάλωτό τους, τραβήξανε κατά την κορυφογραμμή. Φώτα λάμπανε μακριά - θα ήταν η Ελασσόνα. Απότομα οι ληστές περικυκλώσανε τον Ρίχτερ. Καθένας με τη σειρά του του σφίξανε το χέρι. Μια λέξη μόνο του λένε:
"Γειά σου".
Κι' αδύναμοι να τον σκοτώσουν, στην εξαίσια νύχτα του Ολύμπου, νικημένοι: απ' τον Όλυμπο, οι ληστές του κάνουν νόημα.
"Φύγε!"
Ο Ρίχτερ παίρνει, τρέχοντας, το δρόμο προς τα μακρινά φώτα. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να του ρίξουν από πίσω. Όμως δε θα του ρίξουν. Οι ληστές του Ολύμπου είχαν νικηθεί οριστικά απ' τον Όλυμπο.

* * *

Το άλλο πρωϊ θ' ανεβαίναμε στον Μύτικα.

< αρχική σελίδα

Αναζήτηση κειμένου σε παλαιότερα άρθρα: