Πρόσφατα δημοσιεύματα από τον Οικολογικό Τύπο

< αρχική σελίδα

 

Εφημερίδα: Καλημέρα Κυρά-Γη

Αριθ. Φύλλου 102

Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2003

Η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας για το κυνήγι

 

Δημοσιεύουμε  ολό­κληρη την απόφαση για το κυνήγι. Αριθμός 782/2002. Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρα­τείας (άρθρο 52 του π.δ./τος 18/1989, όπως αντικαταστά­θηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999)

Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 9 Δεκεμβρίου 2002 με την εξής σύνθεση: Κ. Γ. Χαλαζωνί-της, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε' Τμήματος, Π. Πικραμμένος, Κ. Σακελλαροπούλου, Σύμβουλοι. Ως Γραμματέας έ­λαβε μέρος η Γ. Σακελλαρίου, Γραμματέας του Ε' Τμήματος.

Για να αποφασίσει σχετικά με την από 5 Αυγούστου 2002 αίτηση των: 1. σωματείου με την ε­πωνυμία "ΖΩΟΦΙΛΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Γρυπάρη αρ. 149, Καλλιθέα), 2. αστικής μη κερ­δοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΣΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ    ΓΙΑ    ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ιπποκράτους αρ. 52 - 54), 3. σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩ­ΩΝ", που εδρεύει στην Παροι­κία της Πάρου και 4. σωματεί­ου   με   την   επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ     ΔΙΚΤΥΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Βόλο (οδός Λευκάδος αρ. 46). κατά του Υπουργού Γεωρ­γίας Κατέθεσε το από 3 Σεπτεμ­βρίου 2002 υπόμνημα του το σωματείο με την επωνυμία "Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Κοραή 2).

Με την αίτηση αυτή οι αι­τούντες επιδιώκουν να ανα­σταλεί  η  εκτέλεση  της 103820/3962/26.7.2002 (ΦΕΚ Β' 1057/12.8.2002) αποφάσε­ως του Υπουργού Γεωργίας.

Ο Πρόεδρος του Ε' Τμήμα­τος, για να κριθεί η πιο πάνω αίτηση, συγκρότησε την Επι­τροπή, η οποία προβλέπεται α­πό το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 τ.Α), όπως αυ­τό έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 121 τ. Α).

Κατά τη συνεδρίαση της η Επιτροπή άκουσε την Εισηγή­τρια Σύμβουλο Αικ. Σακελλα­ροπούλου.

Αριθμός 782/2002

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβο­λο   (υπ' ιθ.   139637, 575173/2002 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναστολή ε­κτελέσεως της υπ' αριθ. 103820/3962/26.7.2002 απο­φάσεως του Υφυπουργού Γε­ωργίας "ρυθμίσεις θήρας για την κυνηγετική περίοδο 2002 -2003" (Β- 1057/12.8.2002). Κα­τά της παραπάνω αποφάσεως οι αιτούντες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος για την οποία ορίσθηκε η 19.2.2003.

3. Επειδή, το σωματείο με την επωνυμία "Κυνηγετική Συ­νομοσπονδία Ελλάδος" ζητεί με υπόμνημα του την απόρρι­ψη της κρινόμενης αιτήσεως.

4. Επειδή, με την προσβαλ­λομένη απόφαση του Υφυ­πουργού Γεωργίας καθορίστη­καν, μεταξύ άλλων, η διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου για το κυνηγετικό έτος 2002 -2003, από 20.8.2002 μέχρι 28.2.2003, τα είδη της άγριας πανίδας, των οποίων επιτρέπε­ται η θήρα, η περίοδος και οι μέρες θήρας αυτών, ο μέγι­στος αριθμός θηρευσίμων ατό­μων, επετράπη το κυνήγι συ­γκεκριμένων ειδών υπό όρους και απαγορεύθηκε το κυνήγι σε ορισμένους τόπους ειδικής προστασίας.

5. Επειδή οι αιτούντες ι­σχυρίζονται ότι η πρώιμη έ­ναρξη της κυνηγετικής περιό­δου και η μη έγκαιρη λήξη της, η οποία μάλιστα ορίζεται και σταδιακή, εγκυμονεί σοβα­ρούς κινδύνους για όλα τα εί­δη της άγριας πανίδας, θηρεύσιμα και μη, ιδίως διότι συμπί­πτουν με την κρίσιμη αναπαρα­γωγική περίοδο των ειδών αυ­τών και τη μεταναστευτική πε­ρίοδο των πτηνών, τούτο δε παρά τις τεκμηριωμένες προ­τάσεις των οικολογικών οργα­νώσεων που κατέτειναν στην έκδοση αποφάσεως ρυθμιζούσης τη χρονική περίοδο από 15 Σεπτεμβρίου μέχρι 31 Ιανουα­ρίου.

6. Επειδή, όπως έχει επανειλημμένως κριθεί (ΣτΕ 366/1993, 1174/1994, 1592/1998,       324/1999, 2580/2000, 1047/2001), από το συνδυασμό κοινοτικών οδη­γιών (ιδίως της 79/409/ΕΟΚ, ό­πως Αριθμός 782/2002 τροποποιήθηκε) και της κοι­νής υπουργικής αποφάσεως 414985/1985 (8757), η θήρα συγκεκριμένων θηρευσίμων ει­δών άγριας πανίδας επιτρέπε­ται μεν καταρχήν, αλλά υπο­βάλλεται σε αυστηρή νομοθε­τική και κανονιστική ρύθμιση, ενόψει της ταχύτατης μειώσε­ως των ειδών αυτών, που απο­τελεί σοβαρό κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και συνεπώς της βιολο­γικής ισορροπίας. Ενόψει τού­των η έκδοση υπουργικής απο­φάσεως περί ρυθμίσεως της θήρας είναι απαραίτητη προϋ­πόθεση για τη νόμιμη άσκηση της θηρευτικής δραστηριότη­τας, χωρίς την έκδοση της ο­ποίας δεν είναι επιτρεπτή η δραστηριότητα αυτή σε όλη την επικράτεια, δεδομένου ότι η θήρα αποτελεί μορφή διαχει­ρίσεως της προστατευόμενης κατ' άρθρο 24 του Συντάγμα­τος άγριας πανίδας, τελεί υπό προϋποθέσεις, ώστε να εξα­σφαλίζεται πλήρως η διατήρη­ση τόσο των απολύτως προ­στατευόμενων, όσο και των κατ' αρχήν θηρευσίμων ειδών, ενώ ιδιαίτερη μέριμνα λαμβά­νεται για την προστασία των αποδημητικών ειδών. Περαιτέ­ρω με τις αποφάσεις υπ' αριθμ. 2580/2000 και 1047/2001 του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν υπουργικές απο­φάσεις για την κυνηγετική πε­ρίοδο 1999 - 2000 και 2000 -2001 αντίστοιχα, διότι δεν προέκυπτε ότι στηρίχθηκαν σε συνολική επιστημονική μελέτη ως προς τον κίνδυνο αφανι­σμού ή μειώσεως του πληθυ­σμού σε μη ικανοποιητικό επί­πεδο για κάθε ένα από τα θηρεύσιμα είδη, ούτε ότι είχε προηγηθεί ειδική έρευνα ως προς την επίδραση των χρονι­κών ορίων ενάρξεως και λήξε­ως της κυνηγετικής περιόδου στην αναπαραγωγική ικανότη­τα των προστευόμενων ειδών,


καθώς και τεκμηριωμένη έκθε­ση ως προς την επίδραση της θηρευτικής δραστηριότητας στα απολύτως προστατευτέα είδη, όπως επιτάσσει η συνθή­κη της Βέρνης και η οδηγία 74/409/ΕΟΚ. Η επιστημονική αυτή μελέτη, όπως κρίθηκε, πρέπει να είναι οπωσδήποτε μεταγενέστερη της λήξεως της προηγούμενης κυνηγετι­κής περιόδου (ΣτΕ 2932, 1592/1998, 1047/2001).

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση στηρίζε­ται, όπως αναφέρεται στο προοίμιο της στις εκθέσεις της υπηρεσίας Ιουλίου 1994, Ιουλί­ου 1995, Σεπτεμβρίου 1998 και Αριθμός 782/2002. Φεβρουαρίου 1999 που, ό­πως κρίθηκε με τις αποφάσεις 324/1999 και 1047/2001 του Δικαστηρίου είναι παρωχημέ­νες και δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο έρεισμα της ρυθμίσεως, ενώ με την υπ' αρίθ. 2580/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν και ανεπαρκείς ως τρος διάφορα θηράματα. Στη συνέχεια μνημονεύεται στο προοίμιο η αιτιολογημένη γνώ­μη της Επιτροπής, λόγω παρα­βίασης της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και συγκεκριμένα του άρθρου 7, διότι η ημερομη­νία λήξης της κυνηγετικής πε­ριόδου συμπίπτει με την έναρ­ξη της μεταναστευτικής περιό­δου. Μοναδικό πρόσφατο στοιχείο που επικαλείται η προσβαλλόμενη είναι τα απο­τελέσματα της από 16.4.2002 τεχνικής συνάντησης στις Βρυξέλλες μεταξύ εκπροσώ­πων της Ε.Ε. και των Υπουρ­γείων ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας, σχετικά με τις παραβάσεις της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ εκ μέ­ρους της Ελλάδας, το κείμενο όμως αυτό, το οποίο αναφέρε­ται μόνο στο ζήτημα της θέ­σπισης ενιαίας ημερομηνίας έ­ναρξης και λήξης της κυνηγε­τικής περιόδου για τα είδη που ανήκουν στην ίδια οικογένεια ή ομάδα (βλ. ρύθμιση για τα υ­δρόβια πουλιά για λήξη της κυ­νηγετικής περιόδου στις 16/2), δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω τεκμηριωμένης επιστημονικής μελέτης, ώστε να αποτελέσει επαρκές έρει­σμα για την προσβαλλόμενη ρύθμιση. Υπό τα ανωτέρω δε­δομένα και λαμβανομένης υ­πόψη της εμμονής της Διοική­σεως στην έκδοση διαδοχικών πράξεων του αυτού περιεχο­μένου με της ήδη ακυρωθείσες με τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρά την κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος υπο­χρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφά­σεις, συντρέχει κατά την κρίση της Επιτροπής λόγος αναστο­λής της προσβαλλομένης υ­πουργικής αποφάσεως, ενόψει του κατά τα προαναφερθέντα προδήλως βάσιμου της αιτήσε­ως ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 7 ν. 2721/1999 (Α' 112). Συντρέχει, επομένως, νόμιμος λόγος ανα­στολής της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολο της, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της εκκρεμούς αιτήσεως α­κυρώσεως.

Δυστυχώς για άλλη μία φο­ρά το κράτος μόνο για λίγες μέρες σεβάστηκε την απόφα­ση του ΣτΕ.

Και είναι πολύ απογοητευ­τικό όταν το ίδιο το κράτος αρ­νείται να συμμορφωθεί στις α­ποφάσεις του ανωτάτου ακυ­ρωτικού δικαστηρίου...

< αρχική σελίδα

Αναζήτηση κειμένου σε παλαιότερα άρθρα: