|
< αρχική
σελίδα
Περιοδικό: Οικοτοπία
τεύχος 22, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2002: σ. 16
του Λεωνίδα Λουλούδη
Μεταξύ επιστήμης και πολιτικής
«Η Αλήθεια είναι ότι η Επιστήμη (όρος με τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι εννοούν τις σκληρές φυσικές επιστήμες) είχε πάρει πλέον μεγάλες διαστάσεις», γράφει ο γνωστός Άγγλος ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ στο βιβλίο του «Η Εποχή των Άκρων», αναφερόμενος σε αυτόν που ο ίδιος αποκαλεί «Σύντομο Εικοστό Αιώνα (1914-1991)». Σε τελευταία ανάλυση, «το παράδοξο της κατάστασης» ήταν, πάντα κατά Χόμπσμπαουμ, ότι η τεράστια δύναμη της τεχνολογίας του εικοστού αιώνα και η επίδρασή της στην οικονομία ή το περιβάλλον άρχισε ολοένα και περισσότερο να εξαρτάται από μια σχετικά μικροσκοπική κοινότητα επιστημόνων, για τους οποίους αυτές οι τιτάνιες συνέπειες των δραστηριοτήτων τους ήταν δευτερεύουσας σημασίας, συχνά δε αμελητέες σε σύγκριση με το πρωτογενές ενδιαφέρον τους να αποκαλύπτουν τα μυστικά του σύμπαντος. «Κατανοητή η στάση τους αλλά όχι αναγκαστικά ρεαλιστική», καταλήγει ο Χομπσμπάουμ. Αυτή η παρατήρηση, ενός καταξιωμένου ιστορικού, όσο σκληρή και αν είναι για την επιστημονική κοινότητα, φοβάμαι επιδέχεται και, αν συνεκτιμηθεί και η τελευταία δεκαετία του αιώνα, ανησυχητικότερες προσθήκες. Ο Francois Gros στον «Πολιτισμό του Γονιδίου» διαπιστώνει ότι «η αμερικάνική εμπειρία δείχνει το δρόμο «μιας νέας οργανωτικής δομής που συνδέει τον πανεπιστημιακό χώρο με τον κόσμο των επιχειρήσεων: τις καινοτομικές (start-up) επιχειρήσεις. Για να συμπληρώσει ο «γνώριμος μας», λόγω Κώστα Κριμπά, Richard Lewontin: «Ενώ λέγεται ότι αποτελεί θεμελιώδη ανακάλυψη για τη φύση της ζωής (εννοεί το πρόγραμμα της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος) κρύβει συχνά απλές εμπορικές σχέσεις που προσφέρουν ισχυρότατη ώθηση στην καθοδήγηση και το αντικείμενο της έρευνας».
Σήμερα, θα επιχειρήσω να σας παρουσιάσω την περίπτωση ενός επιστήμονα, διακεκριμένου μέλους αυτής της «μικροσκοπικής κοινότητας», ο οποίος με προσεκτικά, σχεδόν διστακτικά βήματα διέτρεξε όλη τη διαδρομή του «παράδοξου της κατάστασης». Από την ένταξή του σε αυτό, όταν άσκησε με νεανικό πάθος τις δημιουργικές δραστηριότητες που επιφέρουν «τιτάνιες συνέπειες» στην οικονομία και το περιβάλλον, μέχρι ότου, όπως , ο ύστερος, ιδιαίτερα, δημόσιος λόγος του, προφορικός ή γραπτός, αποκαλύπτει, αυτές οι «τιτάνιες συνέπειες» όχι μόνο έχουν παύσει να θεωρούνται δευτερεύουσας ή αμελητέας σημασίας αλλά, αντιθέτως, τροφοδοτούν ένα νέο κύκλο σκέψεως και πράξεων. Ως συμβατική αφετηρία αυτού του αναπροσανατολισμού πιθανολογώ την, φαινομενικά δυσεξήγητη, απόφαση του να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά πολύχρονη παραμονή στο εξωτερικό. Ένα πρώτο φλας-μπακ είναι, εδώ, απαραίτητο.
Έτος 1978: Η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών εκλέγει, στην νέοιδρυθείσα έδρα Οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, ως Μόνιμο Τακτικό Καθηγητή, ένα γεωπόνο-εντομολόγο, τον Μιχάλη Καρανδεινό. Είναι Κρητικός, «Γεραπερτίτης», όπως ο ίδιος αποκαλεί τους συμπολίτες του, και έχει πίσω του, ήδη, μια δεκατετραετή ακαδημαϊκή θητεία στην Αμερική. Από κάθε άποψη είναι αυτό που λέμε, στη δουλειά μας, «επιτυχημένος». Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Εντομολογίας του Πανεπιστημίου Γουισκόνσιν, στο Μάντισον και, μάλιστα, έχει αποκτήσει, τα σαρανταπέντε του χρόνια, και το έπαθλο για τους αναγνωρισμένους πανεπιστημιακούς της Αμερικής το «tenure”, την μονιμότητα. Επιπλέον, το Πανεπιστήμιο του είναι πρώτης γραμμής και ο ίδιος έχει μόλις (1976) δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, μια εργασία, σε έγκυρο περιοδικό του κλάδου του, στην οποία παραπέμπουν 130 συνάδελφοί του. Αλλά, τότε, γιατί αποφασίζει να επιστρέψει σε ένα ιστορικό μεν, όμως μικρό πανεπιστήμιο του ευρωπαϊκού νότου, με πολλά προβλήματα προσαρμογής στη σύγχρονη ακαδημαϊκή ζωή που, ασφαλώς, δεν αγνοεί; Επειδή η προφανής αιτία, δηλαδή το «νόστιμον ήμαρ», δεν είναι ιδιαίτερα παραγωγική για την κατανόηση όσων ακολουθήσουν την επιστροφή του Καρανδεινού στην Ελλάδα, κάποια σπαράγματα πληροφοριών γι’ αυτόν, νομίζω ότι, σκιαγραφούν ευκρινέστερα τα κίνητρα εκείνης της κρίσιμης απόφασης.
Σε μεταγενέστερη (1997) επιστολή του σε γνωστό δημοσιογράφο τον ενημερώνει ότι «οι οικολόγοι του Winsconsin άνοιξαν καινούργιους δρόμους στη μελέτη και ανάλυση των βιοκοινοτήτων, χρησιμοποιώντας σύγχρονες μαθηματικές μεθόδους που αποδέσμευσαν έτσι τον κλάδο αυτόν της οικολογίας από τον παλαιότερο εμπειρισμό και την υποκειμενική προσέγγιση των κεντροευρωπαίων φυτοοικολόγων». Στην ίδια επιστολή καταγράφεται και μια ολίγον έκκεντρη – για θετικό επιστήμονα εκείνης της εποχής πληροφορία. Εκθειάζοντας έναν φημισμένο καθηγητή της πολιτικής ιστορίας του Γοιυσκόνσιν σημειώνει: «τις πανεπιστημιακές του διαλέξεις στην Πολιτική Ιστορία του 20ου αιώνα, παρακολουθούσαν ανεπίσημα όχι μόνο φοιτητές από διάφορα τμήματα του πανεπιστημίου αλλά και αρκετοί καθηγητές μεταξύ των οποίων και ο συντάκτης τούτης της επιστολής. Βλέπετε τους Έλληνες μας είχε ιδιαίτερα γοητεύσει και με την συμπαράστασή του στις αντιδικτατορικές εκδηλώσεις». Οι έμμεσες συνεκδοχές αυτών των εξομολογήσεων προφανείς: πρώτον, η επίγνωση ότι οι δικές του επιστημονικές αποσκευές σωρεύτηκαν στον τόπο και τον χρόνο σημαντικών κατακτήσεων της θεωρητικής γνώσης του τομέα του, δεύτερον, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική ιστορία, σε συνδυασμό με τον διακριτικό αλλά σαφή υπαινιγμό περί συμμετοχής σε αντιδικτατορικές δράσεις. Να συμπληρώσω με δύο ακόμα πινελιές το σύντομο πορτραίτο του Καρανδεινού της επιστροφής στην Ελλάδα. Στον πανηγυρικό της 25ης Μαρτίου 1979, ως νεοεκλεγείς καθηγητής οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, με τίτλο «Οι Αγρότες στο 21» τρεις ιστορικές αναφορές έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους. Η πρώτη, αυτονοήτως, είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, η δεύτερη, ο Παπαρηγόπουλος, ο ρομαντικός ιστορικός της εθνικής «τρισχιλιετοπύς» συνέχειας, η τρίτη, ο λαϊκός, προεπαναστατικός απόηχος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, η ανώνυμος «Ελληνική Νομαρχία». Την επόμενη πινελιά στο πορτραίτο του υπαγορεύει ένα θεωρητικό απόφθεγμα σε μια από τις πρώτες ομιλίες του στην Ελλάδα. «Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σε θέματα προστασίας της φύσης», γράφει, «δυσκολεύεται από την παραδοσιακή Δυτική αντίληψη, περί ιδιοκτησίας». Προφανώς εδώ συνδέονται οι (προ)καπιταλιστικές σχέσεις γαιοκτησίας με την προστασία της φύσης. Δεν θα προσυπέγραφα σήμερα αυτή τη θέση, ενδεχομένως ούτε και ο ίδιος. Ήταν, όμως, στην εποχή της, μια χαρακτηριστική «προοδευτική» θέση, με αναγωγές στην υπεροχή του εθιμικού «λαϊκού δικαίου» της νομής έναντι της θεωρούμενης ως «επείσακτης», δυτικής προέλευσης, ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Εξ όλων αυτών, και άλλων συμφραζομένων, εκτιμών ότι ο Καρανδεινός είναι ένας φιλελεύθερος προοδευτικός διανοούμενος μιας εποχής εξευτελιστικών εξαρτήσεων της περιφέρειας από το μητροπολιτικό κέντρο. Ένας αριστερός της διασποράς ο οποίος επιστρέφει στο εθνικό κέντρο με εκείνο το προχρονολογημένο είδος νοσταλγίας που δεν απευθύνεται στο παρελθόν, «τον τόπο καταγωγής» αλλά, κατευθείαν, στο μέλλον, «τη δημοκρατική Ελλάδα της εθνικής κυριαρχίας». Βεβαίως, όπως σε κάθε ανάλογη περίπτωση, του επιθυμητού μέλλοντος προηγείτο, αναγκαστικά, ένα εξόχως προβληματικό και απρόβλεπτο παρόν. Πόσο καλά γνώριζε αυτό το παρόν, το οποίο ήθελε να ανατρέψει, μετά από απουσία δεκατεσσάρων χρόνων, είναι το αμέσως επόμενο ερώτημα.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, συμβίωναν, σε ένα εκρηκτικό μίγμα, ριζοσπαστικά πολιτικά αιτήματα και παρωχημένες αντιδραστικές νοοτροπίες. Όπως καταλάβαμε, με σκληρό τρόπο, πολύ αργότερα, αυτά τα αντιφατικά στοιχεία συνήθως συνέπιπταν σε πολιτικά υποκείμενα και πρόσωπα. Χαρακτηριστικό πρόσωπο μιας ενδιαφέρουσας εποχής μεγαλύτερων προσδοκιών από όσες μπορούσε ο τόπος να αντέξει, ο Καρανδεινός θα ακολουθήσει, με αξιοπρόσεκτα, είναι αλήθεια, χαμηλούς τόνους, την πεπατημένη της περιπλάνησης στους γενικότερους μετεωρισμούς μέχρι τη δημιουργική προσαρμογή στο, συνήθως, υποτιμούμενο, εφικτό. Η ιστορία φτιάχνεται από τους ανθρώπους αλλά όχι όπως ακριβώς την σχεδίασαν, είπε, πριν ενάμιση αιώνα, ένα αδίκως κατηγορηθείς
Ως ντετερμινιστής. Ας περιπλανηθούμε, λοιπόν, και μεις μαζί του υπό τρεις οπτικές γωνίες, προσανατολισμένες, κυρίως, στα, εκ πρώτης όψεως, πάρεργα της ακαδημαϊκής του θητεία στην Ελλάδα.
Γωνία πρώτη: Η κατάσταση της παιδείας και, μάλιστα, της ανωτάτης παιδείας, μετά το 1974. Συνοψίζω τα πασίγνωστα. «Νομική» και «Πολυτεχνείο», «αποχουντοποίηση και ακραία κομματικοποίηση των ΑΕΙ. Αίτημα αλλαγής του ισχύοντος (από το 1953) θεσμικού πλαισίου διοίκησης των πανεπιστημίων με κορύφωση τις αλλεπάλληλες φοιτητικές «καταλήψεις» και την τρίμηνη απεργία του βοηθητικού διδακτικού προσωπικού για την κατάργηση της έδρας και την «μονιμότητα». Ένα, από κάθε άποψη, ανοργάνωτο αν όχι χαοτικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, ιδιαίτερα όταν προέρχεσαι από την καλολαδωμένη μηχανή του Γουισκόνσιν. Όμως, συγχρόνως περιβάλλον έντονων προβληματισμών. Αλλιώς, δεν εξηγείται πως συναντάμε τον πρώτο καθηγητή Οικολογίας, της συντηρητικής, τότε, Ανωτάτης Γεωπονικής, στη Νίκαια, στην ιδρυτική σύσκεψη του Ελεύθερου Λαϊκού Πανεπιστημίου, το οποίο οφείλει, μάλιστα κατά τη γνώμη του, «ν μην πάρει την κατεύθυνση του επαγγελματικού σχολειού» αλλά να «απομυθοποιήσει την επιστήμη», ως αξία καθεαυτή. «Η γνώσις είναι πολλές φορές και ευχάριστη» θα υποστηρίξει ενώπιον του εμβρόντητου δημάρχου Νικαίας, ο οποίος, υποθέτω, ονειρεύεται, ήδη, την Τοπική Αυτοδιοίκηση να απονέμει επαγγελματικά πτυχία. Ο χρόνος δεν θα δικαιώσει ούτε τον φιλόδοξο δήμαρχο ούτε τον ρομαντικό καθηγητή αλλά την «επαγγελματοποίηση» όλης της ανωτάτης παιδείας. Αντίθετα, το Ελεύθερο Λαϊκό Πανεπιστήμιο θα περιπέσει σε αδράνεια. Ένα συνολικό απολογισμό του Καρανδεινού για την προσπάθεια «οικολογικοποίησης» όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης θα έχουμε σε μια, σχετικά πρόσφατη, ομιλία του στο ίδρυμα ΙΣΤΑΜΕ «Ανδρέας Παπανδρέου». Θα πει: «πριν από δύο περίπου δεκαετίες έγινε εισαγωγή κάποιων μαθημάτων οικολογίας στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Χωρίς να παραγνωρίζω την θετική συμβολή αυτής της πολιτικής στην προσέγγιση των οικολογικών περιβαλλοντικών προβλημάτων, διαπιστώθηκε στον βαθμό που έπρεπε και μάλιστα με τον καιρό ατόνησε». «Χωρίς να παραγνωρίζω την θετική συμβολή, διαπιστώνω…», ένα πρώτο δείγμα της λογικής του Καρανδεινού που θα συναντήσουμε και σε άλλες περιστάσεις, όταν, π.χ. εκτιμάει την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα.
Γωνία δεύτερη: η κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα. Εδώ τα πράγματα του είναι περισσότερο οικεία γιατί είναι απλούστερα ή έτσι, τουλάχιστον, νομίζει στην αρχή. Όταν ο Καρανδεινός εκλέγεται καθηγητής Οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος ισχύει στην Ελλάδα ένα θεσμικό καθεστώς προστασίας του περιβάλλοντος το οποίο, όπως έγραφε ο αείμνηστος καθηγητής Καράγιωργας, στον δεύτερο τόμο της «Δημόσιας Οικονομικής» του, «αναγνωρίζει στην πραγματικότητα «δικαιώματα ιδιοκτησίας» πάνω στο περιβάλλον, σε αυτούς που προκαλούν τη ρύπανση, τους υπεύθυνους της ρύπανσης». Αυτό θα αλλάξει, τυπικά, το 1986, με τον Νόμο-Πλαίσιο 1650, «ένα σημαντικό βήμα»», όπως παρατηρεί δεκατρία χρόνια αργότερα ο Καρανδεινός, αν και, συνεχίζει με τον γνώριμο τρόπο του, «δεν ακολούθησαν βέβαια όλα τα Προεδρικά Διατάγματα που προβλεπόταν». Ουσιαστικά, η αλλαγή στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ανάπτυξης στο περιβάλλον θα γίνει αισθητή, μόλις στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Γενικότερα, ως συνέπεια εφαρμογών της Οδηγίας της ΕΕ περί Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων 85/337 (οι ΚΥΑ εναρμόνισης με το εθνικό δίκαιο εκδόθηκαν στις 25 και 26 Οκτωβρίου του 1990), της πρωτοποριακής σχετικής νομολογίας του Ε’ Τμήματος του ΣΤΕ και, ειδικότερα στον αγροτικό τομέα, ως συνέπεια της ενσωμάτωσης φίλο-περιβαλλοντικών ρυθμίσεων στην αγροτική πολιτική της Ένωσης, μετά το Μάαστριχτ. Ο Λαραδεινός, παρά τη συμπάθειά του προς την κυβερνώσα παράταξη, καταγράφει με αντικειμενικότητα αυτές τις εξελίξεις, στις οποίες, άλλωστε, δεν είναι εντελώς αμέτοχος. Όπως υπενθυμίζει σε επιστολή του προς τον, τότε (1988), υπουργό Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας: «από τότε που επέστρεψα στην Ελλάδα αλλά κυρίως μετά το 1981 προσφέρω ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες που μου ζήτησε η Πολιτεία σε διάφορες Επιτροπές, Διοικητικά Συμβούλια κ.τ.λ. Έχει ξεκινήσει, όμως, από το μηδέν: «Αυτή τη στιγμή εγώ δεν έχω δυστυχώς στα χέρια μου στοιχεία συγκεκριμένα γα τα θέματα του περιβάλλοντος… της περιοχής ή της Ελλάδος γενικότερα» (συνάντηση Νίκαιας, βλέπε παραπάνω). Επίσημα στοιχεία για το περιβάλλον, από τις δημόσιες υπηρεσίες, δεν θα βρει ποτέ, όπως αποκαλύπτουν οι επιστολές που απευθύνει σε όλη την γκάμα της «ανευθυνουπεύθυνης» κρατικής γραφειοκρατίας, μέχρι και στον ίδιο τον υπουργό. «Έρευνες εν κρυπτώ» θα καταγγείλει, το 1988, στον συμπολιτευόμενο τύπο. Λίγα χρόνια αργότερα (1991), σε επιστολή του προς τη «Κίνηση Πολιτών» δείχνει απογοητευμένος: «Η κατάσταση που παρουσιάζει η Αθήνα και όλες σχεδόν οι πόλεις της Ελλάδας που αναπτύχθηκαν μετά τον πόλεμο είναι φρικτή… Στην υπόλοιπη χώρα (ύπαιθρο) τα προβλήματα είναι επίσης σοβαρά». Στο τέλος της επόμενης δεκαετίας, αναφερόμενος στην έκδοση του (οποίου φέρει την επιστημονική ευθύνη) «Κόκκινου βιβλίου», στο πρόγραμμα ΦΥΣΗ 2000, στον Κανονισμό της βιολογικής γεωργίας και εκείνον περί αγροτο-περιβαλλοντικών μέτρων, θα δηλώσει: «είμαι μάλλον αισιόδοξος για το περιβάλλον γενικά… τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει αρκετή πρόοδος». «Μάλλον αισιόδοξος», είναι, όπως ήδη σχολίασα, ο τρόπος του Καρανδεινού να κάμπτει χωρίς να παρακάμπτει τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Γιατί ξέρει, πια, από πρώτο χέρι τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Η συνεχής αρθρογραφία του, από το 1973, πριν επιστρέψει μέχρι σήμερα, δεν φαίνεται να σώζει το φοινικόδασος Βάι, στο Λασίθι, από την «αξιοποίηση». Τα τεκμηριωμένο και τολμηρό για την εποχή (1979) μοναδικό εκτενές άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» ήταν αποφασιστικό για την διάλυση της, για πολιτικούς λόγους, καλλιεργούμένης σύγχυσης περί της φύσης του Αθηναϊκού «νέφους»: «Καπνομίχλη ή φωτοχημική ρύπανση». Όμως, οι αλλεπάλληλες ανακοινώσεις στον Τύπο των ερευνών του Εργαστηρίου του, για την επίπτωση του όζοντος στην ανάπτυξη των φυτών και του μολύβδου στις «παιδικές χαρές «της Αθήνας, δεν φαίνεται να συγκινούν τους αρμόδιους. Τέλος, οι μελετημένες προτάσεις του υπέρ του «πράσινου», σε ημερίδα (1993) του ΠΑΣΟΚ για τον «Ελαιώνα» και σε ερευνητικό πρόγραμμα για την τύχη του «Ελληνικού» (1996) απαιτούν «όσο γίνεται μεγαλύτερη έκταση» για το πράσινο. Αλλά θα διερωτηθεί, «τι σημαίνει όσο γίνεται μεγαλύτερη έκταση»; Εδώ ακριβώς βρίσκεται το «κλειδί» του προβλήματος. Πως αξιολογούμε, πως διαβαθμίζουμε τις διάφορες συχνά συγκρουόμενες πραγματικές ανάγκες επιδιώξεις;» Εδώ, προσθέτω εγώ, αρχίζει η περιπέτεια της πολιτι9κής, μπροστά στην οποία θέλει δεν θέλει θα βρεθεί, αργά ή γρήγορα, όποιος καθηγητής οικολογίας και προστασίας του περιβάλλοντος σέβεται τη δουλειά του. Και ο Καρανδεινός δεν ήταν από αυτούς που δεν ήθελαν αλλά ήθελε, όπως πάντα, με το δικό του τρόπο. Ας επιχειρήσουμε να δούμε ποιος ήταν αυτός.
Γωνία τρίτη, λοιπόν, και τελευταία. Θα μπορούσε να έχει τίτλο: ο πρώτος καθηγητής Οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο στα όρια επιστήμης και πολιτικής. Για λόγους αναλυτικού θα διέκρινα δύο, στην πραγματικότητα, αλληλένδετες διαστάσεις του ζητήματος. Την «ενδο-ιδρυματική» και την «εξω-ιδρυματική»
Η «ενδο-ιδρυματική» διάσταση. Στα πρώτα του χρόνια στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, ο Καρανδεινός διαισθάνεται τις, ας το πω επιεικώς, επιφυλάξεις των συναδέλφων του. Τους λόγους εξηγεί ο ίδιος: «Όμως η επίσημη Πολιτεία και η Πανεπιστημιακή κοινότητα», λέει σε συνέδριο του ΓΕΩΤΕΕ, στην Ιεράπετρα το 1992, «αγνοούσε τις τάσεις και τα κινήματα της εναλλακτικής οικολογικής γεωργίας. Η αντιμετώπιση όσων έφερναν «καινά δαιμόνια» δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή. Ο υπογράφων έχει προσωπικές εμπειρίες από το 1981 μέχρι σήμερα. Το εργαστήριο Οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος ανάθεσε (με διακύβευση της σοβαρότητας του) το 1985 πτυχιακή μελέτη στην κα Μαρία Μίχου με θέμα την κατάσταση της Οργανικής γεωργίας στην Ελλάδα. Σήμερα το «κλίμα» έχει αλλάξει και σ’ αυτό βοήθησε νομίζω και η επαφή μας και τα προγράμματα με την ΕΟΚ». Να μείνω λίγο σε αυτό. Τι είναι σοβαρό ή μη σοβαρό μέσα σε ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα είναι ερώτημα συνώνυμο με το τι είναι και τι δεν είναι επιστημονικό, συν κάτι περισσότερο: ότι το μη επιστημονικό πρέπει να απαξιωθεί με κάθε μέσον, ακόμη και έξω επιστημονικό. Μια ευαίσθητη γυναίκα και καταξιωμένη βιολόγος της θαλάσσιας ζωής, δοκίμασε στο πετσί της την τόλμη να δημιουργήσει, πρώτη, τις απειλές εναντίον της υγείας των ανθρώπων και της φύσης από την αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων. Στην εξοχή βιογραφία της Ραχήλ Κάρσον, που μας έδωσε, πρόσφατα, η Linda Lear, δεν καταγράφεται μόνο η εκδοτική επιτυχία της «Σιωπηλής Άνοιξης» (πούλησε, από τις 27 Σεπτεμβρίου 1962 μέχρι τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, 106.000 αντίτυπα, πριν γίνει, έκτοτε, το αξεπέραστο best-seller της επιστημονικής εκλαΐκευσης όλων των εποχών) αλλά κα η πολιτική απαξίωσής της. Δεν ήταν μόνο οι «ανώνυμοι» επιστολογράφοι οι οποίοι την κατήγγειλαν στον τύπο ως «κομουνίστρια» και «ανόητη ειρηνήστρια». Είναι, ας μην το ξεχνάμε, η εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Ο ίδιος ο (πρώην) υπουργός εωργίας διερωτάται δημοσίως γιατί μια «άτεκνη γεροντοκόρη» ενδιαφέρονταν για τη γενετική;» για να δεχθεί ο ίδιος την αυτονόητη τότε, απάντηση: «πιθανώς είναι κομουνίστρια». Τηρουμένων των χρονικών αποστάσεων και των ποιοτικών αναλογιών, η οικολογία, στην Ελλάδα, το 1978 και αρκετά αργότερα, ήταν μια επιστήμη η οποία, αφενός έτεινε να παραβιάσει τα παραδεδεγμένα όρια και να αναμοχλεύσει το status –quo πολλών άλλων επιστημών και αφετέρου «αν άξιζε το όνομά της», για να ξαναθυμηθούμε την επιστημολογία του Λουί Αλτουσέρ, «θα έπρεπε να διεκδικήσει, με τα ίδια της τα μέσα την κυριότητα ενός ιδιαίτερου αντικειμένου που είναι δικό της και μόνο δικό της και έχει κάποιο παραχωρημένο μερίδιο ενός δανεικού αντικειμένου εγκαταλελειμμένου από μια άλλη επιστήμη, σε μια από τις «όψεις» της, στα υπολείμματά της». Άλλοι, αρμοδιότεροι από μένα, θα κρίνουν πόσο επιτυχώς διεκδίκησε την κυριότητα του επιστημονικού αντικειμένου της οικολογίας, ο Καρανδεινός. Περιορίζομαι σε ότι γνωρίζω, στη διαπίστωση, δηλαδή, ότι είχε την, σε τελευταία ανάλυση πολιτική τόλμη, να θέσει το θέμα της διεκδίκησης του επιστημονικού του αντικειμένου, στο πλέον σκληρό πεδίο δοκιμασίας, δηλαδή, «εντός των (ακαδημαϊκών) τειχών».
Η «έξω-ιδρυματική» διάσταση. Σε ένα σύντομο αλλά περιεκτικό άρθρο του στα «Νέα» (9 Απριλίου 1992) ο Καρανδεινός προσδιορίζει με διδακτική ευκρίνεια τα κατ’ αυτόν, λειτουργικά όρια ου πολιτικού λόγου, ενός επιστήμονα οικολόγου. Την αφορμή δίνει άρθρο του Καθηγητή Γενετικής Σ. Αλαχιώτη, το οποίο ασκεί κριτική στην οικοσυστηματική προσέγγιση και στους οικολογούντες πανεπιστημιακούς.
Η ολιστική άποψη «του οικοσυστήματος», υποστηρίζει ο Αλαχιώτης είναι ακατανόητη αν δεν προηγηθεί η αποκάλυψη των ιδιοτήτων κατωτέρων βιολογικών οργανώσεων και συστημάτων. «Η αναγωγική αυτή προσέγγιση», διαφωνεί ο Καρανδεινός, «… δεν είχε μέχρι σήμερα τις ίδιες επιτυχίες στα βιολογικά, για λόγους τόσο θεωρητικούς όσο και πρακτικούς. Η προσπάθεια που φαίνεται να αποδίδει είναι συνδυασμός της αναγωγικής και της συνθετικής προσπάθειας». Έχει τη σημασία της για το ίδρυμά μας, με την έννοια ότι διαθέτει, ήδη, μια πνευματική παράδοση γόνιμων, «εντός των τειχών» προβληματισμών, ότι μια ανάλογη επιστημολογική (ή φιλοσοφική;) αντίρρηση έχει εκφρασθεί εδώ, σχεδόν πριν τριάντα χρόνια. Μας την θυμίζει ο Κώστας Κριμπάς, στην τελευταία συγγραφική προσφορά του: «Γιάννης Σαρεγιάννης και η έννοια της ασθένειας». «Επιτέλους», φαίνεται να είπε προς τον τότε, επίσης αείμνηστο δάσκαλο μας Κώστα Νιαβή, ο Σαρεγιάννης, «η Φυσιολογία δεν είναι μόνο Βιοχημεία».
Στο δεύτερο θέμα, για τον δημόσιο λόγο των πανεπιστημιακών οικολόγων, ο Καρανδεινός είναι επίσης, σαφής. Μεταξύ οίκο-λαϊκιστικού ναρκισσισμού και τεχνοκρατικής ιδιωτείας, υποδεικνύει, ακόμη μια φορά, τον δρόμο της μεσότητας, αποδεικνύοντας ότι έχει επίγνωση του σύνθετου, σε τελευταία ανάλυση θεσμικού ρόλου των επιστημόνων, στο σύγχρονο κόσμο. «Η εκλαΐκευση», κατ’ αυτόν, «είναι χρήσιμη, αν όχι αναγκαία και δεν θα πρέπει να υποτιμούμε την προσφορά των επιστημόνων όταν, με αίσθημα ευθύνης την επιχειρούν. Όμως οι επιστήμονες αυτοί δεν θα πρέπει επίσης να υποβαθμίζουν την προσφορά των συναδέλφων τους εκείνων, που αγωνίζονται κλεισμένοι στα εργαστήρια και στα σπουδαστήρια τους, για να παράγουν καινούργια γνώση και να προάγουν την κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει».
Από την σκοπιά αυτού εδώ του κειμένου, μετά δύο δεκαετίες, ο κύκλος έχει κλείσει, ο πολιτικά ρεαλιστής καθηγητής της οικολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου της Αθήνας έχει οριστικά συμφιλιωθεί με τον ρομαντικό τεχνοκράτη του Πανεπιστημίου Wisconssin του Madison.
Ως υστερόγραφο, θα μου επιτρέψετε ένα πιο προσωπικό τόνο. Ο Μιχάλης Καρανδεινός υπήρξε, για μένα, διακριτικός δάσκαλος, αλληλέγγυος συνάδελφος και ειλικρινής φίλος. Είναι φυσικό να μου είναι ιδιαίτερα αισθητή η απουσία του από την καθημερινότητα της ακαδημαϊκής ζωής στον Βοτανικό. Έχω την εντύπωση ότι και το μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολιτευτικής φουρνιάς των συναδέλφων μας, και όχι μόνον αυτές ή αυτοί, τρέφουν τα ίδια αισθήματα για τον πρώτο καθηγητή της Οικολογίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Εκδήλωση προς τιμήν του Ομότιμου Καθηγητή του Γ.Π.Α. Μιχάλη Γ. Καραδεινού στο Αμφιθέατρο της βιβλιοθήκης του Γ.Π.Α. (Πέμπτη 4 Απριλίου 2002)
Ο Λεωνίδας Λουλούδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του ΤΠΑ
< αρχική
σελίδα
|