|
<
προηγούμενη σελίδα
Περιοδικό Η ΦΥΣΗ
τεύχος 92, Χειμώνας 2001
Γιώργος Σφήκας
Οι ελληνικές ανεμώνες
Οι ανεμώνες είναι φυτά της μεγάλης Οικογένειας των Ρανουγκουλίδων
(Ranunculaceae) όπου ανήκουν επίσης και άλλα, πολύ γνωστά γένη φυτών,
όπως, ο Ranunculus, o Adonis, η Aquilegia, η Nigella, η Clematis
κ.λ.π. Ξεχωρίζουν από τα άνθη τους, που δεν έχουν πέταλα και τη
θέση των πετάλων έχουν πάρει τα σέπαλα, που είναι μεγάλα και έγχρωμα.
Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι ενώ οι καρποί είναι πολλά, μικρά αχαίνια,
που βγαίνουν πάνω σε κοινό καρποφόριο, στη μέση του άνθους.
Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του γένους είναι ο υπάνθιος σπόνδυλος,
από τρία φύλλα. Ανάμεσα από αυτά τα τρία φύλλα βγαίνει ένας σχετικά
μακρύς ανθικός ποδίσκος (σπάνια περισσότεροι), που στην κορυφή του
υπάρχει το άνθος.
Τα υπόλοιπα φύλλα βγαίνουν όλα στη βάση του φυτού και έχουν μακρείς
μίσχους. Είναι παλαμόλοβα ή παλαμοσχιδή και εμφανίζονται πριν από
την άνθηση.
Το υπόγειο μέρος του φυτού είναι ένα μικρό ρίζωμα ή κόνδυλος που
παραμένει ζωντανός κατά την ξερή περίοδο. Στη χώρα μας υπάρχουν
συνολικά επτά είδη του γένους και είναι τα εξής:
1. Anemone coromaria, ανεμώνη η στεφανωματική
Φύλλα βάσης μακρόμισχα, βαθειά σχισμένα παλαμοειδώς σε πολλούς
στενούς λοβούς. Φύλλα υπανθίου σπονδύλου επιφυή, βαθειά σχισμένα
σε στενούς λοβούς. Σέπαλα 5-7 σε κάθε άνθος, πλατειά αντωοειδή ή
ελλειπτικά. Καρποφόριο και ανθήρες σε χρώμα βαθύ βιολετί, σχεδόν
μαύρο. Σπάνια εμφανίζονται φυτά με σέπαλα στενά, περισσότερα από
20. Πρόκειται για διπλανθείς ποικιλίες (flore pleno). Το χρώμα των
σεπάλων ποικίλει. Διακρίνονται οι εξής χρωματικές ποικιλίες:
α) var. Cyanea Ard., με άνθη γαλάζια ή γαλάζιο - βιολετιά
β) var. rosea Bath., με άνθη ρόδινα, σε διάφορες αποχρώσεις του
ροζ
γ) var. Phoenicea Ard., με άνθη κόκκινα
δ) var. Alba Burn, με άνθη λευκά, συχνά με μια ρόδινη απόχρωση στη
βάση των σεπάλων.
Οι ποικιλίες αυτές άλλοτε απαντώνται σε αμιγείς πληθυσμούς και άλλοτε
ανάμεικτες. Σπανιώτερα παρουσιάζονται και υβρίδια μεταξύ των ποικιλιών.
Πολύ σπάνια απαντώνται φυτά με άνθη εντελών λευκά και λευκούς ανθήρες.
Πρόκειται για αλβινικά άτομα.
Η A. coronaria είναι η πρόγονος όλων των καλλιεργούμενων ποικιλιών
Ανεμώνας.
Εξάπλωση: Απαντάται σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα, με πιο πυκνές
εμφανίσεις στη Κεντρική και Νότια Ελλάδα και στα νησιά.
Βιότοπος: Φυτρώνει σε θαμνώνες, φρυγανότοπους και χέρσα χωράφια
χαμηλού υψομέτρου, μέχρι ύψους 800 μ. περίπου.
2. Αnemone pavonina, Ανεμώνη η ταόμορφη
Φυτό παρόμοιο με το προηγούμενο αλλά φύλλα βάσης λιγότερο σχισμένα,
με λοβούς πλατείς, οδοντωτούς στην άκρη, φύλλα υπανθίου σπονδύλου
ακέραια, λογχοειδή ή με τρεις οδόντες στο άκρο τους και σέπαλα 7-13.
Μερικές φορές εμφανίζονται φυτά που κάνουν άνθη με σέπαλα στενά,
περισσότερα από είκοσι. Πρόκειται για διπλανθείς ποικιλίες (flore
pleno), πολύ σπάνιες στη φύση. Το είδος απαντάται σε δύο βασικές
ποικιλίες.
α) var. pavonina, με άνθη εντελώς κόκκινα ή κόκκινα με έναν ανοιχτόχρωμο
κύκλο προς τη βάση των σεπάλων.
β) var. purpureoviolacea, με άνθη πορφυρά ή ρόδινα ή μερικές φορές
σχεδόν λευκά.
Οι ποικιλίες αυτές απαντώνται μερικές φορές μαζί, συνήθως όμως σχηματίζουν
αμιγείς πληθυσμούς. Η ποικιλία pavonina προτιμά γενικά πιο θερμά
και ηλιόλουστα μέρη και χαμηλότερα υψόμετρα. Μερικές φορές εμφανίζονται
υβρίδια μεταξύ των δύο ποικιλιών, με χαρακτηριστικό σαρκώδες πορφυρό
χρώμα. Πολύ σπάνια βρίσκουμε αλβινικά άτομα, με άνθη εντελών λευκά
και με λευκούς ανθήρες.
Εξάπλωση: η A. Pavonina φυτρώνει σχεδόν σ' ολόκληρη την Ελλάδα.
Στη Β. Ελλάδα επικρατεί η var. Pavonina. Δεν υπάρχει στην Κρήτη
και σε ορισμένα νησιά του νότου.
Βιότοπος: Φυτρώνει σε θαμνώνες, φρύγανα, χέρσα χωράφια και
αραιά πευκοδάση, δε υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας ως τα 900μ.
περίπου.
Μια τρίτη ποικιλία της A. Pavonina φυτρώνει στην Ήπειρο, σε μια
περιοχή βόρεια των Ιωαννίνων και στα χωριά του Ζαγορίου. Τα άνθη
της μοιάζουν με αυτά της var. Purpureoviolacea αν και είναι γενικά
λίγο μικρότερα. Ο αριθμός των σεπάλων κυμαίνεται μεταξύ 7 και 9.
Τα φύλλα της βάσης έχουν πολύ στενούς λοβούς και θυμίζουν αυτά της
A. Hortensis L. Ssp. Hortensis, που φυτρώνει βορειότερα και δυτικότερα,
στην Αλβανία και Ιταλία. Είναι πιθανό να πρόκειται για πληθυσμούς
με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, μεταξύ της A panonina Lam,. και της
A. hortensis L. ssp. Hortensis.
3. Anemone hortensis ssp. Heldreichii. Ανεμώνη η κηπαία υποείδος
του Χελδράιχ
Τα πρώτα φύλλα της βάσης είναι τρίλοβα, με λοβούς οδοντωτούς.
Τα άλλα, είναι πεντάλοβα και οι λοβοί είναι στενοί, χωρισμένοι σε
πολύ μυτερούς δευτερεύοντες λοβούς. Σέπαλα 12-19, στενά, λευκά ή
σπάνια ανοιχτορόδινα. Φύλλα υπανθίου σπονδύλου μικρά, ακέραια, λογχοειδή.
Ανθήρες και καρποφόρια μαύρα - βιολετιά.
Εξάπλωση: Πρόκειται για ενδημικό της Κρήτης και της Καρπάθου.
Οι αναφορές του από άλλες περιοχές της Ελλάδας είναι λανθασμένες,
λόγω σύγχυσης με μορφές της A. Pavonina.
Βιότοπος: Θαμνώνες, φρύγανα, χέρσα χωράφια και βοσκοτόπια,
από χαμηλά μέχρι 1850μ. υψόμετρο.
4. Anemone blanda, Ανεμώνη η χαρίεσσα
Φύλλα βάσης μακρόμισχα, χωρισμένα σε τρία κύρια τμήματα, που το
καθένα είναι επιφυές. Το κάθε τμήμα χωρίζεται σε δευτερεύοντες στενούς
λοβούς. Τα φύλλα του υπανθίου σπονδύλου είναι έμμισχα, όμοια με
τα φύλλα της βάσης αλλά μικρότερα. Οι ανθήρες είναι κίτρινοι. Σέπαλα
8-14, στενά, γαλάζια, ρόδινα ή λευκά. Το καρποφόριο γέρνει προς
τα κάτω μετά την άνθηση.
Εξάπλωση: Είδος πλατειά εξαπλωμένο στην Ηπειρωτική Ελλάδα,
εκτός από Β.Δ., στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, στην Κέρκυρα, στην
Κεφαλονιά και αλλού.
Βιότοπος: Ξέφωτα σε ελατοδάση, πευκοδάση και θαμνώνες, σπανιότερα
σε φυλλοβόλα, σε υψόμετρο 300-2000μ.
5. Anemone apennina, Ανεμώνη των Απεννίνων
Είδος παρόμοιο με το προηγούμενο. Διαφέρει στα εξής χαρακτηριστικά:
τα τρία κύρια τμήματα των φύλλων έχουν έναν μικρό μίσχο. Το καρποφόριο
μετά την άνθηση παραμένει όρθιο. Τα άνθη είναι σχεδόν πάντα γαλάζιο-βιολετιά.
Εξάπλωση: Το είδος υπάρχει με βεβαιότητα κατά μήκος της Πίνδου,
μέχρι τα Άγραφα και στα βουνά της Δ. Μακεδονίας. Ο γράφων το έχει
βρει στα Άγραφα, δυτικά της λίμνης Πλαστήρα και στο όρος Βούρινος
της Δ. Μακεδονίας.
Βιότοπος: Ξέφωτα δασών, ορεινά λιβάδια, παρυφές, δρόμων,
σε υψόμετρο 500-1500 μ. περίπου.
6. Anemone nemorosa L. Ανεμώνη η δασόφιλη
Φύλλα βάσης 1-2, χωρισμένα σε τρία τμήματα, με μικρό μίσχο το καθένα.
Τα τμήματα είναι χωρισμένα βαθειά, σε λοβούς οδοντωτούς. Τα άνθη
είναι σχετικά μικρά, λευκά, συνήθως με μια ρόδινη απόχρωση εξωτερικά.
Τα σέπαλα είναι συνήθως 6-7 και έχουν σχήμα ωοειδές. Οι ανθήρες
είναι κίτρινοι.
Εξάπλωση: Βουνά Μακεδονίας και Θράκης, μέχρι τον Κάτω Όλυμπο.
Βιότοπος: Δάση φυλλοβόλων, από 700 έως 1800μ.
7. Anemone ranunculiodes ssp. Ranunculoldes,
Ανεμώνη η ρανουγκουλοειδής
Φυτό παρόμοιο με το προηγούμενο. Διαφέρει στα εξής χαρακτηριστικά:
στη βάση υπάρχει ένα ή κανένα φύλλο. Τα φύλλα του υπανθίου σπονδύλου
έχουν πολύ κοντό μίσχο και οι λοβοί τους είναι μακρότεροι και μεγαλύτεροι.
Τα άνθη είναι κίτρινα, συχνά περισσότερα του ενός.
Εξάπλωση: Το είδος έχει βρεθεί από τον γράφοντα στο όρος
Τζένα (Herb. G. Sfikas 7017) στις 28 Μαΐου 1983, σε υψόμετρο 1700-1800μ.
Επίσης αναφέρεται από τον γειτονικό Βόρα.
Βιότοπος: ξέφωτα ορεινών φυλλοβόλων δασών.
Άλλα δύο είδη αναφέρονται από τα βουνά των βορείων συνόρων: η Anemone
sylvestris L. Από το όρος Παπίκι (Κρλίκ Νταγ) και η Anemone narcissiflora
L. Από το όρος Βόρας (Καιμακτσαλάν). Και τα δύο βρέθηκαν το 1940
από τον Ζαγανιάρη, όμως η φυτοθήκη του δεν διασώθηκε και στα νεώτερα
χρόνια δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή τους. Τα δυο αυτά είδη κάνουν
λευκά άνθη, το πρώτο ένα και μεγάλο και το δεύτερο πολλά και μικρά.
<
προηγούμενη σελίδα
|