|
< αρχική
σελίδα
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΕΙΒΑΤΩΝ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑΝ ΤΗΣ ΧΛΩΡΙΔΟΣ ΜΑΣ
Του κ. ΦΕΡΝΑΝΔΟΥ ΓΚΙΟΛ
(το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΤΟ ΒΟΥΝΟ", Α.53,
(1938), σελ. 106)
Από ετών ασχολούμενος εις την μελέτην της ελληνικής χλωρίδος και
ιδιαιτέρως της χλωρίδος της Πάρνηθος, κατέληξα εις ωρισμένας σκέψεις
αναφορικώς με την πλήρη γνώσιν της Ελληνικής χλωρίδος.
Βλέπομεν μ' έκπληξιν, λόγου χάριν, ότι, εις την "Ελληνικήν
χλωρίδα" του Halacsy (1), ο συγγραφέας δίδει ένα αριθμόν ειδών
φυτών, πολύ μεγάλον σχετικώς με τα είδη των χλωρίδων των άλλων ευρωπαίκών
χωρών, είδη είτε ενδημικών, είτε φυομένων εις ωρισμένα σημεία της
Ελληνικής γης λίαν απομεμακρυσμένα συχνά απ' αλλήλων και τα οποία
χαρακτηρίζει ως σπάνια ή σπανιώτατα.
Θα επεθύμουν, λαμβάνων μερικά παραδείγματα από την ατομικήν μου
συλλογήν, να δείξω πόσον η εντύπωσις αύτη είναι αυθαίρετος και πόσον
θα ήτο επιδεκτική αναθεωρήσεως, κατόπιν μιας συστηματικής και μετά
χρονικής συνεχείας γενομένης μελέτης των διαφόρων τοπικών χλωρίδων
της ελληνικής υπαίθρου.
Ιδού μερικά είδη, νέα διά την Αττικήν, μεταξύ των σπανιωτέρων και
μάλλον ενδιαφερόντων, τα οποία εύρομεν.
Ranunculus isthmicus Bois., ευρεθέν παρά τον Άγ. Ανδρέα, γνωστόν
μέχρι τούδε εις Καλαμάκι της Ισθμίας, Μετέωρα, Κυκλάδας.
Delphinium longipes Moris., παρά την Καλογρέζαν, γνωστόν δε εν Μεσσηνία,
Λακωνία, Στροφάδας, Κύθηρα, Πόρον.
Paeonia corallina Retz., το οποίον επανεύρομεν πέρυσι, μόνον, μετά
τον Heldreich, ολιγάριθμον και εις τοποθεσίαν κειμένην μακράν από
κάθε μονοπάτι.
Conringia orientalis Andrz., εις Μενίδιον - γνωστόν εις Κεφαλληνίαν,
Ναύπλιον, Αίγιναν.
Thlapsi graecum Godr., εις Πάρνηθα - γνωστόν εν Θεσσαλία, Πελοποννήσω,
Κρήτη.
Capsella procumbens Fr., αναφερόμενον ως φυόμενον μόνον εις τα Φάληρα,
και την νησίδα Αρπεδόνι, φαίνεται ότι είναι μάλλον κοινόν εις όλην
την Αττικήν, όπου το συνηντήσαμε συχνά εις τα αλίπεδα ως π.χ. Λούτσαν,
Ανάβυσσον και Βρεξίζα.
Ferulago Sartorii Bois., δύο τοποθεσίαι επί της Πάρνηθος (Όσιος
Μελέτιος και Ράχη Νταβέλη) ενδημισμός της νήσου Άνδρου.
Silene verpertina Retz., εις Μενίδιον - γνωστόν εις τας Ιονίους
νήσους, Πελοπόννησον, Κρήτην.
Geranium peloponesiacum Bois., εις Πάρνηθα - γνωστόν μόνον εις μερικάς
τοποθεσίας της Πελοποννήσου.
Hypericum fragile Heldr. et Part., εις Πάρνηθα - γνωστόν επί της
Δίρφυος Ευβοίας. (1)
Trifolium latinum Seb., εις Πάρνηθα - γνωστόν εν Θεσσαλία, Αρκαδία,
Μεσσηνία.
Trifolium leucanthum M. a. B., εις Πάρνηθα - γνωστόν εν Θεσσαλία.
Trifolium squarrosum L., εις Πικέρμι - γνωστόν εις Κέρκυραν.
Trifolium clypeatum L., εις Πάρνηθα - γνωστόν μόνον εν Χίω και ως
αμφιβόλως ανήκον εις την ελληνικήν χλωρίδα.
Trifolium radiosum Wahlenb, εις Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Κιούρκων
και Όσιον Λουκάν γνωστόν μόνον εις Ωρωπόν, Μαραθώνα, Σκόπελον.
Lathyrus nissolia L., εις Πάρνηθα - γνωστόν εν Θεσσαλία.
Lathyrus quadrimarginatus Ch. et B., εις Πάρνηθα - γνωστόν εν Μεσσηνία
και Αρκαδία.
Vicia benghalensis L., εις Ανάβυσσον - γνωστόν εν Μεσσηνία και Κιμώλω.
Amelianchier chelmea Hal., εις Πάρνηθα - γνωστόν παρά την Στύγα.
Catananche lutea L., εις Μπάφι - γνωστόν εις Αίγιναν και Σποράδας.
Helychrysum orientale S. et S., εις Ραμνούντα - είδος φυόμενον ιδίως
εις τας νήσους Κρήτην, Κυκλάδας, Κεφαλληνίαν.
Sternbergia colchiciflora W. et K., εις Πάρνηθα (Μόλα) - γνωστόν
επί του Χερλμού και του Ωλενού.
Αι συχναί εκδρομαί επί της οδού Αθηνών-Κορίνθου μας επέτρεψαν να
πλουτίσωμεν την συλλογήν μας με τα ακόλουθα είδη.
Silene thebana Orph., φυτόν σπανιώτατον και γνωστόν εις Θήβας μόνον.
Silene nicaeensis All., γνωστόν εις Καλάμας και Αίγιναν.
Halaria syriaca Schrad., φυτόν της Νοτίου Μεσογείου και το οποίον
είναι προφανώς νέον διά την Ελλάδα.
Anchusa aegyptiaca D. C., γνωστόν εις Σαλαμίνα και Κρήτην.
Statice Thouini Vivn., αναφερόμενον εις Αίγιναν και φερόμενον υπό
του Halacsy ως αμφίβολον διά την Ελληνικήν χλωρίδα.
Allium chamaemoly L., εις την υπό του Ορφανίδου αναφερομένην τοποθεσίαν
φαίνεται να μη υπάρχει πλέον. Πράγματι δεν εύρομεν ίχνη του εις
όλα τα πέριξ. Αντιθέτως το ανεύρομεν εις απόστασιν μερικών χιλιομέτρων
από της κλασσικής του τοποθεσίας.
Τέλος, ιδού μερικά φυτά ευρεθέντα εν Ικαρία κατά την διάρκειαν
διημέρου εκδρομής. Τα εις τόσον μικρόν διάστημα επιτευχθέντα ενδιαφέροντα
αποτελέσματα δεικνύουν όλως ιδιαιτέρως τον πλούτον και τας πιθανότητας
τας οποίας προσφέρουν αι νήσοι του Αιγαίου.
Silene fabaria S. et S., γνωστόν έως σήμερον, μόνον εις την νησίδα
Γύαρος (Σποράδες).
Ηypericum atomarium Bois., γνωστόν μόνον εις Πελοπόννησον (Δαμαλά,
Άγ. Πέτρος, Μαλεβού).
Trifolium Preslianum Bois., φυτόν Μικράς Ασίας νέον διά την Ελλάδα.
Centaurea exxcapa Urv., φυτόν των νήσων της Μικράς Ασίας, Κω και
Λέρου, νέον διά την ελληνικήν χλωρίδα.
Inula candida L., var. rotundifolia Hal., γνωστόν εις Κρήτην και
Ακρωτήριον Μαλέας Πελοποννήσου.
Scutellaria rupestris Bois. et Heldr., γνωστόν εις Ταϋγετον, Αίνον
της Κεφαλληνίας, Σκόπελον, Γύαρον.
Symphitum anatolicum Bois., γνωστόν μόνον εις Νάξον.
Τ' ανωτέρω παραδείγματα ταξινομημένα γεωγραφικώς, δεικνύουν καθαρά
πόσον θα ηδύνατο να πλουτισθή ακόμη ο οικοφυτολογικός χάρτης της
Ελλάδος διά των κατά τόπους ερευνών. Και ευχής έργον θα ήτο, ν'
αναληφθούν αύται από τους τοπικούς εκδρομείς και ορειβάτας, διότι
ούτοι έχουν ευκαιρίας να επισκέπτωνται τας διαφόρους τοποθεσίας
και συχνότερον και εις διαφόρους εποχάς.
Πράγματι το βοτανολόγημα παρουσιάζει εις την Ελλάδα δύο μεγάλας
δυσκολίας. Αφ' ενός την αστάθειαν των εποχών του έτους:
Θέρος και χειμών του ελληνικού κλίματος δεν έχουν την σταθερότητα
των ιδίων ωρών άλλων χωρών, όπου διαρκούν αύται χωρίς αυξομειώσεις,
επί ωρισμένον αριθμόν μηνών και επανέρχονται συνεπώς σχεδόν κανονικά
εις τας αυτάς ημερομηνίας. Εις την Ελλάδα αντιθέτως ο χειμών αρχίζει
συχνά πολύ αργά, διακοπτόμενος δ' ενίοτε από περιόδους θερμής καλοκαιρίας
ήτις επηρεάζει την βλάστησιν διαρκεί πολλάκις επί μακρόν. Άλλοτε
πάλιν συμβαίνει το αντίστροφον ακριβώς, εις τρόπον ώστε να μη δύναται
ο βοτανολόγος να βιασισθή επί των παρατηρήσεων του ενός έτους διά
να εικάση οπωσδήποτε ασφαλώς την εποχήν καθ' ήν θα εύρη ωρισμένον
στάδιον βλαστήσεως εις την υπό παρατήρησιν τοποθεσίαν, π.χ. πολλαί
εκδρομαί μου επί της Δίρφυος μ' απεγοήτευσαν, παρ' όλους τους υπολογισμούς
και τας παρατηρήσεις μου των προηγουμένων ετών. Το πρώτον έτος τίποτε
δεν είχεν ακόμη ανθίσει, το δ' επόμενον, μολονότι είχον λάβει υπ'
όψιν τας κλιματικάς διαφοράς, εις εποχήν εις την οποίαν σύμφωνα
με τας παρατηρήσεις του περασμένου το βουνό έπρεπε να ήτο ανθισμένο,
κάθε ίχνος πρασίνου είχεν εξαφανισθή προ ολοκλήρου τουλάχιστον μηνός!
Αν και δεκάκις ηρευνήσαμεν την Δίρφυν, είτε μετά του Κ. Πινάτση,
είτε μόνος, άπαξ μας εδόθη να συλλέξωμε τα σπάνια φυτά και τους
ενδημισμούς της Genista Milli Heldr., Genista Lydia Bois., Origanum
lirium Heldr., Stachys tetragona Bois et Heldr., και μέχρι σήμερον
δε, δεν κατωρθώσαμεν να εύρωμεν το Silene Smithii Ser.
Η δευτέρα δυσκολία, εξ άλλου, είναι τα αιγοποίμνια τα οποία εις
μερικάς εβδομάδας μεταβάλλουν τα πλέον ανθισμένα λειβάδια εις έρημον,
όπου ο βοτανολόγος θ' αρκεσθή πλέον εις την ανεύρεσιν ολιγίστων
φυτών, συχνάκις ημικατεστραμμένων από τους οδόντας των αιγών, αν,
τύχη αγαθή, δεν τα υπερήσπισε κάποιος αστράγαλος, είτε παρόμοιος
ακανθώδης θάμνος.
Νομίζω λοιπόν ότι μία συνεργασία όλων εκείνων οι οποίοι ενδιαφέρονται
εις την βοτανικήν εν Ελλάδι, θα έδιδεν αξιόλογα αποτελέσματα και
θα συνετέλει μεγάλως εις το να αποκτήσωμεν μίαν ακριβή εικόνα του
καταμερισμού εν Ελλάδι διαφόρων σπανίων ειδών και της εν γένει οικολογίας
των ελληνικών φυτών.
< αρχική
σελίδα
|