3. Υδρολογικά στοιχεία
Η δίαιτα των υπόγειων νερών της περιοχής του κέντρου των Αθηνών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διακυμάνσεις των κλιματικών στοιχείων, όπως είναι η θερμοκρασία, η υγρασία και η βροχόπτωση καθώς και ο συντελεστής κατείσδυσης, ανάλογα με την περατότητα των γεωλογικών σχηματισμών.
Η τροφοδοσία των υδροφόρων οριζόντων είναι φτωχή, τόσο εξαιτίας του μικρού ύψους βροχής που σημειώνεται στην πόλη (Πίν. 1), όσο και εξαιτίας της οικιστικής ανάπτυξης και της ανάπτυξης του οδικού δικτύου, που έχει καλύψει την επιφάνεια του εδάφους με στεγανά υλικά και δεν επιτρέπει την κατείσδυση του νερού.
Η στάθμη του ελεύθερου υδροφόρου ορίζοντα είναι υψηλή, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθος των 1,5-2 μ. (Δουνάς κ.ά. 1976, Δουνάς & Γάκης 1977).
Η μελέτη της πιεζομετρίας και της κίνησης των υπόγειων νερών, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια των εργασιών για την κατασκευή του μετρό, έδειξε ότι η μορφολογία της πιεζομετρικής επιφάνειας του υδροφόρου ορίζοντα ακολουθεί τη μορφολογία του ανάγλυφου (Δουνάς κ.ά. 1976). Οι κύριοι άξονες αποστράγγισης τον υπόγειου νερού συμπίπτουν με τους κλάδους τον παλαιού υδρογραφικού δικτύου της περιοχής πριν την αστικοποίηση της. Συνεπώς, η μελέτη της κίνησης των υπόγειων νερών παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την αναζήτηση της θαμμένης κοίτης παλαιών ποταμών και χειμάρρων.
Ο Ηριδανός ποταμός αποστράγγιζε περιοχή έκτασης περίπου 2 χμ2, όπως εκτιμάται από τοπογραφικούς και γεωλογικούς χάρτες που απεικονίζουν την περιοχή πριν την οικιστική ανάπτυξη αλλά και κατά την πολεοδομική της εξέλιξη (Curtius & Kaupert 1880, ΓΥΣ 1980, Τραυλός 1993). Η παρατήρηση του γεωλογικού χάρτη καθώς και τοπογραφικών διαγραμμάτων διαφόρων περιόδων οδηγεί στη διαπίστωση ότι το νερό του προερχόταν κυρίως από πηγές της περιοχής του Λυκαβηττού. Αυτές εκφόρτιζαν το νερό που κατεισέδυε στον ομώνυμο ασβεστολιθικό όγκο, ο οποίος υπέρκειται των υδατοστεγών στρωμάτων του αθηναϊκού σχιστόλιθου (Trikkalinos 1966). Επιπλέον, η σημερινή τοπογραφία της πόλης δείχνει ότι κατά την πορεία το υδατικό δυναμικό του ποταμού εμπλουτιζόταν από τα νερά που αποστράγγιζαν την περιοχή της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου.
5. Αναπαράσταση της αρχαίας διαδρομής του Ηριδανού
5.1. Ιστορικά στοιχεία
Συμφωνά με τον Στράβωνα, οι πηγές του Ηριδανού ποταμού βρίσκονταν κοντά στους νότιους πρόποδες του Λυκαβηττού, απέναντι από τις πύλες του Διοχάρους, όπου βρίσκεται και η Πάνοπος κρήνη. Ο Παυσανίας στα Αττικά του πιστοποιεί την παρουσία του Ηριδανού στην Αθήνα και μάλιστα αναφέρει ότι τα νερά του κατέληγαν στον Ιλισό ποταμό (Παπαχατζής 1992).
Σήμερα ο Ηριδανός, με εμφανή τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός ποταμού (κοίτη, φυσικά και τεχνητά αναχώματα), είναι ορατός μόνο στον αρχαιολογικό χώρο των ανασκαφών του Κεραμεικού. Η κοίτη του ποταμού, πλάτους 2 μ., διασχίζει τον αρχαιολογικό χώρο από τα ανατολικά προς τα δυτικά σε μήκος περίπου 190 μ. (Εικ. 1, 2). Σε όλο το μήκος αυτής της διαδρομής είναι εμφανείς όλες οι διαχρονικές ανθρώπινες επεμβάσεις, όπως θα αναλυθεί αργότερα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο από γραφές αρχαίων συγγραφέων [Παυσανίας (Ι 2, 4) και Δημοσθένης (34, 39)] (Παπαχατζής 1992) όσο και από τα πρόσφατα στρωματογραφικά δεδομένα των ανασκαφών πιστοποιείται ότι η περιοχή του Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. αποτελούσε ένα έλος που προφανώς τροφοδοτούνταν από υπερχειλίσεις των νερών του Ηριδανού ποταμού. Το στρώμα ιλύος και αργίλου, που αποτελούσε τις αποθέσεις του έλους, βρέθηκε διάτρητο από οπές υδροχαρών φυτών (καλαμιών) που συνιστούσαν τη βλάστηση του υγρότοπου. Η εξάπλωση των λεπτομερών αποθέσεων οδηγεί στη διαπίστωση ότι το τέλμα κάλυπτε συνολική έκταση 3000 μ2, έχοντας μήκος 60 μ. και πλάτος 50 μ. (Υπουργείο Πολιτισμού 2000/5). Η στάθμη των νερών του έλους αυξομειωνόταν ανάλογα με την εποχιακή τροφοδοσία της παροχής του Ηριδανού.
6. Ανθρώπινες επεμβάσεις στο ποτάμι ·
Η κοίτη του Ηριδανού ποταμού έχει υποστεί μια σειρά συνεχών ανθρώπινων επεμβάσεων από την εποχή του Θεμιστοκλή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ανάπτυξη του ποταμού στο εσωτερικό της πόλης ευνόησε την επέμβαση αυτή αρκετά νωρίς, θεωρήθηκε αναγκαία η διαμόρφωση της κοίτης του για να μπορέσει να «εναρμονιστεί» με την οικιστικά αναπτυσσόμενη πόλη και να «προσαρμοστεί» στις ανάγκες των πολιτών. Το σύνολο των διαχρονικών επεμβάσεων του ανθρώπου στην κοίτη του ποταμού είναι εμφανές στο χώρο του Κεραμεικού.
Το 478 π.Χ., μετά την καταστροφή της Αθήνας από τους Πέρσες, στα πλαίσια των έργων ανοικοδόμησης των τειχών της πόλης, πραγματοποιήθηκε | για πρώτη φορά η διευθέτηση της κοίτης του Ηριδανού ποταμού στο χώρο του Κεραμεικού. Ένα τμήμα της κοίτης του κατά μήκος της Ιεράς Οδού ευθυγραμμίστηκε, και η κοίτη εγκιβωτίστηκε με την εκατέρωθεν κατασκευή λίθινων τοιχωμάτων. Ενδεικτικό της ανθρώπινης επέμβασης στον ποταμό είναι η ανεύρεση, στα υλικά με τα οποία πληρώθηκαν τεχνητά τμήματα της κοίτης, πάνω από 7.000 οστράκων με χαραγμένα ονόματα μεγάλων ανδρών της εποχής που χρησιμοποιούνταν για εξοστρακισμούς (Κηίgge 1990). '
Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., προκειμένου να διαπλατυνθεί ο δρόμος κατά μήκος του ποταμού, καλύφθηκε τεχνητά η παλαιά επένδυση της όχθης και κατασκευάστηκε κατά μήκος της νότιας κοίτης του Ηριδανού ένας τοίχος αντι-στήριξης των πρανών, μια επένδυση δηλαδή της όχθης που περιόριζε αρκετά την κοίτη σε σχέση με τις διαστάσεις που είχε την εποχή του Θεμιστοκλή (Υπουργείο Πολιτισμού 2000α).
Σημαντική παρέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον του Ηριδανού ποταμού αποτελεί η συρρίκνωση, με τεχνητά μέσα, του έλους που είχε αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή του Κεραμεικού από τις υπερχειλίσεις του ποταμού. Η απόπειρα περιορισμού της έκτασης του έλους πραγματοποιήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. με την κατασκευή αγωγών για τη συλλογή και την υπόγεια αποστράγγιση των στάσιμων νερών (Υπουργείο Πολιτισμού 2000β). Το έργο αποσκοπούσε στην πλήρη αποξήρανση του έλους με σκοπό την κατασκευή κεραμικών εργαστηρίων και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επέμβασης των αρχαίων με σκοπό την αλλαγή χρήσης γης, κάτι που ο σύγχρονος άνθρωπος ανήγαγε σε καθημερινή δραστηριότητα.
Στο τμήμα του ποταμού που αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές στην περιοχή του Μοναστηρακίου η κοίτη οριοθετείται από δύο σειρές μεγάλων κροκαλοπαγών λιθοπλίνθων με πλινθόκτιστη θολωτή οροφή. Οι αρχαιολόγοι προσδιορίζουν χρονικά την τεχνητή οριοθέτηση της κοίτης στην ύστερη κλασική-ελληνιστική περίοδο (330-30 π.Χ.). Η κατασκευή της πλινθόκτιστης καμάρας, που οδήγησε στην πλήρη κάλυψη του ποταμού, πιθανολογείται ότι έγινε σε τρεις φάσεις, από τις οποίες οι δύο ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή, η μία αδριάνεια και η άλλη παλαιοχριστιανική. Συγκεκριμένα, κατά την εποχή του Αδριανού (124-125 μ.Χ.) η πόλη επεκτάθηκε προς τα ανατολικά και ο αυτοκράτορας κατασκεύασε μια σειρά από κοινωφελή έργα. Στα πλαίσια των έργων αυτών επιχώθηκε η κοίτη του πόταμου στη σημερινή περιοχή της λεωφόρου Αμαλίας, και στο εσωτερικό κατασκευάστηκε μεγάλος λίθινος αγωγός με κτιστά τοιχώματα και συμπαγή θολωτή οροφή (Υπουργείο Πολιτισμού 2000^). Είναι προφανές ότι η παρουσία του ποταμού στο κέντρο της πόλης διευκόλυνε τη μετατροπή του σε κεντρικό αποχετευτικό αγωγό.
Μετά την άλωση της Αθήνας από τους Ερούλους το 267 μ.Χ., και πιθανότατα τον 6ο αιώνα μ.Χ., στο τμήμα του ποταμού προς την πόλη και σε μήκος περίπου 1000 μ. κατασκευάστηκε στο μέσο της κοίτης ένα στήριγμα, υπολείμματα του οποίου υπάρχουν στην περιοχή του Κεραμεικού. Το στήριγμα αυτό υποβάσταζε πλάκες από κατεστραμμένα μνημεία και κτήρια κάτω από τις οποίες έρεε ο ποταμός. Την περίοδο αυτή, που αντιστοιχεί στο τέλος της αρχαιότητας, και μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ. οι επεμβάσεις στο ποτάμι μεγιστοποιούνται, έχοντας ως αποτέλεσμα τόσο την υποβάθμιση της ποιότητας των νερών του Ηριδανού, όσο και την πλήρη αντικατάσταση της ελεύθερης επιφανειακής του ροής από υπόγεια και απόλυτα ελεγχόμενη. Η κοίτη του πληρώνεται τεχνητά σε όλο της το μήκος, και ο ποταμός λειτουργεί πλέον σαν υπόγειος αποχετευτικός αγωγός.
7. Συζήτηση - συμπεράσματα
Η αξιολόγηση και ερμηνεία ιστορικών-αρχαιολογικών δεδομένων, στοιχείων γεωφυσικών διασκοπήσεων και γεωτρητικών δεδομένων οδήγησε στην αναπαράσταση της πιθανής διαδρομής του Ηριδανού ποταμού κάτω από τη σημερινή Αθήνα. Οι πηγές του Ηριδανού βρίσκονταν στις νότιες πλαγιές του Λυκαβηττού. Ο ποταμός ακολουθούσε διαδρομή προς τα νοτιοανατολικά και έφτανε στη σημερινή περιοχή του Συντάγματος. Στη συνέχεια ακολουθούσε βορειοδυτική πορεία για να καταλήξει στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. Η περιοχή αυτή αποτελούσε ένα τοπογραφικό βύθισμα που δεχόταν τα νερά της ευρύτερης περιοχής σχηματίζοντας ένα έλος, η έκταση του οποίου μεταβαλλόταν ανάλογα με την εποχιακή απορροή των πηγών του ποταμού. Τελικός αποδέκτης των νερών του Ηριδανού ήταν ο Ιλισός, στην περιοχή της σημερινής συμβολής της Ιεράς Οδού με την οδό Πειραιώς, ή πιθανόν αρκετά πιο δυτικά.
Η δυσαναλογία των χαρακτηριστικών της κοίτης που βρέθηκε στην περιοχή του Συντάγματος με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του Ηριδανού ποταμού, όπως αυτά εκτιμώνται από τη σημερινή τοπογραφία, οδηγεί στην υπόθεση ότι κάτω από την κοίτη του Ηριδανού, που χρονολογείται στη γεωμετρική ή και παλαιότερη περίοδο (900-700 π.Χ.), υπάρχει η κοίτη ενός ποταμού με υψηλή παροχή και στερεοπαροχή, που λειτούργησε για μεγάλη περίοδο του Ολοκαίνου. Πιθανά ο ποταμός αυτός να αντιστοιχεί σε παλαιότερη κοίτη του Ιλισού, ο οποίος σήμερα βρίσκεται ανατολικά της πορείας του Ηριδανού όπως αυτή έχει απεικονιστεί στον Πίν. 4. Η επιβεβαίωση της υπόθεσης αυτής απαιτεί περαιτέρω γεωφυσική και γεωτρητική έρευνα της ευρύτερης περιοχής.
Ο Ηριδανός ποταμός αποτελεί έναν από τους πρώτους ποτάμιους κλάδους της αρχαίας Αθήνας που ο άνθρωπος διαμόρφωσε και προσάρμοσε στις δικές του ανάγκες. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν η πλήρης εξαφάνιση του ποταμού κάτω από επιχώσεις και ανθρώπινες κατασκευές. Το απογοητευτικό είναι ότι παρόμοια τύχη είχαν πλήθος ποτάμια ρεύματα και χείμαρροι της Αττικής, με αποτέλεσμα τις αρνητικές επιπτώσεις που παρατηρούνται μετά από, έστω και μικρής διάρκειας, ραγδαίες βροχοπτώσεις. Μικρότερης έκτασης, εξίσου όμως αρνητικές επεμβάσεις έχουν πραγματοποιηθεί στον Ιλισό και τον Κηφισό, με αποτέλεσμα σε ένα μεγάλο μήκος τους να έχουν εκτραπεί, εγκιβωτιστεί τεχνητά ή ακόμη και εντελώς καλυφθεί, ενώ ο Σκύρος και ο Κυκλοβόρος είναι γνωστοί μόνο από τον Στράβωνα και τον Παυσανία, και η διαδρομή τους πιθανολογείται, θαμμένη κάτω από τη σύγχρονη μεγαλούπολη.
Οι αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Αθήνα είναι πολύ πιο έντονες από όσες έγιναν συνολικά στους αιώνες που ακολούθησαν μετά το τέλος της αρχαιότητας (Παπαδοπούλου 1993, 1994, Κάραλη κ.ά. 2000). Η έντονη οικιστική ανάπτυξη της πόλης των Αθηνών έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική αλλαγή των χρήσεων γης. Αυτό είχε συνέπεια την κάλυψη των γεωλογικών σχηματισμών από ανθρώπινες κατασκευές που στεγανοποιούν το έδαφος και το καθιστούν αδιαπέραστο από το νερό των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων, επηρεάζοντας το υδρολογικό ισοζύγιο. Εκτιμήθηκε ότι η κάλυψη της περιοχής που αποστράγγιζε ο Ηριδανός ποταμός από ανθρώπινες κατασκευές που στεγανοποιούν το έδαφος (οικοδομήματα, άσφαλτος, τσιμέντο) φτάνει το 85%, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά το ποσοστό του νερού το-ιν βροχοπτώσεων που κατεισδύει. Το πρόβλημα φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στην περιοχή των Αθηνών, αλλά οπουδήποτε ο άνθρωπος δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα να διατηρηθούν ανέπαφα ορισμένα φυσικά χαρακτηριστικά (όπως κοίτες ποταμών, αλλαγή χρήσεων γης, σύσταση της ατμόσφαιρας) που είναι απαραίτητα για την ομαλή εξέλιξη των φυσικών φαινομένων.
Ο Ηριδανός ποταμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του «αττικού τοπίου». Ακόμη και στο μικρό μήκος του στην περιοχή του Κεραμεικού συνιστά έναν υγροβιότοπο που, έστω και στη μορφή αυτή, πρέπει να αναδειχθεί. Εδώ και αρκετά χρόνια έχουν γίνει διάφορες προτάσεις σχετικά με την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, στα πλαίσια των οποίων θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την αποκατάσταση και ανάδειξη του Ηριδανού ποταμού, όπου αυτό είναι εφικτό (Παπαδοπούλου 1994). Η προσπάθεια αυτή απαιτεί πολλές πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, ορισμένες από τις οποίες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η απαίτηση για την απομάκρυνση ορισμένων κτηρίων της ευρύτερης περιοχής ώστε να γίνει πραγματικότητα η ενοποίηση του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού με την αρχαία αγορά (Παπαδοπούλου 1993, 1994). Μέσα από αυτή τη «συνεύρεση» της αρχαίας με τη σύγχρονη πόλη θα μπορέσει να αναδειχθεί η κοίτη και το φυσικό οικοσύστημα του Ηριδανού. Η ανάδειξη αυτή επιβάλλεται, διότι η πορεία του Ηριδανού μέσα στους αιώνες δείχνει τη στενή του σχέση με τους Αθηναίους. Αποτέλεσε τμήμα του αττικού τοπίου που κάποτε συντέλεσε στην τελείωση του Αθηναίου πολίτη, που του έδωσε πνεύμα, γνώση, αξίες, αρχές και ιδέες.