|
< αρχική
σελίδα
ΦΥΤΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΙΣ
ΒΕΡΜΙΟΥ - ΠΙΕΡΙΩΝ - ΟΛΥΜΠΟΥ
Του κ. ΧΑΡ. Α. ΔΙΑΠΟΥΛΗ, Υφηγητού της Βοτανικής
εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω
Tο κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Το
Βουνό"
Αριθ. 82, Οκτ. 1940, σελ. 223-228
Από το νέον επιστημονικόν έργον του κ. Διαπούλη "Χλωρίς Λειβαδίων
Δυτικής και Ανατολικής Μακεδονίας" διά το οποίον γράφομεν εις
την στήλην της βιβλιογραφίας του παρόντος τεύχους, αναδημοσιεύομεν,
κατόπιν ευγενούς αδείας του συγγραφέως, το τμήμα τούτο το οποίον
συγκεντρώνει ιδιαίτερον ενδιαφέρον διά τους ορειβάτας. Όπως εξηγούμεν
εις την στήλην της βιβλιογραφίας, το βιβλίον αυτό εκδοθέν παρά του
Υπουργείου Γεωργίας δεν πωλείται εις την αγοράν και συνεπώς αποβαίνει
εξαιρετικά επωφελής η άδεια δημοσιεύσεως του φίλου συγγραφέως.
ΓΕΝΙΚΑ
Η περιοχή ήν η παρούσα μελέτη αφορά, περιλαμβάνει τα τρία ορεινά
συμπλέγματα, Όλυμπον μετά του Κάτω Ολύμπου, Πιέρια και Βέρμιον.
Δηλαδή περιλαμβάνει ολόκληρον την έκτασιν από του Πηνειού ποταμού
μέχρι της λίμνης Οστρόβου και του ρεύματος Βόδας-Εδέσσης. Την περιφέρειαν
ταύτην επανειλημμένως περιωδεύσαμεν κατά τα έτη 1934 και 1935 προς
σύνταξιν δασ. χάρτου, όστις λίαν προσεχώς θέλει εκδοθή υπό της δασικής
υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, τινά δε των τότε ληφθέντων στοιχείων
αναφέρονται ενταύθα. Φυτογεωγραφικαί ημών παρατηρήσεις επί του Ολύμπου
και Πιερίων εδημοσιεύθησαν από διετίας, μεθ' ημάς δε έτεροι ερευνηταί
ως ο Regel (1937), Stoyanoff και Jordanoff (1938) ησχολήθησαν με
το θέμα αυτό.
Εις τον παρατιθέμενον χάρτην εμφαίνεται η εξάπλωσις των διαφόρων
φυτικών διαπλάσεων εις τα τρία ορεινά συμπλέγματα. Εις τας περιοχάς
ταύτας συναντώνται πάσαι αι μορφαί της βλαστήσεως από των πεδιάδων
και των παραλιών μέχρι των αλπικών περιοχών και φυτοκοινωνίαι κυρίως
εκ παραμεσογειακών ειδών εις τον Όλυμπον, Πιέρια και Κάτω Όλυμπον
χωρίς να ελλείπωσι και αι τοιαύται εκ μεσευρωπαϊκών φυτών, ιδία
εις το Βέρμιον ένθα υπερτερούσιν αύται.
Αι κάτωθεν της αλπικής ζώνης περιοχαί ευρίσκονται φυσικώς εντός
της περιοχής της διαπλάσεως του δάσους. (1) Όπου όμως το έδαφος,
εξ εδαφικών κυρίως λόγων, υπήρξεν ακατάλληλον διά την ανάπτυξιν
του δάσους, εκεί εδημιουργήθη η ανάπτυξις του λειβαδίου. Η ανάπτυξις
αύτη εμφανίζεται γενικώς εν Ελλάδι και επί εκτάσεων άλλοτε δασοσκεπών
αι οποίαι απεψιλώθησαν και συν τω χρόνω κατέστησαν ακατάλληλοι μόνον
διά την ανάπτυξιν κτηνοτροφικών φυτών.
Η έκτασις της υπό μελέτην περιοχής, ως αύτη περιεγράφη, περιλαμβάνει
τας εξής εκτάσεις:
| Περιοχή Ολύμπου |
εκτάρια |
85.920 |
| ΠεριοχήΠιερίων |
εκτάρια |
167.907 |
| Περιοχή Κάτω Ολύμπου |
εκτάρια |
75.645 |
| Περιοχή Βερμίου |
εκτάρια |
202.641 |
Λίαν ενδιαφέρων εις την παρούσαν μελέτην είναι ο καθορισμός των
ορίων μεταξύ μεσευρωπαϊκής και παραμεσογειακής βλαστήσεως. Σχετικώς
παλαιότεροι ερευνηταί, ως οι Grisebach, Flahault, Fischer, εθεώρουν
ότι τα όρια ταύτα συμπίπτουσι με τα όρια της ελαίας. Ο Beldacci
(1897) αντί της ελαίας χρησιμοποιεί τον πρίνον ως φυτόν διαχωρισμού.
Ο Adamovic, διά τον καθορισμόν των ορίων τούτων, θέτει τας εξής
βάσεις:
- Εις την παραμεσογειακήν περιοχήν, τα σπουδαιότερα και χαρακτηριστικώτερα
φυτά της Μ. Ευρώπης ή παντελώς ελλείπουσι ή απαντώνται σποραδικώς
και εις ασήμαντον αριθμόν.
- Εις την ορεινήν περιοχήν της παραμεσογείου απαντώνται όλως ιδιαίτερα
δασικά είδη και στρεβλοί θάμνοι.
- Τα πλείστα μεσευρωπαϊκά είδη κέκτηνται ενταύθα μεγαλυτέραν κατακόρυφον
εξάπλωσιν παρά εις την Μ. Ευρώπην.
- Η βλάστησις των ορέων όλων των λοιπών παραμεσογειακών χωρών
ευρίσκεται εν αναλογία με την βλάστησιν των παραμεσογειακών βαλκανικών
περιοχών, η δε χλωρίς των υψηλών ορέων των βαλκανικών παραμεσογειακών
χωρών αποτελείται κατά μέγα μέρος από στοιχεία τα οποία, από απόψεως
ιστορικής εξελίξεως, έχουσι σχέσεις με τα τοιαύτα των άλλων παραμεσογειακών
χωρών.
Ο Koch καταλήγει εις το συμπέρασμα ότι κατά την κατακόρυφον εξάπλωσιν
τα ανώτερα όρια των φυτών της παραμεσογείου υφίστανται την επίδρασιν
του υπερθαλασσίου ύψους και της θερμοκρασίας του Ιανουαρίου και
Ιουλίου.
Γενικώς δε η μεν θερμοκρασία του Ιανουαρίου επιδρά μάλλον επί των
ορίων της κατακορύφου εξαπλώσεως των κατ' εξοχήν παραμεσογειακών
φυτών, η δε του Ιουλίου επί των μεσευρωπαϊκών τοιούτων.
Διά τα ανώτερα όρια της παραμεσογειακής χλωρίδος, ο ανωτέρω ερευνητής
καθορίζει την ισόθερμον του Ιανουαρίου των 5 C και διά τα όρια της
δασικής βλαστήσεως την ισόθερμον του Ιουλίου των 10 C. Γενικώς,
τα φυτά της παραμεσογειακής περιοχής έχουσι σχετικώς με την θερμοκρασίαν
ικανότητα προσαρμογής. Επίσης τα ετήσια κατακρημνίσματα έχουσι θετικήν
επίδρασιν επί των ανωτέρων ορίων των μεσευρωπαϊκών δένδρων, ενώ
εις τα ξηρόφιλα είναι μάλλον αρνητική.
Κατά τον Regel, το κυριώτερον χαρακτηριστικόν του παραμεσογειακού
κλίματος είναι ότι το μέγιστον των ατμοσφ. κατακρημνισμάτων πίπτει
τον χειμώνα τούθ' όπερ επιδρά εις την εξέλιξιν της χλωρίδος του
εδάφους ένθα, κατ' αντίθεσιν προς την περιοχήν της μέσης Ευρώπης,
παρατηρούνται αείφυλλος σκληρόφυλλος βλάστησις και ερυθρά εδάφη
με ελαχίστην εξέλιξιν χωμάδος.
Κατά τον αυτόν συγγραφέα, προς καθορισμόν των ορίων μεταξύ παραμεσογειακής
και μεσευρωπαϊκής χλωρίδος, πρέπει να διενεργηθώσιν έρευναι επί
του τοπικού κλίματος και του εδάφους, καθ' όσον η ελαία μόνη δεν
δύναται να αποτελέση τον γνώμονα του καθορισμού των ορίων τούτων
δεδομένου ότι αύτη δεν ανέρχεται υψηλά επί των ορέων έστω και εάν
ταύτα έχωσι παραμεσογειακόν χαρακτήρα. Ο Regel διακρίνει δύο τύπους
ορέων, τον βαλκανικόν παραμεσογειακόν και τον μεσευρωπαϊκόν. Ο πρώτος
τύπος κατ' αυτόν διακρίνεται εκ του ότι μεταξύ αειφύλλων φρυγάνων
και Abietum παρεμβάλλεται ένωσις Pinetum Pallasianae, επιπροσθέτως
δε μετά της ελάτης ή αμιγής, απαντάται και η οξυά. Εις τον τύπον
τούτον κατατάσσεται ο Όλυμπος, ενώ το Βέρμιον ανήκει εις τον μεσευρωπαϊκόν
τύπον. Ο καθαρώς παραμεσογειακός τύπος χαρακτηρίζεται κατά τον Regel
εκ του ότι αείφυλλος φρυγανώδης βλάστησις συνορεύει με τα εξ ελάτης
ή Pinus pallasiana δάση. Ο τελευταίος ούτος συγγραφεύς εις νεωστί
δημοσιευθείσαν μελέτην του εξετάζει την χημικήν αντίδρασιν διαφόρων
εδαφών της Ελλάδος, αναλόγως της περιεκτικότητος αυτών εις ιόντα
υδρογόνου, ευρίσκει δε εν Βερμίω εις έδαφος Pinetum Pallasianae
pH=7,3, εις Fageto Abietum pH=7,1, εις Castanetum pH=5,1, εις Fagetum
pH=7,3, εις Tilia argentea pH=7,4. Καταλήγει δε εις το συμπέρασμα
ότι τα όρια μεταξύ της χλωρίδος της Μέσης Ευρώπης και παραμεσογείου
προχωρούν εις τα Βαλκάνια από Βορειοδυτικών προς Νοτιοανατολάς.
Το αυτό συμβαίνει με τα νότια όρια των νεφωδών δασών ένθα η νοτιωτάτη
παραφυάς κείται παρά το Πήλιον. Εντελώς μεμονωμένον παραμένει το
δάσος "Οξυά" παρά το Καρπενήσιον όπερ δύναται να θεωρηθή
ως υπόλοιπον εξαφανισθέτων νυν δασών οξυάς. Προς τα Β.Α. και Ανατολικά,
η παραμεσογειακή περιοχή σχηματίζει λωρίδα συνεχώς στενουμένην προς
την παραλίαν ήτις τελικώς, όπως εις Σαμοθράκην και παρά την Αλεξανδρούπολιν
και Κων/πολιν, φαίνεται να είναι τυπικώς εκπεφρασμένη μόνον εις
τας νήσους.
Οι Stoyanoff και Jordanoff οίτινες ασχολούνται με την χλωρίδα του
Ολύμπου, θεωρούσιν ότι το όρος τούτο φυτογεωγραφικώς ανήκει εις
την ορείαν ζώνην της παραμεσογείου. Οι συγγραφείς ούτοι αναφέρουσιν
επίσης την εν τη πόλει Θεσσαλονίκης ύπαρξιν εντός κήπων της Chamaerops
humilis L., Phoenix canariensis Chab., Punus halepensis Mill., Eucalyptus
globulus Lab, Nerium oleander L., Acacia sp., Broussonetia papyrifer
L'Her., Laurus nobilis L. κ.ά. τουθ' όπερ παρέχει την εντύπωσιν
ότι η περιοχή κέκτηται παραμεσογειακόν χαρακτήρα. Επίσης η καλλιέργεια
της ελαίας φθάνει μέχρι της Νοτίας εξόδου του Ρούπελ, παρά τα λουτρά
του Σιδηροκάστρου, εξ ού εμφαίνεται ότι το βόρειον όριον της παραμεσογειακής
χλωρίδος ευρίσκεται πολύ βορειότερον της Θεσσαλονίκης. Τέλος, ο
Κ. Γκανιάτσας δημοσιεύει εργασίαν υπό τον τίτλον "Βοτανικαί
έρευναι επί του όρους Βερμίου, συμβολή εις την γνώσιν μεταξύ μεσογειακής
και μεσευρωπαϊκής βλαστήσεως" (1939) εν τη οποία επαναλαμβάνει
τας παρατηρήσεις των άνω συγγραφέων εξάγονται δε συμπεράσματα (2)
κατόπιν μετά μεγάλης σπουδής γενομένης μελέτης της χλωρίδος του
όρους. (3)
Συγκρίνοντες τα ανωτέρω λεχθέντα καθώς και τον παρατιθέμενον αδρομερή
χάρτην βλαστήσεως, βλέπομεν ότι ο Κάτω Όλυμπος ανήκει εις τον καθαρώς
παραμεσογειακόν τύπον με φυτοκοινωνίας εκ παραμεσογειακών ειδών,
ο κυρίως Όλυμπος και τα Πιέρια όρη ανήκουσι εις τον παραμεσογειακόν
βαλκανικόν τύπον με φυτοκοινωνίας εκ παραμεσογειακών ειδών καθώς
και τοιούτων φυτών της Μέσης Ευρώπης ιδίως εις τας υψηλοτέρας περιοχάς
των ορέων τούτων. Τοιαύτα φυτά των βορείων χωρών είναι π.χ. η Frangula
rupestris Schur., Aubrietia intermedia Heldr. Et Orph, Cotoneaster
vulgaris Lindl, Saxifraga spruneri Boiss, S. rotundi-folia L., Arabis
bryoides Boiss, Euphorbia capitulata Rchb. Aquilegia amaliai Heldr.,
Silene vulgaris Garcke, Gampanula rotundifolia L., Arctostaphylos
uva ursi Spr. Vaccinium myrtillus L. κ.ά.
Το Βέρμιον όρος κατά τον Regel ανήκει γενικώς εις τον μεσευρωπαϊκόν
ορεινόν τύπον. Εις τούτο συναντώμεν φυτοκοινωνίας εκ μεσευρωπαϊκών
ειδών καθώς και παραμεσογειακών τοιούτων, ιδίως εις τας ανατολικάς
κλιτείς αυτού, συνεπεία μικροκλιματικών επιδράσεων. Τοιουτοτρόπως
εις την πεδιάδα της Εδέσσης παρατηρούμεν βλάστησιν εκ σκληροφύλλων
θάμνων και άλλων παραμεσογειακών ειδών τα οποία φθάνουσι μέχρι των
ανατολικών υπωρειών του Βερμίου και νοτίως μέχρι του Αλιάκμονος.
Το τοιούτον οφείλεται εις την προστατευτικήν επίδρασιν του όρους
Παΐκου όπερ διά του όγκου του προστατεύει την περιοχήν ταύτην από
των βορείων ψυχρών ρευμάτων, δημιουργείται δε ούτω εκεί, κατά τον
Κυριαζόπουλον, η θερμοτέρα περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Εφ'
όσον προχωρούμεν νοτιώτερον η προστατευτική επίδρασις των ορεινών
όγκων φαίνεται μειουμένη. Επίσης, η δυτική πλευρά του όρους παρουσιάζει
εντελώς μεσευρωπαϊκόν χαρακτήρα. Προχωρούντες νοτιώτερον προς τον
Όλυμπον παρατηρούμεν ότι το όρος τούτο, ευρισκόμενον υπό την επίδρασιν
των από θαλάσσης πνεόντων βορείων ανέμων ιδία εις τα ανατολικά αυτού
μέρη (κατ' αντίθεσιν προς τας ανατολικάς κλιτείς του Βερμίου), παρουσιάζει
κλίμα ψυχρόν, η δε πεδιάς της Κατερίνης υφισταμένη την επίδρασιν
του ψυχρού Ολύμπου είναι ψυχροτέρα της πολύ βορειότερον ευρισκομένης
πεδιάδος της Εδέσσης. Προχωρούντες νοτιώτερον προς τον Κάτω Όλυμπον,
η βλάστησις παρουσιάζει εντελώς παραμεσογειακόν χαρακτήρα. Εκ των
παρεχομένων κλιματολογικών στοιχείων υπό των Η. Μαριολοπούλου και
Β. Κυριαζοπούλου, άτινα διά τας περιφερείας Εδέσσης και Βερροίας
έχουσι μάλλον ενδεικτικόν χαρακτήρα, η μέση θερμοκρασία του αέρος
εμφανίζεται ως εξής:
| |
Ιανουάριος |
Ιούλιος |
Διαφορά |
| Φλώρινα (υψόμ. 666) |
0.8 |
23.0 |
22.2 |
| Έδεσσα (υψόμ. 308) |
5.2 |
28.7 |
23.5 |
| Βέρροια (υψόμ. 188) |
6.5 |
27.5 |
21.0 |
| Κοζάνη (υψόμ. 708) |
2.2 |
23.7 |
21.5 |
| Κατερίνη (υψόμ. 25) |
5.8 |
27.0 |
21.2 |
| Λάρισα (υψόμ. 67) |
5.4 |
27.2 |
21.8 |
| Περτούλι(Καρδίτσης) (4) (υψόμ. 1130) |
0.9 |
20.0 |
19.0 |
Εάν αναγάγωμεν τα στοιχεία ταύτα εις την επιφάνειαν της θαλάσσης,
θα έχωμεν:
| |
Ιανουάριος |
Ιούλιος |
Διαφορά |
| Φλώρινα |
5.4 |
27.2 |
21.8 |
| Έδεσσα |
7.2 |
31.7 |
18.4 |
| Βέρροια |
7.8 |
28.8 |
21.0 |
| Κοζάνη |
7.1 |
28.6 |
21.5 |
| Κατερίνη |
5.8 |
27.0 |
21.2 |
| Λάρισα |
5.4 |
27.2 |
21.8 |
| Περτούλι |
8.8 |
27.9 |
19.1 |
Τα ανωτέρω στοιχεία συμφωνούσι μετά των διαφορών βλαστήσεως ως
αύται ανωτέρω περιεγράφησαν.
Επανερχόμενοι εις το ζήτημα των ορίων μεταξύ μεσευρωπαϊκής και παραμεσογειακής
βλαστήσεως, συμφώνως προς τα ανωτέρω λεχθέντα, καταλήγομεν ότι τα
όρια ταύτα ακολουθούσι μίαν ιδανικήν γραμμήν εκ της λίμνης Αχρίδος,
ήτις κατέρχεται νοτίως μεταξύ της Καστοριάς και Σμόλικα, εκείθεν
φθάνει εις τας Ν.Δ. υπωρείας του Βερμίου όπερ χωρίζει εις δύο τμήματα.
Ούτω εκ του δάσους Αγ. Δημητρίου κάμπτεται προς Ανατολάς και προχωρεί
βορείως διασχίζουσα τα δάση Ξηρολειβάδου, Κουμαριάς, Μαρούσας, Σκοτίνας,
Αγ. Νικολάου, Τσανακτσή, Κανέλλη, Ντραζίλοβο, Λειβαδίτσα, Τοβαρίστα,
¶λγερι, οπόθεν στρέφεται προς Ανατολάς αφίνουσα δεξιά τας Ανατολικάς
κλιτείς του όρους μετά των πεδινών περιοχών Εδέσσης και Βερροίας
και προχωρεί εις τας υπωρείας του όρους Παΐκου. Εννοείται ότι η
γραμμή αύτη εν τη πραγματικότητι υφίσταται ωρισμένας μεταβολάς αναλόγως
των μικροκλιματικών επιδράσεων ως και εδαφικών τοιούτων τούτο όμως
δεν ενδιαφέρει την παρούσαν μελέτην.
Εις τον επισυνημμένον χάρτην εμφαίνεται η εξάπλωσις των διαφόρων
δασικών διαπλάσεων.
--------------------------
(1) Τα δασικά είδη τα οποία σχηματίζουσι τα αλπικά δασοόρια εις
τα σπουδαιότερα Ελληνικά όρη είναι τα εξής: Ρ ο δ ό π η, Picea excelsa
Lk. και Fagus silvatica L. - Β έ ρ μ ι ο ν, Fagus silvatica L.,
Pinus laricio Poir., Abies borisii regis Mattf. - ¶ θ ω ς, Abies
borissii regis Mattf. - Π ι έ ρ ι α, Fagus silvatica L, Pinus silvestris
L., Pinus laricio Poir. - Ό λ υ μ π ο ς, Pinus leucodermis Ant.
- Π ε ρ ι σ τ έ ρ ι, Pinus peuce Gris, Abies borisii regis Mattf.
- Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α, Τ υ μ φ ρ η σ τ ό ς, Abies cephalonica Loud.
- Π ή λ ι ο ν, Ο ξ υ ά, Fagus silvatica L. - Ό ρ η Π ε λ ο π ο ν
ν ή σ ο υ, Abies cephalonica Loud. και Pinus laricio Poir. - Ί δ
η Κρήτης, Cupressus sempervirens L.
(2) To συμπέρασμα εις ό καταλήγει ο Γκανιάτσας έχει ως εξής, επί
λέξει: "αν και προτιθέμεθα να συνεχίσωμεν τας παρατηρήσεις
μας προς εξαγωγήν περισσοτέρων συμπερασμάτων, εν τούτοις, βάσει
των ανωτέρω, επαρκών, κατά την αντίληψίν μας δεδομένων, προκύπτει
ότι η περιοχή του όρους Βερμίου κείται εις τα όρια μεταξύ μεσευρωπαϊκής
και μεσογειακής βλαστήσεως, με χαρακτήρα περισσότερον βορεινόν"
(σ. 22).
(3) Ούτω λ.χ. 1. Το λίαν χαρακτηριστικόν είδος, η Δρυς η Μακεδονική,
δεν αναφέρεται υπό του συγγραφέως, ενώ η ύπαρξις αυτού εν Βερμίω
διεπιστώθη από πολλού (Δημάδη, Δασική Βλάστησις σελ. 26, Βλησίδη,
Δασική Βοτανική σελ. 156, Διαπούλη, Τα νοτιώτερα όρια εξαπλώσεως
Δρυός της Μακεδονικής). 2. Εις την σελ. 6 αναφέρεται ότι "εντός
της περιοχής της αλπικής ζώνης υπάρχει συστάς εκ της ψυχροβίου λευκοδέρμου
πεύκης", ενώ είναι γνωστόν ότι χαρακτηριστικόν της αλπικής
ζώνης είναι ότι αύτη στερείται δασικής βλαστήσεως και άρα η περιοχή
αύτη δεν δύναται να χαρακτηρισθή ως αλπική. 3. Τα αναφερόμενα ως
νέον νόθον, νέαι ποικιλίαι και νέαι μορφαί, ως αύται περιγράφονται
υπό του Κ. Γκανιάτσα, έχουσι ήδη περιγραφή υπό προγενεστέρων ερευνητών
και δη: α) αναφέρεται έν νέον νόθον μεταξύ Hyoscyamus niger και
H. pallidus αν και ουδαμού αναφέρεται η ύπαρξις του pallidus ώστε
να δικαιολογείται η δημιουργία υβριδίου. Πάντως εκ της περιγραφής
του Κ. Γκανιάτσα "corolla pallida cum macula violacea a fundo
pallida (non violacea)" εμφαίνεται ότι το περιγραφόμενον νέον
υβρίδιον είναι αυτός ούτος ο Hyoscyamus niger var pallidus ως ούτος
περιγράφεται υπό του Reichenbach και Kitaibel (παραβ. Hayek, Flora
balcanica σελ. 98). β) Η νέα ποικιλία Linum pubescens var. violaceum
(σελ. 30 αριθ. 110) εκ της περιγραφής φαίνεται ότι είναι το Linum
hirsutum L. (Hayek σελ 562). γ) Cardamine pratensis f. puberrula
(αριθ. 79) πρόκειται περί του Cardamine pratensis f. pissosa του
Beck (ίδε Hayek σελ. 29). δ) Acer intermedium f. attigentis (αριθ.
122) πρόκειται περί του Acer hycranum var. orthopterum του Bornmuller
(Hayek σελ. 604). ε) Ilex aquifolium f. subintegrifolia (αριθ. 128)
πρόκειται περί του Ilex aquifolium (αρκουδοπούρναρο) του οποίου,
ως γνωστόν, τα φύλλα, αναλόγως της ηλικίας, εξελίσσονται από intergrifolia
(ακέραια) εις spinoso-dentata (ακανθωτά). στ) Viburnum Lantana var.
luteoflora (αριθ. 321) με κίτρινα άνθη. Η διαφορά του χρώματος δεν
έχει σημασίαν καθ' όσον εις την περιγραφήν του είδους ο Hegi (σελ.
243) γράφει: "Blumenkrone smutzig-weiss, vor dem Aufbluhen
manchmal etwas rotlich uberlaufen" κλπ.
(4) Ίδε Α. Οικονομοπούλου, Η κατάστασις του δάσους Περτουλίου (1937).
< αρχική
σελίδα
|