|
Αρχή κειμένου
"Πόλεις και κτίρια αβίωτα με τον καύσωνα και χωρίς", της Μαργαρίτας Καραβασίλη, άρθρο στο Περιοδικό "ΟΙΚΟΕΝΗΜΕΡΩΣΗ", Ίούλιος 2007.
Ο πρόσφατος καύσωνας απέδειξε – για άλλη μια φορά – το πόσο ακατάλληλα είναι τα κτίρια που ζούμε και εργαζόμαστε.
Αποδεικνύεται ότι το κέλυφος του κτιρίου, που θα έπρεπε να λειτουργεί επιλεκτικά χειμώνα – καλοκαίρι και να προσαρμόζεται εύκολα και με απλούς χειρισμούς στις εξωκλιματικές θερμοκρασιακές συνθήκες διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα άνετο εσώκλιμα με την λιγότερη δυνατή κατανάλωση συμβατικής ενέργειας, είναι απολύτως απροστάτευτο και ελάχιστα εξοπλισμένο. Αποτέλεσμα είναι ότι ο μέσος καταναλωτής αναγκάζεται να χρησιμοποιεί «επί ματαίω» όλο και περισσότερο τεχνητά μέσα (θέρμανση, κλιματιστικά) για να θερμανθεί και να δροσιστεί, χωρίς να επιτυγχάνει στο ελάχιστο το επιθυμητό αποτέλεσμα και επιβαρύνεται από το συνήθως ασταθές και υψηλό κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλλοντας στην περαιτέρω καταστροφή του περιβάλλοντος με την αύξηση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αερίων του θερμοκηπίου.
Αλλά και οι πόλεις μας αντιμετωπίζουν πλέον τεράστια προβλήματα, που προέρχονται κυρίως από τις υψηλές πυκνότητες των κτιρίων, ως απόρροια της συγκέντρωσης πλέον του μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού σε αυτά και της κάλυψης των πιεστικών στεγαστικών αναγκών, που οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην εξαφάνιση της φύσης και της αντικατάστασής της με μπετόν και άσφαλτο. Επιπλέον η ανορθολογική χωροθέτηση των διαφόρων λειτουργιών με παντελή έλλειψη περιβαλλοντικών κριτηρίων, όπως βέλτιστη χάραξη των οδικών αξόνων, επιλογή κατάλληλων περιοχών κατοικίας και δραστηριοτήτων τριτογενούς τομέα και βιομηχανικών ζωνών, κατάλληλη διαμόρφωση των ελεύθερων χώρων, πάρκων, πλατειών, δημιουργία ευνοϊκού αστικού μικροκλίματος, κλπ., που σαφώς αποτελούν πνεύμονες αναπνοής, οδήγησε σε μία ανεξέλεγκτη πλέον κατάσταση και διόγκωση των προβλημάτων. Η επίλυσή τους απαιτεί δραστικά μέτρα σε βάθος χρόνου με οικονομικό και γιατί όχι πολιτικό κόστος, αλλά με μεγάλο όφελος σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο.
Τα παραπάνω προβλήματα εντείνονται με τη δημιουργία του φαινομένου της «αστικής νησίδας», που παράλληλα με το φαινόμενο του θερμοκηπίου συμβάλλουν στην αύξηση και τον εγκλωβισμό των αστικών ρύπων, ενώ αυξάνεται και η ηχορύπανση και κάθε άλλης φύσης προβλήματα κοινωνικού χαρακτήρα (απομόνωση, αυξημένος χρόνος μετακινήσεων και συνεπώς στρες κτλ).
Τα προβλήματα αυτά οξύνονται ιδιαίτερα το καλοκαίρι, σε κάθε μικρό ή μεγάλο καύσωνα, όπου αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιούμε σχεδόν αποκλειστικά κλιματιστικά, που μας αποδίδουν πρόσκαιρη ανακούφιση.
Αντιλαμβανόμαστε ότι ακόμη και όταν ο καύσωνας υποχωρεί τα κτίριά μας εξακολουθούν να «βράζουν» και να διατηρούν απαράδεκτες και ανυπόφορες θερμικές συνθήκες. Αυτό συμβαίνει γιατί το κέλυφος των κτιρίων έχει υπερθερμανθεί και, παρά της πτώσης της εξωτερικής θερμοκρασίας, εξακολουθεί να εκπέμπει θερμότητα, καθότι κάθε κλειστός χώρος που θερμαίνεται ακτινοβολεί θερμότητα στο ψυχρότερο περιβάλλον που είναι γύρω του, ενώ ταυτόχρονα η θερμότητα διαφεύγει από τις ατέλειες του περιβλήματος.
Συνειδητοποιούμε τη σημασία της ποιότητας της κατασκευής και των χαρακτηριστικών του κελύφους, καθώς και το ρόλο των απωλειών, που δεν αντιμετωπίζονται παρά με τους διάφορους τρόπους μόνωσης, τον σωστό διαμπερή αερισμό, την εξασφάλιση φυσικού δροσισμού, κλπ..
Ωστόσο, το ανθρώπινο είδος (homo sapiens) κατά τη διάρκεια της ιστορίας και της εξέλιξής του, ανέπτυξε διάφορες απλές και φυσικές στρατηγικές και τεχνικές για το ξεπέρασμα των δυσκολιών που δημιουργούσαν η ζέστη και το κρύο.
Για παράδειγμα η θερμοχωρητικότητα της τοιχοποιίας (τοίχοι μάζας), η σκίαση των εκτεθειμένων στον μεσημβρινό ήλιο όψεων, ο γενικός και μόνιμος αερισμός των κατοικιών, η ανεμπόδιστη κυκλοφορία του αέρα σε όλους τους χώρους διαβίωσης, κλπ. (όλοι οι κύριοι χώροι είχαν ανοίγματα για την είσοδο του αέρα και όλοι οι χώροι υπηρεσίας είχαν εξαερισμούς, ενώ μεταξύ των κυρίων χώρων υπηρεσίας υπήρχαν ελεύθερα περάσματα όπου κυκλοφορούσε ο αέρας μεταξύ τους) και η με φυσικό τρόπο εισαγωγή και απαγωγή του αέρα από το εσωτερικό των κατοικιών (παράθυρα, φεγγίτες, χαραμάδες κάτω από πόρτες) ή και με τεχνητό (στόμια και συναρμογές σωληνώσεων, καμινάδες κλπ) διαμόρφωναν συνθήκες άνεσης στο εσωτερικό των κτιρίων.
Σήμερα η σωστή θερμομόνωση σε συνδυασμό με συστήματα ηλιοπροστασίας και δροσισμού και την κατάλληλη φύτευση εξασφαλίζει την άνετη διαμονή μέσα στην κατοικία όλο τον χρόνο, οικονομία στην αρχική δαπάνη εγκατάστασης και στις δαπάνες λειτουργίας της θέρμανσης, μειώνοντας τις ανταλλαγές θερμοκρασία με το εξωτερικό περιβάλλον ή με χώρους που έχουν διαφορετικές θερμοκρασίες και εξοικονομεί χρήματα από τα έξοδα συντήρησης αυξάνοντας το χρόνο ζωής της κατοικίας και συμβάλλοντας στην προστασία της από φθορές και βλάβες.
Όλα τα παραπάνω αποτελούσαν πριν μία – δύο δεκαετίες μόνον ευχή. Στις μέρες μας θα έλεγε κανείς με μεγάλη ασφάλεια στις διατυπώσεις του, ότι αποτελούν πλέον βεβαιότητα και μπορεί να επιτευχθούν με μικρή μόνον επιβάρυνση του κόστους κατασκευής των κτιρίων, το οποίο και αποσβένεται σε σχετικά μικρό χρόνο ανάλογα με τις παρεμβάσεις που θα προτείνει ο μελετητής.
Οι κατά καιρούς έρευνες απέδειξαν ότι μια σωστή θερμομόνωση, που απαιτεί περίπου το 2 - 5% του αρχικού κόστους κατασκευής του κτηρίου, μπορεί να εξοικονομήσει μέχρι και 50% του κόστους λειτουργίας της θέρμανσής του.
-----------------------------------
|