|
< αρχική
σελίδα
Περιοδικό: Οιωνός
τεύχος 17, Φεβρουάριος 2002: σ. 12-14
του Γιώργου Χανδρινού
Η κατανομή του Γυπαετού στην Ελλάδα: 1840-1970
<… Ξαφνικά, βλέπω έναν ενήλικο Γυπαετό, που, έχοντας καταπιεί ένα τεράστιο κόκαλο, στεκόταν ανήμπορος να πετάξει, στηρίζοντας μάλιστα το σώμα του στην μακριά του ουρά. Πλησιάζοντας τον με το άλογο μου στ α6-7 μέτρα, ξεπέζεψα γρήγορα και άρχισα να τον κυνηγώ, ελπίζοντας ότι θα τον πιάσω ζωντανό. Και τότε, το πουλί απογειώθηκε, με μεγάλη δυσκολία, και κερδίζοντας ύψος χάθηκε πάνω από τον Παρθενώνα με κατεύθυνση την Πάρνηθα… >.
Έτσι περιγράφει, ο Βρετανός W. Simpson, την πρώτη του συνάντηση (γύρω στα 1855) με το είδος, που έγινε στα σφαγεία της Αθήνας, δηλαδή, στην σημερινή οδό Πειραιώς, στον Ταύρο και που δείχνει ανάγλυφα το πόσο συνηθισμένο πουλί ήταν ο Γυπαετός σ’ εκείνους τους μακρινούς χρόνους.
Η δημογραφική εξέλιξη του πληθυσμού του και η γεωγραφική κατανομή του Γυπαετού στην Ελλάδα, τα τελευταία 150 χρόνια, ακολούθησε, δυστυχώς, την ίδια αρνητική πορεία που ακολούθησαν όλα τα είδη των γυπών και των άλλων μεγάλων αρπακτικών της χώρας μας. Ας δούμε λοιπόν, στο σύντομο αυτό σημείωμα, μια περίληψη της γεωγραφικής κατανομής του Γυπαετού στην Ελλάδα, πλην βεβαίως της Κρήτης όπου υπήρχε πάντα, στο δεύτερο μισό του 19ου αι. και μέχρι την δεκαετία του 1970, έτσι όπως προκύπτει από τα κείμενα των παλιών ορνιθολόγων ή περιηγητών.
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι η προσπάθεια ανάλυσης παλαιών επιστημονικών εργασιών, με στόχο την εξακρίβωση ακριβών και αξιόπιστων δεδομένων για την κατανομή των διαφόρων ειδών της Ελληνικής ορνιθοπανίδας, παρουσιάζει μια σειρά προβλημάτων, που, λόγω χώρου, δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ. Το κυριότερο, ίσως, από αυτά είναι το ότι, ενώ έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την Στερεά Ελλάδα ή και την Πελοπόννησο, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Ήπειρο, την Μακεδονία ή την Θράκη, που ενώ απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους την δεκαετία του 1910, παρέμεναν <ανεξερεύνητες> από ορνιθολόγους για πολλές ακόμα δεκαετίες (σχεδόν μέχρι την δεκαετία του 1960). Έτσι, προσπαθώντας να χαρτογραφήσουν την ιστορική κατανομή του Γυπαετού, αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε αθέλητα σφάλματα, που προέρχονται από αυτήν ακριβώς την ετεροβαρή κάλυψη του Ελλαδικού χώρου από τους τότε ορνιθολόγους.
Ένα άλλο πρόβλημα είναι ο σχετικά περιορισμένος αριθμός καταγραφών του είδους, σε συνδυασμό με τοις ασάφειες ή τις αντιφάσεις σε ορισμένα, τουλάχιστον, κείμενα των τότε επιστημόνων. Για παράδειγμα ο Kruper (1862) μας λέει ότι, Γυπαετοί υπήρχαν σχεδόν παντού στην (τότε) Ελλάδα, ενώ ο Simpson (1860) ισχυρίζεται ότι το είδος ήταν σπάνιο στην Δυτική Ελλάδα, αν και ο ίδιος επισημαίνει ότι όπου υπήρχε μια μεγάλη αποικία από Όρνια, εκεί ζούσε και ένα ζευγάρι Γυπαετών.
Πελοπόννησος: Η πρώτη καταγραφή του είδους προέρχεται από τον Graf von der Muhle (1844), που συνέλεξε ένα άτομο στον Ακροκόρινθο, είδε άλλο ένα στην Ζήρεια και στο Ναύπλιο, όπου μάλιστα φώλιαζε. Άλλες καταγραφές έγιναν σε διάφορα σημεία του Ταϋγέτου, όπου επίσης φώλιαζε (Αναβρυτή, Ξεροβούνι, Αλτομιρά κ.α.) καθώς και στην Αρκαδία: ένα νεαρό συνελέγη στα Δολιανά (18/4/1897) και ένα άλλο στην Ι.Μ. Μαλεβής (9/6/1898) (Kruper 1862, Reider 1905, Parrot 1905 κ.α.) Πολύ αργότερα , ο Niethammer (1943) γράφει ότι ο τελευταίος Γυπαετός της Πελοποννήσου σκοτώθηκε στα 1905, αλλά οι Bauer et,al. (1969) αναφέρουν ότι ο Βρετανός D. Balance, είδε ένα άτομο στο Χελμό, τον Αύγουστο του 1966, αυτή είναι και η τελευταία καταγεγραμμένη παρατήρηση του είδους στην Πελοπόννησο.
Στερεά Ελλάδα: Σύμφωνα με όλους σχεδόν τους παλαιούς ορνιθολόγους, στην περιοχή αυτή ο Γυπαετός ήταν ευρύτατα διαδεδομένος σε όλα τα μεγάλα βουνά, από τα περίχωρα της Αθήνας (Πάρνηθα), μέχρι την Ακαρνανία και την Οίτη (συμπεριλαμβανομένης και της Εύβοιας),. Αναφέρουμε, συνοπτικά, περιοχές όπως: Λαμία, Οίτη, Γκιώνα, Βαρδούσια, Βελούχι, Παρνασσός (Αμφίκλεια, Αγόριανη, Άμφισσα, Αράχοβα/ Δελφοί, Γραβιά, Ι.Μ. Οσίου Λουκά κ.α.) Θήβα, Πάρνηθα (Χασιά κ.α.) και Αιτωλ/νία (Φαράγγι Κλεισούρας, Αστακός, Βαράσοβα, όρη Αγρινίου κ.α.). Σε πολλά από τα μεγάλα βουνά της κεντρικής Ρούμελης, οι Γυπαετοί υπήρχαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 (στον Παρνασσό και πολύ αργότερα), υπάρχουν ενδιαφέρουσες καταγραφές από π.χ. το Βελούχι (12-14/7/67), την Οίτη (20/6/56) και τον Μπράλλο (27/4/59).
Ήπειρος - Θεσσαλία: Γενικά, υπάρχουν ελάχιστες παρατηρήσεις. Αναφέρεται (Reider, 1905) για πρώτη φορά από το Χαλκοδόνιον Όρος (ΝΔ του Βελεστίνου) όπου φώλιαζε (Ιαν. 1896), είναι δε πολύ ενδιαφέρον ότι ένα πουλί παρατηρήθηκε στην ίδια περιοχή (Χαλκιάδες-Φάρσαλα), στις 29/4/1963. Καταγράφεται, βεβαίως, αρκετές φορές στον Όλυμπο (π.χ. 2 άτομα το Λιτόχωρο, 10/6/76, αλλά και αργότερα) και στην γύρω περιοχή (Τέμπη κ,α.), καθώς και στα Μετέωρα (τουλάχιστον μέχρι το 1984), πουθενά όμως αλλού στην Θεσσαλία. Για την Ήπειρο, η πρώτη καταγραφή έγινε στην περιοχή Φαναρίου (πεδιάδα Αχέροντα) (Powys, 1860), ενώ οι Bauer et.al. (1969) αναφέρουν επίσης την Πίνδο (χωρίς όμως άλλες λεπτομέρειες), καθώς και τις κορυφές της Τύμφης, όπου υπάρχουν (ελάχιστες παρατηρήσεις τουλάχιστον μέχρι το 1986.
Μακεδονία –Θράκη: περιοχή ιδιαίτερα προβληματική, λόγω της έλλειψης δεδομένων. Το είδος, πάντως, σίγουρα φώλιαζε στην περιοχή Β. ΒΑ των Πρεσπών (όρος Περιστέρι, Αχρίδα, Ν.Α. Αλβανία, περιοχή Τίτο-Βέλες κ.α.). Στα 1843, οι Elwes και Buckley, αναφέρουν <… λίγα πουλιά στα βουνά της Μακεδονίας > ή ότι <… το είδος δεν είναι ασυνήθιστο στα βουνά… >. Στις 5/11/32, ο Γερμανός Kattinger συνέλεξε ένα ενήλικο αρσενικό πουλί στον Χορτιάτη, ενώ, στην ίδια περιοχή, ο Makatsch (1950) γράφει ότι βρήκε και φωτογράφισε (6/10/38) μια παλιά φωλιά Γυπαετού, κοντά στην Ι.Μ. Αγ. Αναστασίας, ενώ είδε (30/1/39) και ένα Γυπαετό, στον αυχένα στην Καστανιάς (Βέρμιο). Είναι, τέλος, γνωστό ότι Γυπαετοί φώλιαζαν στην Δαδιά (ή και στα γύρω βουνά), τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 (πρώτη δημοσιευμένη καταγραφή τον Αυγ. 1962, από τον C. Zelenka). Ενώ η παρουσία του είδους στην Κ. Ροδόπη είναι μάλλον αμφίβολη. Δεν υπάρχει καμία άλλη καταγραφή από την Αν. Μακεδονία –Θράκη και συνεπώς, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν στην περιοχή αυτή υπήρχαν κάποτε Γυπαετοί ή όχι.
Νησιώτικη Ελλάδα: Περιοχή με, επίσης, ελλιπείς πληροφορίες. Ο Drummond (1843) αναφέρει ότι στην Κέρκυρα το είδος εμφανιζόταν περιστασιακά (ίσως από την Αλβανία), αλλά γνωρίζουμε ότι είχε παρατηρηθεί στον Αίνο, Κεφαλληνία (20/3/1897), ότι 2 άτομα (ενήλικο και νεαρό) είχαν συλλεχθεί στην Λευκάδα, την ίδια περίπου περίοδο και ότι ένα ζευγάρι φώλιαζε (23/2/1897) στην νήσο Οξυά (Reiser, 1905).Από το κεντρικό Αιγαίο, η μόνη παρατήρηση προέρχεται από τον Erhand (1858), του οποίου πάντως η αξιοπιστία αμφισβητείται έντονα. Ο Erhard λοιπόν, γράφει πως ένας Γυπαετός παρατηρήθηκε στην Άνδρο, το χειμώνα του 1857/58. Τέλος, από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι Γυπαετοί φώλιαζαν στην Ρόδο (ορεινός όγκος του Αττάβυρου), τουλάχιστον μέχρι το 1945 (Tortonese & Moltoni, 1947).
Δυστυχώς, σήμερα πλέον είναι σχεδόν σίγουρο ότι, πλην ελάχιστων παρατηρήσεων μεμονωμένων ατόμων, που μάλιστα προέρχονται από γειτονικές χώρες, οι Γυπαετοί χάθηκαν οριστικά από την ηπειρωτική Ελλάδα. Με κατανομή, που περιορίζεται πια μόνο στα μεγάλα βουνά της Κρήτης, με συνολικό πληθυσμό, που δεν ξεπερνά τα 10-15 άτομα και πολύ φτωχή αναπαραγωγική επιτυχία, το εντυπωσιακό αυτό πουλί φαίνεται πως έχει πλέον φτάσει σε οριακό σημείο. Κατάσταση, που μπορεί να ανατραπεί μόνο με πολύ μεγάλη προσπάθεια από τον άνθρωπο
< αρχική
σελίδα
|