| Ενότητα :Παρασκευόπουλος Γιάννης |
|
Τίτλος : Γιάννης Παρασκευόπουλος, ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ;
|
|
Αρχή κειμένου ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ; Συζητώντας για την πράσινη οπτική σε ένα παλιό αλλά επίκαιρο ερώτημα Γιάννης Παρασκευόπουλος* Αρκετοί στην κοινωνία κινδυνεύουν ίσως να το ξεχάσουν, όμως το ερώτημα για την αλλαγή του κόσμου είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την αριστερά αλλά και το πράσινο κίνημα. Ο ίδιος ο τίτλος της ΟΙΚΟΤΟΠΙΑΣ παραπέμπει στην απόπειρα να σκιαγραφηθεί μια οικολογική κοινωνία αλλαγμένη εκ βάθρων, όπως αποτυπώνεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ερνστ Κάλλενμπαχ, ήδη από τη δεκαετία του ’70. (1) Εύλογα, πάντως, το ερώτημα αυτό τίθεται σήμερα με διαφορετικούς όρους από ό,τι λίγες μόλις δεκαετίες πριν: Απέναντί μας δεν έχουμε πια ένα κόσμο που αρνείται να αλλάξει, αλλά ένα κύμα αλλαγών που συχνά οδηγούν σε απαράδεκτες, ίσως και εφιαλτικές κατευθύνσεις. · Η εύκολη (αλλά συντηρητική, τελικά) απάντηση, είναι να επιχειρήσουμε απλώς να αντισταθούμε στις αλλαγές αυτές, υπερασπίζοντας αυτό που υπήρχε και προηγουμένως. · Η άλλη επιλογή είναι να εμμείνουμε στην προσπάθεια αλλαγής του κόσμου, οικοδομώντας και προωθώντας τις δικές μας απαντήσεις. Στην κατεύθυνση αυτή κινούνται και οι σκέψεις που ακολουθούν. Λίγες εποχές στη νεώτερη ιστορία έχουν συνδεθεί τόσο έντονα με την επιθυμία για αλλαγή του κόσμου όσο η κοσμογονία του 1968. Το σύγχρονο πράσινο κίνημα είναι γέννημα της κοσμογονίας αυτής, αλλά δεν είναι το μόνο. Σε διεθνές επίπεδο, το 1968 ήταν επίσης λίκνο της σύγχρονης άκρας αριστεράς, αλλά και των ένοπλων οργανώσεων. Τέσσερες σχεδόν δεκαετίες μετά, είναι προφανές ποιοι τελικά μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο έστω και λίγο, όπως προφανής είναι και η διαφορά των βασικών αντιλήψεων: · Από τη μια, η παράδοση που ξεκινά με το σχεδιασμό μιας άλλης κοινωνίας βάσει πολιτικού προγράμματος και επικεντρώνεται στους τρόπους επιβολής του. · Από την άλλη, η αντίληψη που εστιάζει στην προτεραιότητα του κοινωνικού, την έμπρακτη προβολή εναλλακτικών λύσεων και την αλλαγή της κοινωνικής ηγεμονίας. Η αντίληψη αυτή θεωρεί ότι κάθε νέα κοινωνία γεννιέται πρώτα μέσα στην παλιά και ότι ένα πολιτικό πρόγραμμα συγκροτείται κυρίως σε επίπεδο προγραμματικών προτάσεων. Το πράσινο κίνημα: οι απαρχές και η συνέχεια Το πράσινο κίνημα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της δεύτερης αυτής αντίληψης. Με την έννοια αυτή φαντάζει ελάχιστα τυχαίο ότι η (αρχική) ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ γράφτηκε ως μυθιστόρημα και όχι ως προγραμματικό πολιτικό μανιφέστο. Αφετηριακή διαδρομή των Πράσινων είναι αυτή που οδήγησε από τα θεματικά κινήματα της δεκαετίας του 1960 (φεμινιστικό, ειρήνης, αντιπυρηνικό, περιβαλλοντικό) σε ένα συνολικότερο ρεύμα: · Με χειραφέτηση από τις σημαίες και τα σύμβολα της «μαμάς-αριστεράς» και επιλογή ενός ονόματος που δηλώνει ότι ΔΕΝ ανήκουμε πια στην οικογένεια του κόκκινου. · Με κατάφαση της ανυποχώρητης μαχητικότητας αλλά και άρνηση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το σύστημα: μη βία, γέφυρες με «μη κινηματικές» ηλικίες και στρώματα όπως συνταξιούχοι και νοικοκυρές, έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα. · Με εστίαση στα ιδιαίτερα δεδομένα της εποχής, όπως ο ψυχρός πόλεμος (ή, σήμερα, η «μάχη κατά της τρομοκρατίας») και η συνειδητοποίηση της οικολογικής κρίσης. Η φιλοδοξία των Πράσινων στα πρώτα τους βήματα να αποτελέσουν ένα «μη κόμμα», παρέπεμπε σε μια σειρά νέων τότε στοιχείων: · Τις αποστάσεις από την επιθυμία συμμετοχής στην εξουσία, τη διαχειριστική λογική και τη συμβατική πολιτική συμμετοχή. · Την αντίληψη για «αλλαγή της κοινωνίας από τα κάτω», που απέκλειε τόσο την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας, όσο και την κοινοβουλευτική επιβολή ενός προκατασκευασμένου κοινωνικού σχεδιασμού. · Την έννοια της «παράλληλης κοινωνίας», όπου υλοποιούμε πρώτα οι ίδιοι αυτά που προτείνουμε. Η εξέλιξη ήταν, όπως όλοι ξέρουμε, αρκετά διαφορετική. Οι Πράσινοι των πρώτων 15 χρόνων άλλαξαν εν μέρει τον κόσμο, αναβαθμίζοντας ριζικά στην πολιτική και κοινωνική ατζέντα τα θέματα του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για μια στιγμή, η δυναμική αυτή φάνηκε να κερδίζει και παγκόσμια επικύρωση, με τη Διάσκεψη του Ρίο. Σύντομα όμως ευνουχίστηκε, κυρίως με τις ιδρυτικές συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που κατοχύρωσαν για όλες τις χώρες ως νόμιμο και αναφαίρετο εμπορικό πλεονέκτημα το κοινωνικό και περιβαλλοντικό ντάμπινγκ. (2) · Σε χώρες με παράδοση πολυκομματικών κυβερνήσεων και εναλλαγής όλων των κομμάτων στην εξουσία, τα πράσινα κόμματα επέλεξαν να συνδιαχειριστούν την αντιφατική αυτή δυναμική μέσα από κυβερνητικές συνεργασίες με σοσιαλδημοκρατικές και αριστερές δυνάμεις, επιλογή που οδήγησε σε επιτυχίες και συμβιβασμούς, συχνά οδυνηρούς, ποτέ όμως σε χειραγώγηση κινημάτων. · Σε χώρες, πάντως, με παράδοση μονοκομματικών κυβερνήσεων (Η.Π.Α., Μ. Βρετανία) τα εκεί πράσινα κόμματα διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον αρχικό τους ριζοσπαστισμό και αρνήθηκαν να εκπροσωπηθούν πολιτικά μέσω εκλογικών συνεργασιών με κόμματα όπως οι Εργατικοί ή οι Δημοκρατικοί, ως «εγγύτεροι συγγενείς». ‘Ετσι, από το Ρίο και μετά, στο πράσινο κίνημα έχει αποκρυσταλλωθεί de facto ένα «σχήμα τριών πυλώνων» με διαφοροποιημένους ρόλους: · Οι Μ.Κ.Ο. επικεντρώνονται στην εξειδικευμένη τεκμηρίωση, τη γενική ευαισθητοποίηση του κοινού ασχέτως πολιτικής τοποθέτησης και την «αναβαθμισμένη» θεσμική διαβούλευση στα διεθνή φόρα. · Τα κινήματα πολιτών εστιάζονται στη θεματική διεκδίκηση, την άμεση συμμετοχή και τον εναλλακτικό χαρακτήρα. · Τα πράσινα κόμματα αναλαμβάνουν την πολιτική-προγραμματική έκφραση, τη δημιουργία πολιτικού κόστους και τη συμμετοχή στους θεσμούς της πολιτικής ζωής. Περιβαλλοντική δικαιοσύνη και κοινωνική αλλαγή Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ανάλωση κρίσιμων ανανεώσιμων φυσικών πόρων ξεπερνάει ήδη κατά 20% τις δυνατότητες του πλανήτη. Από την υπεραλίευση των ωκεανών μέχρι την κλιματική αλλαγή και την υπεράντληση των αποθεμάτων νερού, η εικόνα είναι ότι υπερβαίνουμε ήδη συστηματικά τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων. Ακόμη πιο προβληματικό, όμως είναι ότι το 80% αυτής της κατανάλωσης κατευθύνεται στο πλουσιότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμη και στο μέσο Έλληνα αντιστοιχεί σήμερα ένα οικολογικό αποτύπωμα 2,5 έως 3 φορές μεγαλύτερο από το «κανονικό» του μερίδιο στους φυσικούς του πόρους του πλανήτη (3). Ο τρόπος αυτός ζωής και κατανάλωσης θα ήταν απολύτως ανέφικτος, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, αν τα 3 από τα 6 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού δεν ήταν αναγκασμένα να ζουν με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα. Τα δεδομένα αυτά καθορίζουν και τις βασικές εκδοχές απαντήσεων στα κοινωνικά ζητήματα: · Οι παραδοσιακές αριστερές αντιλήψεις εμμένουν στη «δίκαιη (ανα)διανομή πλούτου» στο εσωτερικό των κοινωνιών του Βορρά με διατήρηση της κατανάλωσης στα παρόντα επίπεδα, διαιωνίζοντας έτσι την οικολογική κρίση αλλά και την εξαθλίωση του Νότου. · Οι νεοφιλελεύθερες απαντήσεις μεταφέρουν την παγκόσμια εξαθλίωση και στα πιο ευάλωτα στρώματα του Βορρά μέσω της «κοινωνίας των δύο τρίτων». Παράλληλα επιτείνει την πίεση στους φυσικούς πόρους μέσω της προτεραιότητας στην οικονομική μεγέθυνση και στην αναζήτηση νέων καταναλωτών στις νεοβιομηχανικές χώρες.. · Οι πράσινες απαντήσεις δε μπορούν παρά να εστιάζονται στη δημιουργία νέων μοντέλων ευημερίας, χαμηλών απαιτήσεων σε φυσικούς πόρους και γενικεύσιμων για όλους. Είναι όμως γεγονός ότι, στον τομέα αυτό, το πράσινο κίνημα έχει τραγικά καθυστερήσει. Τα στοιχεία αυτά έχουν κομβική σημασία και για ένα άλλο ερώτημα συναφές με την κοινωνική αλλαγή, αυτό της ηγεμονίας. Σήμερα ηγεμονεύει μια αντίληψη προσαρμογών στις επιταγές της βραχυπρόθεσμης οικονομίας, έστω και εις βάρος της κοινωνικής συνοχής. Λίγα πράγματα μπορούν να αμφισβητήσουν την αντίληψη αυτή πιο καίρια από ό,τι η προτεραιότητα της προσαρμογής στις αντοχές του πλανήτη, που αποτελούν άλλωστε το αναπόδραστο πλαίσιο (και) της οικονομίας. Αν μάλιστα η προτεραιότητα αυτή συνδεθεί επιπλέον με τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, τότε η δυνατότητα μιας νέας κοινωνικής ηγεμονίας είναι παραπάνω από ρεαλιστική. Στο μεταξύ όμως ο κόσμος δεν κινείται μόνο με το μακροπρόθεσμο και το συνολικό, αλλά και με το άμεσο και συγκεκριμένο. Ιδιαίτερα τα ζητήματα της οικολογικής κρίσης απαιτούν απτές και άμεσες προγραμματικές απαντήσεις. Για τη σχέση των απαντήσεων αυτών με τα ζητήματα κοινωνικής αλλαγής, ας πάρουμε ως παράδειγμα δυο τομείς αρκετά γνωστούς, όπως η ανανεώσιμη ενέργεια και η βιολογική γεωργία: · Η ανάπτυξή τους μπορεί να περνάει μέσα από ιδιωτικές επενδύσεις, όπως αιολικά πάρκα μεγάλων τεχνικών εταιριών ή μεγάλες αλυσίδες τυποποίησης και/ή διάθεσης βιολογικών προϊόντων. · Η άλλη εκδοχή είναι εναλλακτικές προσπάθειες όπως ηλιακές στέγες, αιολικά από εταιρίες λαϊκής βάσης, αλλά και λαϊκές αγορές βιοκαλλιεργητών και συνεταιρισμοί παραγωγών-καταναλωτών βιολογικών προϊόντων. Ως πράσινο κίνημα έχουμε ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση με την τελευταία αυτή κατηγορία προσπαθειών, που βρίσκεται άλλωστε πολύ πιο κοντά στις αντιλήψεις μας για τις κοινωνικές σχέσεις. Με δεδομένο όμως τον επείγοντα χαρακτήρα της οικολογικής κρίσης, είναι θέμα στοιχειώδους υπευθυνότητας να στηρίζουμε πολιτικά ΟΛΕΣ τις μορφές ανάπτυξης βιώσιμων απαντήσεων, ακόμη και αν προέρχονται από οικονομικά συμφέροντα με τα οποία συγκρουόμαστε σε άλλους τομείς. Η ανάλυση αυτή δεν είναι καθόλου θεωρητική, καθώς τεχνικές εταιρίες που επενδύουν στην ανανεώσιμη ενέργεια συχνά έχουν ως κύριο αντικείμενο τομείς όπως τα οδικά έργα, ενώ χαρακτηριστική είναι και η δημιουργία αλυσίδας βιολογικών προϊόντων από ασφαλιστικό όμιλο με επιδόσεις στην αμφισβήτηση της κοινωνικής ασφάλισης. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μας για τις εναλλακτικές προσπάθειες εστιάζεται κυρίως στις ευκαιρίες προβολής τους και στην κατοχύρωση ενός στοιχειώδους «ζωτικού χώρου» για επιβίωση και προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Το αν όμως τελικά θα επικρατήσουν, όμως, δεν είναι θέμα πολιτικής βούλησης του πράσινου κινήματος αλλά ζήτημα απήχησης, δυναμικής και κοινωνικού ανταγωνισμού αντιλήψεων και αξιών. Από την άλλη πλευρά, οι επιμέρους πολιτικές κατά κανόνα καλύπτουν μικρό μόνο μέρος των αναγκών που ήδη καταγράφονται. Με την έννοια αυτή, δικαιώνονται κυρίως ως πρώτο βήμα που ανοίγει το δρόμο και στα επόμενα. Μικρό παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει εδώ η στενή σχέση του εντεινόμενου οικονομικού ανταγωνισμού με τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των εμπορευματικών μεταφορών: Μια πολιτική ορθολογικής συμπίεσης των τελευταίων, για λόγους προστασίας του κλίματος, θα μπορούσε να αποτελέσει πρόκριμα και για τη μετάβαση σε οικονομίες περισσότερο στηριγμένες στην τοπική και περιφερειακή κλίμακα. Ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο θα επέτρεπε, σε συνειδητοποιημένους καταναλωτές-πολίτες με υψηλή προτεραιότητα κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων στις αγοραστικές τους επιλογές, ακόμη και τον «αφοπλισμό» της αγοράς με την αμφιλεγόμενη έννοια που την βιώνουμε σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο, η αποκεντρωμένη οικονομία γίνεται εξαιρετικά συμβατή με το κλασσικό πράσινο πρόταγμα για αλλαγή σε τοπικό επίπεδο, αλλά και τη σύνδεσή του με την ευρύτερη κλίμακα. Η συνάντηση με τις άλλες παραδόσεις κοινωνικής αλλαγής Η αντίληψη αυτή που σκιαγραφήσαμε για την αλλαγή του κόσμου, δεν είναι η μόνη δυνατή. · Ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Αριστερά είναι η εκδοχή της «στρατιωτικής» επικράτησης μέσω άσκησης επαναστατικής ή, έστω, κυβερνητικής εξουσίας που θα μεταμορφώσει την κοινωνία. · Συμπληρωματική είναι και η εκδοχή της κατάρρευσης από εσωτερικές αντιφάσεις ή εξωτερικές πιέσεις (κάτι σαν αυτό που έγινε πριν λίγα χρόνια στην Αργεντινή) και η προσδοκία ότι η κατάρρευση αυτή ανοίγει αυτόματα στην κοινωνία το δρόμο για κάτι καλύτερο. Ιστορικά, οι σχέσεις των διαφορετικών παραδόσεων στα πλαίσια της Αριστεράς κυμαίνονταν από την ενότητα (στη βάση ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή) μέχρι την αλληλοεξόντωση στο όνομα της ιστορικής αναγκαιότητας. Η απάντηση του πράσινου κινήματος, στη δική μας τουλάχιστον χώρα όπου η Αριστερά διατηρεί ένα έντονο συμβολικό βάρος, βρίσκεται πέρα από το φάσμα αυτό: Έννοια – κλειδί δεν είναι ούτε η επικράτηση ούτε η ενότητα, αλλά η συνέργεια. Για να λειτουργήσει όμως η συνέργεια αυτή, το πράσινο κίνημα χρειάζεται να τοποθετήσει τον εαυτό του ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ και τα ασφυκτικά πολιτικά της όρια, χωρίς όμως να απαρνείται τις («αριστερές», σε μεγάλο βαθμό) αξίες που το γέννησαν. · Η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς διατηρεί σήμερα μέρος μόνο από την ιστορική της επικαιρότητα, καθώς τα ζητήματα της βιωσιμότητας και της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης δημιουργούν νέες συγκλίσεις και αντιπαραθέσεις. · Μεγάλο μέρος του οικονομικού πλούτου (μετοχές, ομόλογα, αξίες ακινήτων) αφορά απλή αποτύπωση προσδοκιών και είναι αδύνατο να υπάρξει ή και να αναδιανεμηθεί εκτός καπιταλισμού. · Οι επαναστάσεις της εποχής μας, από την Τσιάπας ως το Βελιγράδι, αποφεύγουν κατά κανόνα να ασκήσουν εξουσία. · Η ίδια η Αριστερά έχει χάσει την ελκυστικότητά της για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, ιδίως στις νεώτερες γενιές, που όμως συνεχίζουν να εκφράζονται από τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Έτσι ο διάλογος και η όσμωση της Οικολογίας με την Αριστερά δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά καρπό συνάντησης σε ένα νέο κοινωνικό «τόπο», εκτός κεντρικής πολιτικής: τα κινήματα. Επίλογος: δυό λόγια για την ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, παραδοσιακά το πολιτικό στοιχείο εμφανίζει υπερτροφία σε βάρος του κοινωνικού, συχνά με αποτελέσματα ιδιαίτερα προβληματικά. Κατ’ εξαίρεση όμως στο ελληνικό οικολογικό κίνημα έχουμε μια αντίστροφη «ατροφία του πολιτικού», με συγκριτικά μεγάλες ΜΚΟ και μέτρια κινήματα πολιτών. Πρόκειται για μια ανισορροπία, για την οποία πληρώνουμε όλοι υψηλό τίμημα. · Οι επιθέσεις στο περιβάλλον δεν έχουν πολιτικό κόστος και ο πολιτικός κόσμος αναπτύσσει μια ιδιότυπη «ανοσία» απέναντι στη βιωσιμότητα επηρεάζοντας έμμεσα και τις αξίες του μέσου πολίτη. · Η Κοινωνία των Πολιτών παραμένει ισχνή, οι εναλλακτικές προσπάθειες σπανίζουν. · Οι νεώτερες γενιές δυσκολεύονται να βρουν τρόπους ενεργοποίησης για τις περιβαλλοντικές τους ευαισθησίες. · Ακόμη και το ευτυχές γεγονός ότι η νομοθεσία παραμένει (ελέω Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και κάποιων άρθρων του Συντάγματος) μπροστά από τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, οδηγεί σε «δικαστικοποίηση» της περιβαλλοντικής προστασίας και σε κινδύνους για αντιστροφή των όποιων επιτυχιών, πλήττοντας παράλληλα ολόκληρο το όραμά μας για ένα κίνημα πρωταρχικά κοινωνικό και ελευθεριακό. Για το ελληνικό οικολογικό κίνημα είναι ίσως η ώρα για μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική παρέμβαση και την πολιτική έκφραση. Στην κατεύθυνση αυτή οι Οικολόγοι Πράσινοι ως προσπάθεια για πράσινο κόμμα στην Ελλάδα, παρά τις αδυναμίες και τον μέχρι τώρα περιορισμένο απολογισμό τους, αποτελούν βασικό κορμό μιας δύσκολης αλλά απαραίτητης διεξόδου. Οι όροι για τη διέξοδο αυτή είναι σήμερα αρκετά σαφείς: συνέργεια με τις προσπάθειες στο κοινωνικό πεδίο, κριτική αποτίμηση της συσσωρευμένης εμπειρίας του διεθνούς πράσινου κινήματος και προσαρμογή της στα ελληνικά δεδομένα, αφομοιωμένα δάνεια από ελευθεριακές αξίες για εξισορρόπηση της ανάγκης (και) για απαντήσεις διαχειριστικού χαρακτήρα. Γιατί η παραδοχή ότι τελικά ο κόσμος αλλάζει μόνο όταν το θέλουν οι ίδιες οι κοινωνίες, δε μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για παραίτηση από τη δική μας επιθυμία να τον αλλάξουμε. *στέλεχος των Οικολόγων Πράσινων (Οι βασικές ιδέες του άρθρου παρουσιάστηκαν ως εισήγηση σε ομότιτλη εκδήλωση των Οικολόγων Πράσινων, το Μάρτιο του 2006 στο Πολυτεχνείο. Δημοσιεύεται εδώ σε περαιτέρω επεξεργασία) (1) Ερνστ Κάλλενμπαχ ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1990 (2) Γ.Παρασκευόπουλου, «Βιώσιμη Ανάπτυξη: Κύκλος που κλείνει;» ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ τεύχ.22 (3) Serge Latouche, Κοινωνία της ποσότητας ή της ποιότητας; LE MONDE (ελληνική έκδοση) 22.2.2004, με περαιτέρω παραπομπές |
|
                     |