|
< αρχική
σελίδα
Περιοδικό: Υγεία για όλους
τεύχος 37, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2002: σ. 62-6
της κ. Αντωνίας Τριχοπούλου
Τρώτε πολλά λαδερά κι ας παχαίνουν: λέει η κ. Αντωνία Τριχοπούλου.
Είναι σωστό;
Με τον τίτλο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην «Καθημερινή» (4.8.2002) συνέντευξη της γνωστής καθηγήτριας της Διατροφολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Αντωνίας Τριχοπούλου, στην οποία συνέντευξη υπάρχουν κάποιες σωστές απόψεις αλλά και κάποιες πλάνες και ιδέες που δεν συμπίπτουν με τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα.
Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες είναι «καλοφαγάδες» και κατατάσσονται πρώτοι μεταξύ δέκα ευρωπαϊκών χωρών στην κατανάλωση κρέατος, ελαιολάδου κ.λπ. «αφού στις παλιές καλές συνήθειες της μεσογειακής δίαιτας προστέθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και αυτή η παράταιρη εμμονή μας στην κρεοφαγία».
Σύμφωνα, λέει, με τα πιο πρόσφατα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Ερευνητικού Προγράμματος DAFNE, η διαθεσιμότητα κρέατος στη χώρα μας υπολογίζεται στα 148 γραμμάρια την ημέρα ανά άτομο, ενώ για το κόκκινο κρέας (κυρίως μοσχάρι), φθάνει τα 100 γραμμάρια, την ημέρα. Η όλη εικόνα, μας πληροφορεί η εφημερίδα, ήταν ακόμη… χειρότερη μερικά χρόνια πριν, καθώς τη διετία 1987-1988 η διαθεσιμότητα του κρέατος είχε φθάσει τα 176 γραμμάρια την ημέρα για κάθε Έλληνα, ενώ από τη συνολική ποσότητα τα 109 γραμ. ήταν κόκκινο κρέας –κυρίως μοσχάρι.
Εξοργιστικά μεγάλες οι ποσότητες αυτές κρέατος που καταναλώνουν οι Έλληνες αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι καταναλώνουν επίσης μεγάλες ποσότητες κοτόπουλων, ψαριών και γαλακτομικών, ότι ξοδεύονται μόνο για εισαγωγές κρεάτων από τις χώρες κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δραχμές το χρόνο (και τώρα ανάλογα ποσά σε ευρώ). Είναι λοιπόν άκρως θλιβερό το γεγονός ότι οι ιατρικοί συλλόγου και το υπουργείο Υγείας αδιαφορούν για το φαινόμενα αυτό, και δεν πραγματοποιούν εκστρατείες διαφώτισης ενώ σε όλους είναι γνωστό ότι τα κρέατα που εισάγουμε είναι πολύ κακής ποσότητας είναι ορμονούχα, ότι προέρχονται από άρρωστα συνήθως ή τρελά ζώα και επιπλέον αποτελούν τα κρέατα βασικούς προδιαθεσιακούς παράγοντες για καρδιοπάθειες διαφόρους καρκίνους και διαβήτη, οστεοπόρωση, αρρώστιες των νεφρών και άλλες σοβαρές παθολογικές καταστάσεις.
Και ενώ παρατηρείται, σύμφωνα με το άρθρο της «Καθημερινής», μια τάση αύξησης της κατανάλωσης λαχανικών, η οποία μπορεί να αποδοθεί σε συνδυασμό με την κάποια μέιωση της κατανάλωσης κρέατος, στο θόρυβο που προκάλεσε η νόσος των τρελών αγελάδων και στην προσπάθεια ορισμένων εναλλακτικών γιατρών για τα οφέλη της υγιεινής διατροφής, εντούτοις οι περισσότεροι Έλληνες δεν γνωρίζουν να μαγειρεύουν τα λαχανικά σωστά και καταστρέφουν ένα μεγάλο μέρος των θρεπτικών τους στοιχείων με το υπερβολικό βράσιμο, με άφθονο νερό (και όχι στον ατμό ή σε κατσαρόλες που μαγειρεύεις με λίγο νερό) ή τα τσιγαρίζουν άσχημα με λάδι και αλάτι και τα καθιστούν κάθε άλλο παρά υγιεινή και θρεπτική τροφή.
Η καθηγήτρια Αντωνία Τριχοπούλου, ενώ πιστεύει και τονίζει την αξία των λαχανικών, των οσπρίων και των δημητριακών, εντούτοις κάνει το λάθος να συνιστά τα λαδερά φαγητά δηλαδή τα μαγειρευμένα με λάδι ζαρζαβατικά, κηπευτικά, δημητριακά και όσπρια, τα οποία έτσι όχι μόνο χάνουν μεγάλο μέρος των θρεπτικών τους στοιχείων, όταν τα παραψήνουμε με λάδι, αλλά και το τσιγαρισμένο λάδι είναι λίαν βλαπτικό για την υγεία.
Όχι μόνον λοιπόν τα «λαδερά» μαγειρεύονται έντονα ώσπου να αλλάξουν χρώμα αλλά επιπλέον παχαίνουν, όπως ομολογεί και η ίδια, όχι βέβαια από μόνα τους, αλλά εξαιτίας του άφθονου λαδιού, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, εξαιτίας του άφθονου συνήθως αλατιού που βάζει η νοικοκυρά στα λαδερά και εξαιτίας των ραφιναρισμένων τροφών που λαμβάνονται μαζί μ’ αυτά.
Μπορούν κάλλιστα να πάψουν να παχαίνουν τα λαδερά εφόσον μαγειρεύονται χωρίς λάδι και αποφεύγεται το αλάτι και αντί για αλάτι χρησιμοποιείται λεμόνι, ρίγανη, φρέσκια ντομάτα, σέλινο, μαϊντανό, άνηθο, φρέσκο κρεμμυδάκι, σκόρδο, ραπανάκι, θρούμπι, βασιλικό και άλλα ανάλογα βοτανικά μυρωδικά. Επιπλέον, πρέπει να χρησιμοποιείται λίγο ελαιόλαδο ωμό, έξτρα παρθένο, ψυχράς εκθλιψης, όταν είναι εφικτό. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι το πολύ ελαιόλαδο παχαίνει, καθώς και το αλάτι, το οποίο αναγκάζει τον οργανισμό να κατακρατεί υγρά, ανεβάζοντας την πίεση του αίματος και προκαλώντας επιβράδυνση στην πέψη της τροφής και άλλα προβλήματα υγείας.
Διαβάσαμε στον Τύπο («Απογευματινή» , 7-6-2002): Όπως μας δήλωσε ο καθηγητής Phillip James, επικεφαλής της Διεθνούς Οργάνωσης κατά της Παχυσαρκίας, «πιστεύουμε ότι για τα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας στην Ελλάδα ευθύνεται εν μέρει, η μεγάλη κατανάλωση ελαιολάδου. Στο σημείο αυτό διαφωνούμε με διακεκριμένους επιδημιολόγους της χώρας σας που υπερτιμούν την προστατευτική του δράση!…». «Το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο για τη χώρα σας που κατέχει το θλιβερό ρεκόρ και της παιδικής παχυσαρκίας! Όλα αυτά τα παιδιά είναι υποψήφιοι ασθενείς για μια μεγάλη κατηγορία παθήσεων όπως: διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά προβλήματα, οστεοαρθρίτιδα και για διάφορες μορφές καρκίνου».
Συμφωνούμε με την άποψή του Φιλίπ Τζέιμς επικεφαλή της Διεθνούς Οργάνωσης κατά της Παχυσαρκίας, ότι οι Έλληνες ειδικοί υπερτιμούν την προστατευτική δράση του ελαιόλαδου, επίσης δεν αναφέρουν ποιος τύπος ελαιόλαδου είναι ο καλύτερος και αγνοούν οι περισσότεροι, ότι το μαγειρευμένο ελαιόλαδο, ακόμη και το άριστο, καθίσταται βλαπτικό και ανθυγιεινό.
Στη συνέντευξη αναφέρεται ότι μια «πρόσφατη έρευνα της επιστημονικής ομάδας της κ. Τριχοπούλου θέτει σε αμφισβήτηση το «αξίωμα ότι οι πρωτεΐνες δεν παχαίνουν και έδειξε ότι, αντίθετα, συμβάλλουν περισσότερο στην αύξηση της παχυσαρκίας» Είναι τεκμηριωμένη η άποψη αυτή που την έχουμε αναπτύξει συχνά σε κείμενά μας στο περιοδικό αυτό, αλλά και σε βιβλία μας. Υπάρχουν πολλές έρευνες διεθνώς, που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το λίπος των ζωικών τροφών μετατρέπεται εύκολα, στο μεγαλύτερο μέρος του, σε λίπος του ανθρώπινου σώματος.
Έχει απόλυτα δίκιο η κ. Τριχοπούλου, όταν τονίζει ότι πρέπει να ελαττώσουμε δραστικά, για λόγους υγείας τις ζωικές τροφές που καταναλώνουμε κατά κόρον, σε υπερβολικές ποσότητες, και οι οποία συμβάλλουν τα μέγιστα στην ανάπτυξη σοβαρών χρονίων εκφυλιστικών ασθενειών, που πλήττουν ολοένα και περισσότερους Έλληνες, κάθε χρόνο, σε ολοένα και νεότερες ηλικίες, αποδεκατίζοντας νέους σχετικά ανθρώπους.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες ότι δεν τους παχαίνουν οι φυσικοί υδατάνθρακες και οι φυσικές αμυλούχες τροφές, όταν τρώγονται με μέτρο και δεν χρησιμοποιείται καθόλου αλάτι ή ελάχιστο αλάτι και λάδι περιορισμένο και ωμό. Οι τροφές που παχαίνουν και αρρωσταίνουν είναι εκτός από τα λίπη των ζωικών τροφών και οι ραφιναρισμένοι υδατάνθρακες (ζάχαρη, γλυκίσματα, ζαχαρωτά, άσπρο ψωμί, άσπρο ρύζι, άσπρα ζυμαρικά κ.λπ). Το θέμα αυτό δεν το θίγει η κ. Τριχοπούλου. Το αποσιωπά συστηματικά.
Όπως απέδειξε μελέτη που έγινε με ερωτηματολόγιο σε δείγμα 28.000 εθελοντών, από 25 έως 82 ετών, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος EPIC, που μελετά τη συσχέτιση καρκίνου και διατροφής: «είδαμε από τα στοιχεία του EPIC», λέει η κ. Τριχοπούλου, «ότι μία διατροφή που βασίζεται σε υψηλή κατανάλωση πρωτεϊνών συνδυάζεται περισσότερο με παχυσαρκία από ότι η μεγάλη κατανάλωση λιπιδίων ή υδατανθράκων. Μιλάμε βεβαίως επί ισοθερμικής πρόσληψης, δεν ισχύει αυτό εάν κάποιος αυξήσει τις θερμίδες. Αυτό είναι μια διαπίστωση που γίνεται για δεύτερη φορά, προηγήθηκε μία άλλη σε μικρότερες ηλικίες».
Το συμπέρασμα των μελετών αυτών, όπως αναφέρεται στη συνέντευξη, ανατρέπει ριζικά τη συλογιστική και τακτική των κέντρων αδυνατίσματος που συνιστούν στους πελάτες τους να ζήσουν τρώγοντας κρέατα, κοτόπουλα και λίγα μαρουλόφυλλα με ξύδι και αλάτι.
Άνθρωποι όπως η κ. Αντωνία Τριχοπούλου, με το κύρος που διαθέτουν, τους τίτλους και τις προσβάσεις στις εκάστοτε κυβερνήσεις, στα ΜΜΕ και στα επιδοτούμενα προγράμματα της Ευρωπαικής Ένωσης, θα μπορούσαν να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες στην ελληνική κοινωνία, δείχνοντας με πολλούς και αποτελεσματικούς τρόπους το σωστό δρόμο διατροφής, στους Έλληνες που έχουν υιοθετήσει τις τελευταίες δεκαετίες πολύ κακές συνήθειες διατροφής, με τραγικές επιπτώσεις στην υγεία τους στην ποιότητα της ζωής τους και στην εθνική μας οιμονομία.
Το ότι δεν έγινε αυτή η προσπάθεια σωστής και πλήρους ενημέρωσης ως τώρα οφείλεται σε διάφορους παράγοντες που δεν πρόκειται να θιγούν στο κείμενο αυτό.
< αρχική
σελίδα
|